Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Ο ΡΙΤΣΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΥΝΤΕΜΗ



Μενέλαος Λουντέμης


Η σύλληψη, η εξορία και η παραπομπή σε δίκη του Μενέλαου προκαλούν έντονες αντιδράσεις ιδιαιτέρως μεταξύ του πνευματικού κόσμου της χώρας. Επιστολές, ανακοινώσεις, επισκέψεις, διαμαρτυρίες σε υπουργούς από μέλη της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Και ο συνεξόριστός του στη Μακρόνησο Γιάννης Ρίτσος δημοσιεύει στην «ΑΥΓΗ» τον Απρίλιο του 1955 το ποίημα-αφιέρωμα:


Αλήθεια, Μενέλαε, πολύ βουρκωμένες οι μέρες μας.
Συννεφιάζει στα μάτια των παιδιών που κοιτάζουν
το λιόγερμα
συννεφιάζει στα μάτια των μανάδων που μπαλώνουν
στο κατώφλι τις κάλτσες μας και τα χρόνια μας
συννεφιάζει στο τραπέζι που λείπει ο ήλιος του ψωμιού
συννεφιάζει στα τζάμια των σπιτιών που βλέπουν
στα συρματοπλέγματα.
Ο ουρανός είναι κομμένος σε μικρά τετράγωνα
απ΄ τα σταυρωτά κάγκελα,
ψάχνω στη συννεφιά και στη νύχτα να βρω το σπίτι σου,
αδελφέ μου,
Μυρτούλα, λέω, Μυρτούλα,
Μυρτούλα που είσαι σαν μπουκετάκι φως στη νύχτα
της λύπης,
Μυρτούλα που είσαι δυο σειρές μυρτιές στις όχτες
της καρδιά του,
Μυρτούλα, ο πατερούλης με την πίκρα σου
φτιάχνει χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά
χιλιάδες μπουκετάκια περασμένα στις πευκοβελόνες
της έγνοιας του.
Τα αφήνει σιωπηλά στα φτωχόσπιτα
Τ’ αφήνει στις λαϊκές ταβέρνες, στα μπαρμπέρικα με
τους πικρούς συνοικιακούς καθρέφτες
 Τ’ αφήνει στο τραπέζι του άνεργου πλάι στο σταχτοδοχείο
με τ΄ αποτσίγαρα του μόχθου του
 Τ’ αφήνει στο παγκάκι του μπαλωματή, στα πανέρια
των πλανόδιων μικροπωλητών
Τ’ αφήνει μπρος στο κόνισμα της ειρήνης πλάι σ΄ ένα
κλουβί καναρίνια
Πάνω στα λιγνά γόνατα της φτώχειας
Μπροστά στη μητρόπολη της Δημοκρατίας.
Χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά, σ΄ όλα τα σκαλοπάτια
της νύχτας
-είναι τα χνάρια του για να τον βρεις, Μυρτούλα.
Προχτές καθόταν μονάχος στην πέτρα.
Μαδούσε τις μαργαρίτες των άστρων και φώναζε:
Καληνύχτα ζωή, καληνύχτα. Δεν τον άκουσες’
Βουρκωμένες μέρες, βουρκωμένες νύχτες, βουρκωμένες
καρδιές.
Μαύρα τα σπίτια, μαύρα, κατάμαυρα
μισόκλειστες οι πόρτες των μεγάρων.
Σε κάθε γωνιά μια λόγχη οργής. Που είσαι, αδελφέ μας;
Ανάβω το λαδοφάναρο της καρδιάς μου και ψάχνω
Φωτίζω μια-μια τις ταμπέλες των δρόμων και τις πόρτες:
οδός Αβύσσου, οδός Αβύσσου, αριθμός μηδέν.
Όχι, δεν είναι εδώ το σπίτι του αδελφού μας,
το σπίτι του αδελφού μας είναι αλλού –που ψάχνεις;
Μοσκοβολάει η νύχτα γιασεμί κ’ ελπίδα –είναι τα χνάρια
σου, Μενέλαε.
Στέκω, βάζω τ’ αυτί στον τοίχο του σκοταδιού, αφουγκρά-
ζομαι,
ακούω τις ανάσες των άστρων –είναι η φωνή του αδελφού
μας:
Παππού Θεέ, κι άλλη βολά σε περικάλεσα στο Βερτεκόπι –
δε θυμάσαι;
Είναι καιρός που με βλέπεις δίχως ρούχα, δίχως Σέικα
δίχως ψωμί και δεν με συμπονάς.
Ο Δροσιάδης, το γειτονάκι μου, έχει ίσαμε δέκα φορεσιές,
έχει κι ένα ψηλό-ψηλό μπαλκόνι να μας φτύνει σαν περνάμε.
Παππού, ως και στα σαλιγκάρια έδωκες στο καθένα το σπι-
τάκι του,
ως και στις χελώνες έδωκες στην κάθε μια
την παραγκίτσα της,
μια και δεν μπορείς να δώκεις κάτι και σε μένανε
γιατί δεν με κάνεις σαλιγκάρι ή χελωνόπουλο;
Μα, όχι, παππού, δεν χρειάζεται.
Το άγριο κατσικάκι ο αδελφός μας σκαρφαλώνει τα βράχια
της οργής σου.
Πηδάει ένα-ένα τα γκρεμνά της πληγής του
και πάει μπροστά μαζί με τ΄ αδέλφια του
ν΄ ακουμπήσει το πυρωμένο του μέτωπο στο δροσερόν ώμο
της αυγής.
Μενέλαε, σε βλέπουμε τα βράδια ν΄ ανεβαίνεις το βουνό
με τ΄ αγκάθια
κουτσαίνοντας απ΄ το βαρύ φορτίο ενός φεγγαριού στοργής
που κουβαλάς στους λιγνούς ώμους σου
και πλάι σου η Μυρτούλα μ΄ένα ξύλινο καραβάκι
χαμόγελο
και πλάι σου η Σέικα με μαλλιά από λουλουδάκια γαζίας
και παρακεί τα λουστράκια με τα κασελάκια τους γεμάτα
μικρά ουράνια τόξα
να βάψουν τα πέδιλα της άνοιξης και τα φορέματα
των λουλουδιών
και στα ζερβά της Μυρτούλας, το Γυφτάκι ντυμένο
την Κυριακή της προσευχής σου
και στα δεξιά σου το Τουρκάκι με δυο σταυρούς απορία
στο λιόγερμα των ματιών σου
κι η μάνα σου μ΄ ένα ποτήρι θάλασσα αλατισμένη απ’
τα δάκρυα όλων των μανάδων
και πίσω σου οι λασπάδες με βουνά κεραμίδια στη ράχη
τους για τις καινούργιες στέγες των φτωχών
στέγες κατάστιχτες απ΄ τις κουτσουλιές των περιστεριών
και των άστρων
οι λασπάδες σου με μεγάλα στρογγυλά σταμνιά για το νερό,
το λάδι, το κρασί της παγκόσμιας αγάπης.
Τι κόσμος, Μενέλαε, κοντά σου,
μητέρες και παιδιά και πολιτείες και αιώνες
ταϊσμένοι απ΄ το ράμφος της πένας σου
θρεμμένοι από τον κόκκινο άρτο της καρδιάς σου
και τα γκαρσόνια της Αιδηψού με τις άσπρες πετσέτες
στραβά στον ώμο τους
να ξεσκονίζουν απ΄ τη γύρη των πεύκων τα πράσινα τραπεζάκια
μιας ακροθαλασσιάς από λιακάδα λευτεριάς κι ευτυχία.
Κόσμος και κόσμος κι ο Λουκάς ο «Πανοραματοποιός»
-α, εδώ ο μαγικός φακός της τέχνης σου, Μενέλαε-
ΕΔΩ, κύριοι, βλέπετε τις πυρκαίες  και τους καπνούς μιας
πολιτείας που καίγεται και λιώνει και τελειώνει
πάιντος, πάιντος, πάιντος,
κι ΕΔΩ αδέλφια, βλέπετε τη νέα πολιτεία,
ανθρώπους που σφίγγουν τα χέρια και φιλιούνται,
βουνά σιδεροδοκούς, βουνά καρπούς, βουνά στάχυα,
ζευγαράκια στα πάρκα, η Μυρτούλα μ’  ένα καινούργιο
λουλουδιστό φόρεμα,
πέτρινη γούρνα στη μέση της αυλής που πίνουν το νεράκι
τ΄ ουρανού τα σπουργίτια κι οι κότες.
Τούτα τ΄ ανθισμένα δέντρα που βλέπετε στον ορίζοντα
είναι οι καπνοί των συντροφικών τραίνων –τ΄ αεροπλάνα
δικά μας, -έμπα,
περιστέρια, περιστέρια, περιστέρια στις ψηλές καμινάδες,
πλατιά παράθυρα σαν ανοιχτά βιβλία με φαρδύστενους
στίχους,
τραβήξου πιο κει, θα βάψεις τα πόδια σου στο μούστο
της χαράς.
ΕΔΩ οι εργάτες σηκώνουν στη ράχη τους τον ειρηνικό
μόχθο
σαν ένα ακορντεόν ξεχειλισμένο από εύθυμα τραγούδια σε
μια εκδρομή Σαββατοκύριακου στον πευκώνα.
ΕΔΩ ο Κρίστα μ’   ολοκαίνουργια παπούτσια και με φρέσκα
μύγδαλα στις τσέπες του παντελονιού του
ΕΔΩ ο μεγάλος μας φίλος μ΄ έναν Απρίλη γαρύφαλλα κάτου
απ’  το ματωμένο του πουκάμισο
και τα ποτάμια ζεμένα για το αγώι μας σαν άλογα.
ΕΔΩ οι σημαίες, τα τύμπανα κ’  οι σάλπιγγες.
ΕΔΩ ο Νερούντα, ο Φαντεέφ, ο Χικμέτ, ο Αραγκόν,
ο Ερεμπούργκ κάτου απ΄ τις λεύκες της βεβαιότητας
κουβεντιάζοντας μεγάλα τριαντάφυλλα λόγια
πελώρια όνειρα ορείχαλκο
πολυώροφα ποιήματα από μπετόν, σίδερο και ήλιο
ποίηματα λαϊκές πολυκατοικίες και πανεπιστήμια
και αστεροσκοπεία
ΕΔΩ, αδέλφια, βλέπετε
ΕΔΩ ανατέλλει το ψωμί
ΕΔΩ ο ανατέλλει ο άνθρωπος
εδώ ποτέ δε συννεφιάζει
εδώ δεν είναι πάιντος
είναι η αρχή του κόσμου
αρχή, αρχή, αρχή
ΕΔΩ δεν είναι το παλιό «Πανόραμα»
είναι η Ζωή.
Εδώ τα πλοία αράζουν
εδώ ο αδελφός μας Μενέλαος Λουντέμης
σεργιανάει στην προκυμαία της αξιοπρέπειας
κουβαλώντας περήφανα στους ώμους του
το φορτίο του ήλιου και την ευθύνη του
χαρούμενος
χαρούμενος
χαρούμενος
γιατί εδώ τελειώνουν τα συρματοπλέγματα
γιατί εδώ δεν είναι ένταλμα συλλήψεων
γιατί εδώ δεν διώκονται οι ποιητές που καρπίζουν τη γη
κ’  ανθίζουν τον αέρα.
ΕΔΩ η στοργή του λαού στεγάζει τους ποιητές του.
Εδώ είναι το σπίτι του Μενέλαου.
Όχι οδός Αβύσσου, αριθμός Μηδέν.
Οδός Ανθρώπου, αριθμός Ένα.
Δεν χρειάζεται να χτυπήσεις.
Η πόρτα ανοιχτή. Μπορείς να μπεις.
Μ΄ αναμμένο το φανάρι της καρδιάς μου μες στη νύχτα
φωτίζω την πόρτα σου, Μενέλαε. Σε βρήκα.
Περάστε, αδέλφια. Το σπίτι του όλους μας χωράει.
Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται απ’  τον ήλιο
της καρδιάς του και φωτίζει.

Απρίλης 1955



Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης-«Ο άνθρωπος που έκλεβε μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα»
Μενέλαος Λουντέμης  


ΦΩΤΗΣ ΣΙΟΥΜΠΟΥΡΑΣ, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης-«Ο άνθρωπος που έκλεβε μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα», εκδόσεις Δωρικός, 2005.

(Από τον πρόλογο)

…Δεκαέξι Μαρτίου 1976, φυλάκιο Προμαχώνα. Συναντώ για πρώτη φορά τον Μενέλαο Λουντέμη, τον αγαπημένο συγγραφέα των παιδικών μου χρόνων. Είχαμε «γνωρισθεί» τους τελευταίους μήνες μέσω των πρωτοβουλιών που είχαν αναπτυχθεί για την επιστροφή του στην πατρίδα.
Δεκαέξι Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου στην κλινική «Λευκός Σταυρός» στην Αθήνα, όπου ο Μενέλαος νοσηλεύεται, μετά τις «γνωστές» αλλεπάλληλες κρίσεις. Είναι καταβεβλημένος.
«Φοβάμαι… Αυτές οι ζαλάδες μ΄ έχουν τσακίσει…» μου ψιθυρίζει.
«Κι άκου… Τόσους μήνες νύχτα μέρα μαζί, να κρατάς σημειώσεις και αρχείο. Μια μέρα, μετά από μένα, να τα γράψεις. Να τα  κάνεις βιβλίο. Κάν’  το για μένα… Κάτσε να σου πω…»
Και μου άνοιξε (ξανά) την καρδιά του… Την τρυφερή του καρδιά, που ράγισε λίγο καιρό μετά κι έπαψε να χτυπά σχεδόν έξω από το σπίτι μου.
Χρόνια μετά η υπόσχεση που έδωσα στον Μενέλαο υλοποιείται. Δεν πρόκειται για βιβλίο-βιογραφία. Είναι μια καταγραφή άγνωστων στοιχείων από την πορεία της ζωής του δικού μας Μενέλαου Λουντέμη. Στοιχεία που ο ίδιος δεν έχει παραθέσει στα βιβλία του. Και ήταν πολυγραφότατος ο Λουντέμης. Μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα. Έγραφε όπως ανάσαινε. Δεν σταματούσε ποτέ.
Μέσα στα σαράντα τόσα χρόνια της συγγραφικής του σταδιοδρομίας έδωσε έργο τεράστιο, παρ’  ότι δούλεψε κάτω από συνθήκες που μόνο ένα δυνατό ταλέντο σαν το δικό του θα μπορούσε να τις αντιμετωπίσει χωρίς να καμφθεί. Διώξεις, εξορίες, ζωή παρανομίας, αρρώστιες, νοσοκομεία, δίκη για εσχάτη προδοσία, που συγκλόνισαν τον πνευματικό μας κόσμο και έκαναν υπερασπιστές του ακόμη και αντιφρονούντες προς αυτόν, όπως ο Ε. Αβέρωφ, ο Κ. Τσάτσος, ο Γ.Θεοτοκάς, ο Γ.Μαύρος και τόσοι άλλοι. Αλλά πέρασε και άλλα δράματα. Τα οικογενειακά, ο εκτοπισμός του, η στέρηση της ιθαγένειάς του και η αναγκαστική 28χρονη απουσία του από την Ελλάδα τον είχαν τσακίσει.
Από το πρώτο του βιβλίο «Τα πλοία δεν άραξαν», βραβευμένο το 1938, αναγνωρίστηκε ως ένας δυνατός και πρωτότυπος πεζογράφος, με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, που τον μετάγγιζε αβίαστα στους αναγνώστες. «Μέσα στο βιβλίο αυτό», όπως είπε και ο Γ.Βαλέτας κατά την παρουσίαση του έργου του, στη βραδιά για τα 35 χρόνια συγγραφικής του παρουσίας, «καθώς και στο δεύτερο βιβλίο του με τον τίτλο «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο» (1940) υπάρχει όλος ο Λουντέμης του κατοπινού πολύτομου έργου του».
Στην αφήγηση ο Λουντέμης είναι μάγος. Του δόθηκαν οι χαρακτηρισμοί «Οδυσσέας των ελληνικών γραμμάτων» και «Έλληνας Γκόρκυ», ενώ ο Χρήστος Σαμουηλίδης στη μελέτη του «Τομές στο πεζογραφικό έργο του Μενέλαου Λουντέμη» τον αποκαλεί «Παπαδιαμάντη της Δυτικής Μακεδονίας». Αλλά ενώ ο Παπαδιαμάντης έβλεπε από κάποια απόσταση χρονική και τοπική τους ήρωές του και τους εξιδανίκευε ο Λουντέμης βρίσκεται πάντα ανάμεσά τους, παρών σ’  όλες τις στιγμές τους, ένας απ΄ αυτούς, που απλώς διηγείται. Σκύβει με κατανόηση και συμπάθεια πάνω στους απλούς ανθρώπους. Γίνεται ένα με τους καταφρονεμένους, με τους αδύνατους. Και τους αντιμετωπίζει έτσι, γιατί οι άνθρωποι αυτοί είναι φτωχοί «πονεμένοι» αδελφοί του.
Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους και δημοφιλέστερους συγγραφείς της γενιάς του μεσοπολέμου, αλλά και των μεταπολεμικών χρόνων και είναι ένας από τους πιο γνωστούς και πολυδιαβασμένους πεζογράφους στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, όπου έργα του μεταφράστηκαν, ιδιαίτερα στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Τα βιβλία του Ευαγγέλιο για πολλούς κυνηγημένους, εξόριστους, φυλακισμένους και μελλοθάνατους στην μετεμφυλιακή Ελλάδα. Πάνω απ’ όλα όμως το έργο του Λουντέμη αναγνωρίστηκε από το λαό. Υπήρξε μια μακρά περίοδος, που σχεδόν το 50%  των βιβλίων, που επωλούντο στην Ελλάδα, ήταν συγγράματα του Λουντέμη.
Μπορεί επισήμως η Πολιτεία να μην τον τίμησε, να μην αναγνώρισε το συγγραφικό του έργο. Κι αυτό το έφερε βαρέως. Ο ίδιος όμως –ελληνολάτρης μέχρι τα κατάβαθα της καρδιά του- πάλευε για το καλό της πατρίδας του μέχρι την τελευταία ώρα της ζωής του.
Το στοιχείο που κυριαρχεί στο έργο του Λουντέμη και του χαρίζει μεγάλη αξία και πνοή είναι το λαϊκό. Ανάμεσα στις αμέτρητες δεξιότητες που του χάρισε η φύση, αναπληρώνοντας τις τόσες αδικίες της ζωής του, είναι η καταπληκτική δύναμη και ευκολία της άμεσης αφομοίωσης και η μιμητική, που τον βοηθά στην απόδοση ιδιωματικών διαλόγων (στα ελληνικά, τούρκικα, γύφτικα, βουλγάρικα κ.λπ.).
Μέσα στα βιβλία του, εκτός απ’  τους θαυμάσιους διαλόγους που τους νομίζεις βγαλμένους από φωνοληψία, βρίσκουμε αμέτρητες αφηγήσεις λαϊκών ανθρώπων, που έχουν τόση φυσικότητα και χάρη, ώστε να ζωντανεύουν καταστάσεις, πρόσωπα και τύπους και να προσφέρουν κείμενα πρωτόπλαστης λαϊκής τέχνης. 
Το πεζογραφικό έργο του Λουντέμη, αυτό το απέραντο θεριεμένο ελληνόχαρο δάσος με τους παραδεισένιους ίσκιους και τα ξέφωτα, με την ατέλειωτη σειρά των λαικών ηρώων και μαρτύρων, αποτελείται από πέντε σειρές διηγημάτων: «Τα πλοία δεν άραξαν», «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», «Γλυκοχάραμα», «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά», «Βουρκωμένες μέρες». Το ύφος, η αφήγηση, η τεχνική, οι έξοχοι διάλογοι, τα θέματα παίρνουν νέα πνοή στα χέρια του Λουντέμη. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της διηγηματογραφίας του είναι το σκηνικό του βάθους και η ποικιλία των μορφών. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τα καλύτερα ή ν’  αναζητήσεις τα κατώτερα, γιατί όλα έχουν τη δική τους αξία με την ποίηση, τη σάτιρα, την ηθογραφική τους αξία ή την παραστατική τους δύναμη και προπαντός την απήχηση που αφήνουν στην ψυχή του αναγνώστη.
Η ποίηση , το διήγημα και ιδίως το μυθιστόρημα είναι τα είδη που καλλιέργησε  με επιμονή και πάθος. Τα ποίηματά του, συγκεντρωμένα στις ποιητικές συλλογές: «Κραυγές στα πέρατα», «Το σπαθί και το φιλί», «Το κοντσέρτο για δυο μυδράλια και ένα αηδόνι», «Τραγουδώ για την Κύπρο», «Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί», εκφράζουν στιγμές ψυχικής ανάτασης και δίνουν ένα λυρισμό γεμάτο δόνηση και πάθος.
Χειρίστηκε άξια όλα τα είδη λόγου, από ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, θέατρο, ταξιδιωτικά ως την πολιτική αρθρογραφία.
Σχεδόν καθένα από τα βιβλία του είναι και μια μαρτυρία από τη μακρόχρονη οδύσσειά του.
Μα ο Μενέλαος Λουντέμης δεν ήταν μόνο συγγραφέας, με όλα του τα προτερήματα. Τα προτερήματα ενός Λουντέμη. Ήταν, όπως τον περιέγραψε και η Τατιάννα Γκρίτση-Μιλλιέξ: «Ο τροβαδούρος με την κιθάρα και τις πολύχρωμες κορδέλες, ο άνθρωπος που έλιωσε το χιόνι με το χνώτο του για να κοιμηθεί στο παγκάκι του νεογέννητου πάρκου και έκλεβε μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα από το νεκροταφείο για να προσφέρει στην αγαπημένη, την πάντα ερωτευμένη καρδιά του…».
Και ήταν πάντα ερωτευμένος ο Μενέλαος. Ερωτευμένος πάνω απ΄ όλα με την ίδια τη ζωή.

Φ.Σ.



http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=33609

3 σχόλια:

Mina Papanikolaou είπε...

Αυτός είναι ο δάσκαλος και οδηγός.
Ο, που δημιούργησε γεννιές ήθους, Μενέλαος Λουντέμης (Τάκης Βαλασιάδης).

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ είπε...


Mina Papanikolaou

Το να διδάσκεις ήθος είναι πολύ σπουδαίο πράγμα. Είναι κάτι που λίγοι λογοτέχνες μας είχαν ή έχουν.
Μήπως δεν είναι πασιφανές αυτό;
Η ανάρτηση έχει εσένα κυρίως αποδέκτη.
Καληνυχτίζω!

Mina Papanikolaou είπε...

Κρατείτε σε ιδιαίτερο αρχείο κάθε αναφορά, σχόλιο, μαρτυρία για τον Λουντέμη. Ευελπιστώ σε συνολική παρουσίαση του έργου και της βιογραφίας του. Ο αντιπαθής! Τα έβαλε με όλους, πίστευε σε "ανοησίες" όπως αγάπη, ισότητα, δικαίωμα στη ζωή, στις ίσες ευκαιρίες.
Δες το αρχείο της ΕΡΤ. Συγκλονιστικές εκπομπές.
Ευχαριστώ Στρατή.
Καλό βράδυ!