Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Joyce Mansour


—————————————————————————-


Κραυγές 1953

Το μπηγμένο καρφί στο ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’ τ’ αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας
*
Κάλεσέ με με το τελευταίο μου όνομα
κρέμασε τα ρούχα μου στους πλανήτες στ’ άστρα
που οι κνήμες μου χωρίς διέξοδο βαδίζουνε στη γην επάνω
σπέρνοντας την απελπισία μου μέσα στις καρδιές των ζώων
που οι τελευταίες μου ειδήσεις ηχούν σαν πένθιμες καμπάνες
για να καλέσουν στη μετάνοια τους ανθρώπους
*
Σ’ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι,
οι παλιοί ιδρώτες μας δεν σ’ αηδιάζουν,
τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα σεντόνια μας
οι κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο αντηχούνε
όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το αχόρταγο κορμί σου,
το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει
που οι χθεσινοί μας πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου
*
Καθισμένη στο κρεβάτι μ’ ανοιχτές τις γάμπες
μπροστά της ένα κύπελλο
ψάχνοντας να φάει μα μη βλέποντας τίποτα
η γυναίκα με τα φαγωμένα απ’ τις μύγες βλέφαρα
βογγούσε
Απ’ τα παράθυρα μπαίναν οι μύγες
βγαίναν απ’ την πόρτα
μπαίναν στο κύπελλό της
μάτια κόκκινα μύγες μαύρες
φαγωμένες από τη γυναίκα
που δεν έβλεπε τίποτα
*
Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη μου
σε ανόσιες σε σμπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά της αφηρημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια σου
απ’ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος
*
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
*
Τα βίτσια των αντρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασάω τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου

Σπαράγματα 1955

Κάλεσέ με να περάσω μες στο στόμα σου τη νύχτα
διηγήσου μου των ποταμών τα νιάτα
πίεσε τη γλώσσα μου πάνω στο γυάλινό σου μάτι
δώσ’ μου για τροφό την κνήμη σου
κι ας κοιμηθούμε ύστερα του αδερφού μου αδέρφι
μιας και πεθαίνουν τα φιλιά μας
πιο γρήγορα παρά η νύχτα
*
Εξήγησα στη ριγωτή γάτα
τις αιτίες των εποχών της κουκουβάγιας τις ρίγες
την προδοσία των φίλων τον έρωτα των καμπούρηδων
και τον τοκετό του χταποδιού με τα πλοκάμια να σπαρταρούνε
που σέρνεται στο κρεβάτι μου και δεν αγαπά τα χάδια
Η ριγωτή γάτα άκουγε χωρίς να βλεφαρίζει ούτε ν’ απαντά
κι όταν έφυγα
η ριγωτή ράχη της
γελούσε
*
Κορμί μικρό κακοκαμωμένο
μες στο υπόγειο του δίχως ημέρες
μικρό κεφάλι καλογυαλισμένο
δίχως μάτια ούτε χαμόγελο
είναι η παιδική ηλικία
μικρά κόκαλα δίχως θέληση
τσακισμένα με σπουδή ανάμεσα σε άγουρα δάχτυλα
ινδικό χοιρίδιο πλαδαρό γλυκό και καταδικασμένο
παιδί διόλου τέκνο μιας μάνας δίχως εραστή
καταδικασμένο στη μοναξιά   καταδικασμένο στην επιστήμη
*
Πόδια σφιχτοδεμένα
η καρδιά σαλάτα
περιμένω θεέ το έμβρυο
για να πεθάνω καρφωμένη στον ουρανό
σαν ένα αστέρι
ευτυχισμένη
*
Θυμήσου την ακανόνιστη πτήση της καρδιάς μου
τη συγκίνησή σου
των τριχών μου το τσαλάκωμα
όταν μαζί γελούσαμε θυμήσου
τον παραγεμισμένον μ’ ευωδίες αγέρα
που απ’ το πυρωμένο μου κορμί προβαίνει
το παχύ γκρίζο καουτσούκ των χαύνων βραδιών του χειμώνα
Όταν ακούγαμε να βαρούν καμπάνες τα ποντίκια
τρώγωντας παπαρούνες
Εσύ κι εγώ θυμήσου
*
Άκουσέ με
Τα χέρια σου μ’ακούνε
Μην κλείνεις τα μάτια
οι κνήμες μου μένουν ανοιγμένες
παρά του μεσημεριού το φως που ουρλιάζει
παρά τις μύγες
Μην αποστρέφεσαι τα λόγια μου
Μη σηκώνεις τους ώμους
άκουσέ με Θεέ μου
πλήρωσα τη δεκάτη
κ’ οι προσευχές μου αξίζουν όσο και της πλαϊνής μου

Όρνια 1960

Little Rock
Όπου θα πας
θα πάω
πτυχωμένο με δάκρυα κεφάλι
Όπου θα προσευχηθείς
θα προσευχηθώ
Ω η απελπισία των αποκοιμισμένων τούτων τοίχων
Ο λαός σου θα είναι ο λαός μου
Το κρεβάτι σου η μόνη μου ελπίδα
Ο θεός σου θα είναι ο θεός μου
Κι ο αφαλός σου
η θέση που κουρνιάζω
γιατί μόνο το δέρμα σου είναι μαύρο

  

Η ΑΤΙΘΑΣΗ ΓΡΑΦΗ ΤΗΣ MANSOUR

...Γλώσσα που μ΄άλλη γλώσσα δεν μοιάζει!Σε κόβει στα δύο ,στα χιλια!Σε τσακίζει!Σαν να σου βαράει το κεφάλι στον τοίχο ,σα να σε σου τρώει το συκώτι ,σαν σα σε κοπανά σε τραχείς βράχους πλάι σε ήρεμη θάλασσα.Χωρίς αιδώ,χωρίς στόμφο,χωρίς δισταγμό,χωρίς θεωρία ,χωρίς ανάλυση,χωρίς πιθηκισμό,χωρίς συντηρητισμό,χωρίς σεβασμό και αξιοπρέπεια-αλίμονο!-χωρίς ψευτιά και σύμβαση!Με πόθο και πάθος,με ακαταστασία,με πολύ όνειρο και υπερρεαλισμό,με σαρκική αποχαλίνωση ,με δριμύτητα ,με σφοδρότητα,με τόλμη,μ΄αμίμητη σκληρότητα,με ατελείωτη προκλητικότητα,μ΄αυταρχισμό ,με κυνισμό,με ειλικρίνεια,με ερωτισμό και αυτο-ερωτισμό,με αυτοαναφορά ,με φλόγα,με πόλεμο,με μοναξιά,με ΣΟΚ ,ΜΕ ΧΑΟΣ,ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ!


Εκεί κάπου στέκει η ποίηση της JOYCE MANSOUR!.Μια ποίηση ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ.ΞΕΣΗΚΩΜΑ.ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ.Μια ποίηση γεμάτη μεταφυσική και εξαλλοσύνη,αγριότητα και ανηθικότητα,ντελίριο,ξέσπασμα και οραματισμό!Μια ποιήτρια από τη Γαλλία,με την οποία έχουν ασχοληθεί αρκετοί Έλληνες και έχουν μεταφράσει έργα της.Αναφέρω τους:Βικτωρία Παπαδάτου και τους ποιητές Nάνο Βαλαωρίτη,Τάσο Κόρφη, και Έκτορα Κακναβάτο Μια ποιήτρια που δεν φοβάται την ΄ΕΚΘΕΣΗ,το ξεγύμνωμα,την αποκάλυψη.Ενα αγρίμι που πορεύεται και πάει και δεν κρύβει πως είναι αγρίμι!Δεν ωραιοποιεί,δεν εξωραίζει,δεν μαλακώνει ,δεν συμβιβάζεται. Δεν κρύβει τη μελαγχολία,την αηδία,τον πόνο,την πικρία,τη διαστροφή ακόμα και τη λαγνεία.Φαίνεται πως όλα αυτά τα προτιμά από τον θάνατο η Μansour!Φαίνεται πως όλα αυτά τα μεταφράζει ως ΖΩΗ,με της οποίας το μέρος είναι τελικά!Σημειώνω εδώ πως η ποιήτρια πέθανε από καρκίνο του στήθους το 1986,στα πενηνταοχτώ της χρόνια.Ο ΄Εκτωρ Κακναβάτος στην εισαγωγή του βιβίου ΚΡΑΥΓΕΣ-ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ-ΟΡΝΙΑ,αναφέρει πώς <έξι μήνες πριν από τον θάνατό της,στην τελευταία της συλλογή Trous noirs είχε γράψει:΄΄Πρέπει να εισπνέι κανείς θάνατο|για να γιατρέψει το πνεύμα του|Το σφεντάμι γλύφει τον αγέρα |δίχως καλέμι|Περιμένω τη στροφή του
δρόμου|Στόμα ξερό από αγρύπνια|κυριευμένο από τον φόβο">.
H Μansour πάει πέρα από τη συμβαση...Στην αληθινή ποίηση δεν πρέπει να υπάρχει σύμβαση!Κάθε ποίημα και αίσθηση.Κάθε ποίημα και εμπειρία.Αντιτάσσεται στο βόλεμα της ψυχήξς και της γραφής .Αποδομεί.Καταστρέφει.Και πάλι συνθέτει.Είναι σπουδαία η Μαnsour.Γιατί δεν φοβάται τα γκρεμίσματα και τα τσαλακώματα.Κάθε ακρότητα και προχώρημα.Με επικίνδυνα ένστικτα στην αγάπη:<αγαπώ τη γεύση από το παχύ σου αίμα>,<άσε με να σε τυφλώσω>.Μια γενική παραφορά με διάχυτη τη σκέψη ή την παρουσία του θανάτου:<..η ομορφιά μου όλη μέσα στα δίχως κόρες μάτια σου πνιγμένη,μες στην κοιλιά σου ο θάνατος που το μυαλό μου τρώει,όλα ετούτα μιαν αλλόκοτη με κάνουν κόρη>.
Θάνατος χωρίς Έρωτα -και το αντίστροφο -δεν νοείται:<Χτες το βράδυ είδα το πτώμα σου...είδα το κρανίο σου...είδα τα κόκαλά σου ξεβρασμένα από την πρωινή θάλασσα...Τα καβούρια φιλονικούσαν για την σάρκα σου...Τίποτα δεν έμεινε από τα παχουλά βυζιά σου κι ωστόσο είναι έτσι που σε προτίμησα ,ανθέ μου...αιδοίο πέρα για πέρα λογχισμένο,λιόντισσας καρδιά αποσυνθεμένη...>.Άλλοτε παιχνίδι ερωτικό καννιβαλιστικό:<Θέλεις την κοιλιά μου για να τρέφεσαι|θέλεις τα μαλλιά μου για να χορταίνεις|θέλεις τα νεφρά μου,τα βυζιά μου,το ξουρισμένο μου κεφάλι|θέλεις λίγο λίγο να πεθαίνω|πεθαίνοντας να μουρμουρίζω παιδιάστικα λόγια>.Η ίδια ήταν μητέρα,κάπου όμως γράφει:<θα΄θελα ν΄αφανίσω των ονείρων μου το αίμα καταργώντας έτσι τη μητρότητα>.Υπερρεαλιστικές σκληρές εικόνες:<Πέταξες τα μάτια μου στη θάλασσα|ξερίζωσες από τα χέρια μου τα όνειρά μου|ξέσκισες τον μελανιασμένο αφαλό
μου|και μες στα πράσινα των μαλλιών μου φύκια π΄ανεμίζουν |το έμβρυο έχεις πνίξει>.Μια περιρρέουσα μοναξιά:<Σας είδα αγκαλιασμένους μες στον άνεμο...σας είδα πλαγιαμένους μές στον χολερικό χρυσό των σκοίνων...σας είδα κοιμισμένους|Κι έγώ δέντρο αλγεινό από γύμνια, μοναχικό ...δεν ήμουν παρά ένας κλόουν με καρδιά αναμαλλιασμένη>.Παρόλα αυτά,την μοναξιά,την απόγνωση... ,την πικρία,θα τομήσω να πω ότι η Mansour δεν πτοείται,δεν ηττάται,δεν κλείνεται στο καβούκι της.Θα γραψει:<..κλαίω αλλά προς τί;|Γριά τριάντα χρονών..|Όμως όχι,ακμαία δημιουργεί ,γιατί διακατέχεται από απόγνωση άκρως δημιουργική .Το ξαναλέω.Η ποιήτρια είναι με το μέρος της ζωής.Την ξεπερνά,την ακυρώνει τη ζωή και την ξανασυνθέτει.Την παει και τη φέρει.Ελαστική στα βιώματα,αυτοσαρκαστική και αγρίως παιχνιδίζουσα ,με το παράλογο αγκαλιά και με το λογικό συνάμα.Η αλήθεια κάπου στο μεταίχμιο,ν΄ακροβατεί χωρίς σκοινί και να γουστάρει ν΄αναλώνεται ολόκληρη :<δεν θέλω πια να φτιασιδώνω την αλήθεια σου...>.|<Κοίτα ,είμαι αηδιασμένη από τους άνδρες|τις ικεσίες τους το τρίχωμά τους|τηνπίστη τους τούς τρόπους τους|Μπούχτισα τις περίσσιες αρετές τους τις μισοντυμένες|Μπούχτισα τα κουφάρια τους|Άγιασέ με τρελό φέγγος που καταυγάζεις τα ουράνια όρη|Λαχταράω να ξαναγίνω κενό σαν ήσυχο μάτι της αγρύπνιας|Λαχταράω να ξαναγίνω άστρο>.Η λαχτάρα για το φως ,για την ομορφιά ,για την αγάπη ,για την απλότητα,την κανονικότητα,όχι όμως τη συμβατότητα ή τη συμβατικότητα.Η συμβατικότητα δεν συνάδει με αυτό που είναι η ποιήτρια,ένα συνοθύλευμα,ένας σίφουνας,μια κινούμενη- γεμάτη οίστρο -σκέψη και αίσθηση,ΌΛΑ και ΕΝΑ ,πληθωρική και ατίθαση.Η ηδονή ,ο έρωτας, το σεξ...σταθερά μοτίβα στο έργο της.Τα διαχειρίζεται μοναδικά.Ενδεικτικά:
Aφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλωμιάζουν
θέλω τ΄ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των ανδρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.
A.Ξ.




«…Ο λόγος της ενδίδει στην ασέλγεια, στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, στη λαγνεία, στο λεσβιασμό, στο βίτσιο, στο μακάβριο, στη διαστροφή, σ’ όλες τις παρενέργειες του ερωτικού παροξυσμού, επιστρατεύοντας και την αναισχυντία, προκειμένου να διασαλπίσει πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος», έγραψε ο Έκτωρ Κακναβάτος γι’ αυτήν. Ο Αντρέ Μπρετόν ονόμασε αυτό το σκανδαλώδες κορίτσι του υπερρεαλισμού και της μαγγανείας «Κονδυλώδες τέκνο του ανατολικού παραμυθιού».
Ήταν η Joyce Mansour. Γεννήθηκε στην Αγγλία, από Αιγύπτιους γονείς [1928-1986], ήταν πρωταθλήτρια της Αιγύπτου στα 100 μέτρα, ικανή ιππεύτρια, και με ρεκόρ στο βάδην και στο άλμα σε ύψος. Όταν εγκατέλειψε τον αθλητισμό στα είκοσί της χρόνια άρχισε να γράφει ποίηση. Οι «Κραυγές» της μάγεψαν τον Αντρέ Μπρετόν που επικοινώνησε μαζί της ενόσω ήταν ακόμα στην Αίγυπτο. Σαν πήγε στο Παρίσι με το σύζυγό της, έγιναν αχώριστοι με τον ακαταμάχητο πατέρα του υπερρεαλισμού.
Ο σύζυγός της Samir Mansour καταθέτει πως ήταν λυτρωμένη από τις υλικές μέριμνες, δεν ήξερε να βράσει ούτε αβγό, ήταν ιδιαιτέρως προσηλωμένη στις δραστηριότητες των φίλων της, δεν διέθετε καμία πειθαρχία στο γράψιμο και δεν έδινε εικόνα συγγραφέα. Ο ίδιος δεν την είχε δει ποτέ του να γράφει, τα χειρόγραφά της τα έδινε στο γιο της, για να της διορθώσει τα ορθογραφικά.
Η «μικρή μάγισσα» κατάφερε «να μαυλίσει τους τελευταίους μεγάλους υπερρεαλιστές», γράφτηκε μετά το θάνατό της, στα πενήντα οχτώ της χρόνια, από καρκίνο του στήθους. Η ποίησή της είναι ακαριαία, αφορά αποκλειστικά όσους αντέχουν το σώμα σε όλες του τις σαρκικές υπερβολές, με όλα του τα πάθη, σε αυτούς που μπορούν να κοιτάξουν τον υπερρεαλισμό ως ένα είδος υλοποιημένου, μερικές φορές τερατόμορφου, ερωτισμού.


Δεν υπάρχουν σχόλια: