Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ




Έτσι που σμίξαν τα σπαθιά και τα χαρτιά, δυό στίχοι στο ίδιο
το τραγούδι,  
μετράει κι ο στίχος του λαού το μπόι, όπως μετράει το μπόι
της ομορφιάς κι η σπάθα  
μέσα στο φως ομοιοκαταληκτεί ουρανός και χώμα
σπαθί και πένα παίρνουν βόλια απ’ την ποδιά της λευτεριάς
παίρνουν απ’ την ποδιά της άνοιξης το πράσινο
και γράφουν με ήλιο στο ντουβάρι της νυχτιάς: είμαι άνθρωπος.
Μιά λέξη ανάβοντας το λύχνο πάνου απ’ τον καημό μας
λέξη προσάναμμα καρδιάς καρδιά προσάναμμα της θάλασσας
μιά λέξη ξεκλειδώνοντας το μόχτο μας με το κλειδί του
αποσπερίτη  
μιά λέξη που μαζεύει γύρω της πλατάνια και λιακάδες κι άρματα
όπως μαζεύει η μάννα τα παιδιά της γύρω απ’ το σκαμνί της –
δεν είναι πια μακριά το πρωί που δοξάζει τα δέντρα μας
κι είναι σιμά το στόμα σου που λέει την ίδια ελπίδα σε μιάν
άλλη γλώσσα  
στον ίδιο δρόμο το ίδιο σήμα του ήλιου που γεννάει φωτιά
και χρώμα  
το ίδιο σημάδι ανάμεσα στα φρύδια μας σα χαραμάδα φως
σ’ ένα κλεισμένο σπίτι  
σα μιά σπαθιά ουρανός πάνου στο θάνατο
σαν αυλακιά στη σκληρή γη απ’ τ’ αλέτρι της περφάνιας.
Σ’ ανταμώσαμε από πριν στο ίδιο σφίξιμο των δοντιών
στην ίδια φωτιά στην ίδια σκανδάλη στον ίδιο στόχο
στην ίδια σιδερογραμμή Παρίσι-Αθήνα ανάμεσα στα χαμομήλια
και   στους σκοτωμένους
στο ίδιο θαλασσινό φανάρι που δε συχωρνούσε τη φουρτούνα
στο ίδιο κομμένο χέρι που ποτές δε φώναξε: έλεος.
Όταν ανέβαινες απ’ την πρωτεύουσα της θλίψης στ’ αετοράχια
της δόξας  
μ’ ένα φεγγάρι σαν ξερό παξιμάδι στην τσέπη σου
με το μολύβι σου καρφωμένο στην καρδιά του χάρου
με το φιλί του λαού σου στ’ αψηλό σου κούτελο
ξάγρυπνος πάντα ανάβοντας στου γαλαξία τη φλόγα το
τσιγάρο σου  
σαν το βιγλάτορα πάμω απ’ τους άφωνους στρατιώτες
που κρεμάν στον ώμο τις αρβύλες τους  
και παν ξυστά στον τοίχο μ’ ανοιχτά του ντουφεκιού τους
τα ρουθούνια να μυρίσουν   τον αγέρα
οι λαοί σε ξέραν και σε φώναζαν με τ’ όνομά τους
όπως η αυγή φωνάζει: σ’ αγαπώ, κι όπως το βράδυ
λέει: θυμήσου.  
Σε ξέραμε από πριν δίπλα στη λέξη ζεστασιά δίπλα στη λέξη
εμπιστοσύνη  
μαζί με τους διακόσους μας μαζί με την Ηλέκτρα
ένα καινούργιο αστέρι κρεμασμένο ανάμεσα στα
κυπαρίσσια μας  
σαν του ήρωα το χαμόγελο μεσ’ απ’ τις λόγχες του εκτελεστικού
αποσπάσματος  
ένα ψωμί σταρένιο στο τραπέζι του φτωχού
ένα σπαθί στης λεβεντιάς το χέρι



                    ΑΘΗΝΑ, 22.5.46

Δεν υπάρχουν σχόλια: