Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ



                                              [Τα Στιγμιότυπα]
Προπαντός η ακρίβεια, έλεγα. Κι όλο πρόσεχα να 'ναι στενό το διά-
φραγμα. Όταν προχώρησα στην εμφάνιση το είδα καθαρά: είχα κερ-
δίσει τύπους από στιγμές ή, αλλιώς, «στιγμιότυπα» που, άπαξ κι υ-
πήρξανε μια φορά, τίποτε, ποτέ πια, δε θα μπορούσε να τα κατελύσει.
                                                        α΄
ΚΕΡΚΥΡΑ
Ανοιξιάτικη νύχτα σε μακρινό εξοχικό νεκροταφείο. Το φωτεινό
εκείνο σύννεφο από πυγολαμπίδες που αλλάζει ανάλαφρα θέση από
τάφο σε τάφο.
ΜΥΤΙΛΗΝΗ
Στα Μυστεγνά, πρωί, ανεβαίνοντας τους ελαιώνες για το εκκλησάκι
της Αγίας Μαρίνας. Το βάρος που νιώθεις να σου έχει αφαιρεθεί
σαν αμαρτία ή τύψη και χωνεύεται από το χοντρό χώμα, λες και το
τραβά η μεγαθυμία των προγόνων.
ΣΚΙΑΘΟΣ
Την ώρα που η μικρή βάρκα μπαίνει στη θαλασσοσπηλιά κι από το
εκθαμβωτικό φως άξαφνα βρίσκεσαι κλεισμένος μέσα σε μια παγω-
μένη γαλαζοπράσινη μέντα.
ΑΝΔΡΟΣ
Στραπουργιές. Φεγγαρόφωτο πάνω στους ανθισμένους γκρεμούς κι
ως πέρα στο μυριστικό πέλαγος, ατελεύτητα.
ΜΥΚΟΝΟΣ
Ταρατσάκι. ανάμεσ' από γλάστρες με γεράνια ένας ρόδινος τρού-
λος, λευκά τόξα, κατάρτια υφαίνοντας τον ουρανό, η Δήλος.
ΠΑΡΟΣ
Κτήμα «Έλητας». Δειλινό. Πάπιες και χήνες. Κάποιος, πάνω στ' α-
λώνι, αποκοιμισμένος, με μια πελώρια ψάθα στο κεφάλι και τα πόδια
μισάνοιχτα.
ΚΥΘΝΟΣ
Η ράχη της νησίδας «Πιπέρι» ασύμμετρα τριγωνική, όπως φαίνεται
το δειλινό από την Κανάλα.
ΣΕΡΙΦΟΣ
Παραπλέοντας το νησί μες στο καταμεσήμερο. Καίνε τα γυμνά σου
μπράτσα πάνω στην κουπαστή. Κι ολοένα, μία μέσ' απ' την άλλη, ξε-
τυλίγονται οι μικρές αγκαλιές εωσότου τέλος απλώνεται η μεγάλη
με το λευκό στέμμα στην κεφαλή.
ΑΙΓΙΝΑ
Η ώρα έντεκα, να φυσά στον ανήφορο της Παλιοχώρας. Ερημία.
ΣΠΕΤΣΕΣ
Άγιοι Ανάργυροι. Στα ρηχά ο διάφανος βυθός όλο τρυπίτσες κι από
πάνου το πεύκο, γέρικο, σπασμένο, αδειάζοντας ευωδιές σαν να ξε-
πληρώνει παλιό χρέος.
ΥΔΡΑ
Μεγάλη Παρασκευή. Παπάδες κι αγόρια με ξαφτέρυγα, στις βάρκες.
Το πλήθος μ' αναμμένα κεριά. Ω γλυκύ μου έαρ...
ΠΑΤΜΟΣ
Ανοιχτόχρωμα τα τρεμάμενα κύματα και σκούρος, βαρύς, αντίκρυ, ο
κωνικός βράχος. Ακούγεται το ντουκ ντουκ ενός μπενζινοκάικου που
περνάει χωρίς να φαίνεται.
ΡΟΔΟΣ
Στην παλιά ελληνική συνοικία. Ό,τι παίρνει το μάτι σου από τις μι-
σάνοιχτες πόρτες: ξυπόλυτα μωρά και πελώρια μπανανόφυλλα. Στο
βάθος, απλωμένες μπουγάδες και μία γάτα.
ΚΥΠΡΟΣ
Στο «Σουλτάν Τεκέ» λίγο πιο έξω από τη Λάρνακα. Οι σκιές από τα
φύλλα που μετατοπίζονται με τον άνεμο ρυθμικά και μοιάζουν με
κρησάρα που δουλεύει ασταμάτητα όπως ακριβώς η συνείδηση.

AIX-EN-PROVENCE
Άξαφνη άνοιξη. Μέσ' από κάγκελα με γλυσίνες κεφάλι κοριτσιού
που κοιτάζει με απορία.

ST-JEAN-CAP-FERRAT
Το παραλιακό μονοπάτι που οδηγεί στην Beaulieu. Αριστερά, κήπος
απέραντος μ' απανωτά επίπεδα κι έναν υψηλόσωμο σκύλο που κοιτά-
ζει με υπεροψία. Δεξιά, η θάλασσα, σχεδόν άσπρη. Μυρίζει φρεσκο-
κομμένο τριφύλλι.

PARERMO
Εσωτερικό εκκλησίας όπως μου εμφανίσθηκε στον ύπνο μου. Τοιχο-
γραφίες κοκκινωπές και πλακάκια μαύρα και άσπρα στο δάπεδο. Ζέ-
στη.

AMPURIAS
Απόγεμα φθινοπωρινό ανάμεσα στα ερείπια. Βλέπεις τη θάλασσα
μουντή κάτω από το ψιλόβροχο και συλλογίζεσαι μια χαμένη ελλη-
νική αυτοκρατορία. Για χάρη της γλώσσας, όχι για τίποτε άλλο.
CÓRDOBA
Μικροσκοπικό patio σε φτωχογειτονιά. Σιντριβανάκι, καμάρες, α-
νοίγματα στο βάθος με παραβάν από χάντρες. Δυο αγόρια κουρεμένα
που παρατάνε το παιχνίδι τους και παρατηρούνε όλο περιέργεια τον
ξένο.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ
Από το κατάστρωμα του «Φελίξ Ντζερτζίνσκι»: στην προβλήτα ένα
πλήθος με αγριωπά πρόσωπα. Μακριά στο βάθος, ανάμεσ' από τις
αιχμές των μιναρέδων, η Αγία Σοφία.
ΚΑÏΡΟΝ
Μέσα στη σκόνη και στο πλήθος μιας λαϊκής συνοικίας. Κηδεία με
παπάδες Κόπτες που προχωρούνε ψιθυρίζοντας ακατανόητα λόγια
μες στο καταμεσήμερο.
                                                        β'
ΑΙΓΙΝΑ
Χαρμάνι από αρμπαρόριζα και γιασεμί, τα μεσάνυχτα.
ΣΠΕΤΣΕΣ
Η πλώρη χτυπώντας, με το σκαμπανέβασμα, πάνω στα κύματα. Κάθε
φορά, κι η αφρόσκονη καταπρόσωπο.
ΖΑΚΥΝΘΟΣ
Δειλινό στο Ακρωτήρι, στο παλιό σπίτι του Διονυσίου Σολωμού.
Μπρος από το μεγάλο, στρογγυλό, πέτρινο τραπέζι του κήπου. Δέος
και σιωπή. Και συνάμα υπόκωφη, παράξενη παρηγοριά.
ΜΥΤΙΛΗΝΗ
Μια κουταλιά γλυκό βύσσινο μετά τον απογεματινόν ύπνο.
ΧΙΟΣ
Πυργί. Από τη λάβρα έξω, μέσα στην υγρή δροσιά της εκκλησιάς.
Σ' όλο το σώμα η αίσθηση του ασβέστη, με τις μισοσβησμένες τοι-
χογραφίες.
ΣΙΦΝΟΣ
Δώμα με κυματωσιές. Αρμοσμένο το γυμνό σώμα, σαν από τότε, θα
'λεγες, που γεννήθηκες μες στη λειψανοθήκη του ήλιου.
ΚΑΛΥΜΝΟΣ
Μια συναγρίδα ψητή με πολύ εκλεκτό λάδι και λεμόνι.
                                                        γ'
Η ΑΝΝΟΥΛΑ
Την ώρα που πλένεται, μετά που τέλειωσε την μπουγάδα, στη μεγά-
λη πέτρινη γούρνα του πλυσταριού. Λευκό φωτεινό σώμα.
Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
Που διαβάζει για τις «Εισαγωγικές» ενώ χαϊδεύει αφηρημένα τ'αρι-
στερό της στήθος και, σε κάποια στιγμή, με το μολύβι που κρατάει,
κεντά ρυθμικά τη ρώγα του.
Η ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ
Καθώς το φεγγάρι προχωρεί και την κυριεύει από τα πόδια. Πλέει
ανάσκελα μέσα στο φως, κι από τα γυμνά στήθη, που ανεβοκατεβαί-
νουν, φτάνει μια μυρωδιά περιβολιού και θάλασσας.
Η ΔΗΜΗΤΡΑ
Ψηλά στην καμινάδα της ταράτσας. Ο άνεμος της παίρνει μαλλί,
φουστάνι. Λάμπει απ' το ίδιο της το δέρμα και στρέφεται δεξιά κι α-
ριστερά σαν πουλί ανεξήγητα ευτυχισμένο.
Η ΜΠΙΛΙΩ    
Που αφήνει να πέσει το νυχτικό της, το ξανασηκώνει, τέλος το πετά
και κάθεται αντικρύ στην μπαλκονόπορτα με λυμένο πίσω της τον
στηθόδεσμο.
Η ΙΝΩ
Προτού κοιμηθεί το βράδυ. Ποτίζει τις γλάστρες και, στο δυνατό
φως της βεράντας, το σώμα της διαγράφεται μέσα από τ' αραχνοΰφαν-
το νυχτικό. Την μπερδεύεις με τα λουλούδια.
Η ΠΟΠΗ, Η ΑΓΓΕΛΑ, Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ
Που κοιμούνται βαθιά: η μία με τους γλουτούς κατά δω· η άλλη α-
νάσκελα με το 'να χέρι στο γυμνό στήθος· η τρίτη με το δεξί πόδι
λυγισμένο και τα μπράτσα ψηλά γύρω από το κεφάλι. Ενώ από την
μπούκα της πόρτας φτάνει αεράκι από ζουλιγμένο μενεξέ και λεμο-
νόδεντρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: