Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

.ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ







Ο Σεφέρης ήταν ενσυνειδήτως διδακτικός. Μετά τον Παλαμά, ο τελευταίος διδάσκαλος του γένους. Δεν θα υπάρξει άλλος. Μας τελείωσε το είδος. Δίδαξε τα στοιχειώδη και τα σπουδαία με σπάνια εντιμότητα: χωρίς απλουστεύσεις και εκλαϊκεύσεις. Με οξύνοια και απόλυτη ακρίβεια διατύπωσε και τα πλέον δύσκολα με απλή ρέουσα γλώσσα, χωρίς ίχνος φραστικής εκζήτησης ή νοηματικής υπερβολής, σχεδόν ταπεινά, χωρίς πνευματική πόζα ή αλαζονεία. Ο λόγος του είχε τη θερμότητα και τη φυσικότητα της προφορικής ομιλίας, χωρίς να αισθηματολογεί ή να ασημαντολογεί. Υπηρέτησε, όσο ελάχιστοι, το ουσιώδες. Δεν υπάρχουν σκουπίδια στη γλώσσα του. Ήξερε καλά τις θεωρίες αλλά δεν ζούσε γι' αυτές· απλώς τις χρησιμοποιούσε, όταν χρειαζόταν. Δεν ήταν ανιαρά αφηρημένος. Το συγκεκριμένο ήταν ο στόχος του και είχε πάντα κάτι να πει. Δεν μιλούσε για να μιλάει. Ακόμη και για τα πιο πνευματικά θέματα νόμιζες πως είχε μιαν αμεσότητα σωματικής επαφής σαν να εισέπραττε το καθετί με ολόκληρη τη σωματική του υπόσταση και όχι μόνο με το πνεύμα του. Η παιδεία του ήταν μεγάλη αλλά δεν υπήρξε δούλος της πολυμάθειας. Από τη συσσώρευση των γνώσεων προτιμούσε τη σωστή τους χρήση.



Πάντως και σαν άνθρωπος έμοιαζε πολύ στα γραφτά του. Στις συζητήσεις του με τον Έλιοτ ισοπαλία.

Έρχεται στη Θεσσαλονίκη το '62, στο τελευταίο μάθημα που έκανε γι' αυτόν ο Σαββίδης. Τον βλέπω για πρώτη φορά. Το σώμα του έδινε πιο πολύ την εντύπωση του βάρους και όχι του πάχους. Βαρύ σώμα, βαρύ κεφάλι, σοβαρά βυζαντινά μάτια, πολύ μελαχρινός. Μιλούσε αργόσυρτα με κάποιους μελωδικούς τόνους στη φωνή. Μειλίχιος και ευγενικός στους τρόπους.



Παίρνει το Νομπέλ. Του γράφω ένα γράμμα και τον παρακαλώ να μην ξεχνά τα γραπτά του Αρτεμιδώρου. Μου στέλνει μια κάρτα από τη Στοκχόλμη και μου απαντά ότι δεν τα ξεχνάει.

Γυρίζουν και πάω να τους δω. Μου δείχνουν το μετάλλιο του Νομπέλ ολόχρυσο και μεγάλο σαν πιατάκι του καφέ και πολλές φωτογραφίες. Μιλούν και οι δυο μαζί για τη θερμή υποδοχή των Σουηδών, για την παιδική χορωδία που τους είπε «καλημέρα» το πρωί της απονομής, για τη συγκινητική μεγαλοπρέπεια της τελετής, αλλά και για την πρωτοφανή αγνόηση της βράβευσης από το ελληνικό κράτος. Κανείς στο σπίτι, στην απονομή του βραβείου, στο αεροδρόμιο. «Μα καλά δεν κατάλαβαν καθόλου ότι στο πρόσωπό μου βραβευόταν η Ελλάδα;» αναρωτιέται. (Τι να πω, ότι εκτός από αδαείς περί την τέχνην είναι και κόπανοι ως πολιτικοί;) Σκέψου ότι ακούστηκε και αυτό: «Ότι οι Σουηδοί μου έδωσαν το Νομπέλ επειδή πούλησα την Κύπρο στους Εγγλέζους!». Πρώτη φορά τον βλέπω να μιλάει τόσο ζωηρά με πικρία, απορία, αγανάκτηση και αηδία.

Έτσι ο λόγος του Χέντερλιν «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο καιρό;» βρήκε επιτέλους το αληθινό του νόημα: Δεν χρειάζονται.

(Νόρα Αναγνωστάκη, ως3 Μηνιαίο περιοδικό πολιτισμού)



Με ......το λόγο του Γιώργου Σεφέρη



Λίγο ακόμα

θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο

τη θάλασσα να κυματίζει



Λίγο ακόμα,

να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.

(Μυθιστόρημα)



Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί

ετούτη η χάρη.

Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές

που σιγά – σιγά βουλιάζει

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε

από τα μαλάματα το πρόσωπό της

κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η

ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

(Ένας γέροντας στην ακροποταμιά)



Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο κι απάτη,

ή ακόμα ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους…

………………………………………………

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις δεν μπορείς….

………………………………………………….

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει

στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο

μνισιπήμων πόνος. …..

(Τελευταίος Σταθμός)



Δακρυσμένο πουλί,

στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη

που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,

άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως οι ανθρώποι δε θα ξαναπιάσουν

τον παλιό δόλο των θεών

αν είναι αλήθεια

πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,

ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη

ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο

είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,

δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει

μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε

πως τόσος πόνος τόση ζωή

πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

(Ελένη)



Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.

Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο.

(Το ναυάγιο της «Κίχλης»)



Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

Παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες….

Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937.

(Με τον τρόπο του Γ. Σ.)



Δεν υπάρχουν σχόλια: