Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Νικόλαος Δημητρίου, Υπουργός.



Ο ήλιος είχε χαθεί στον ορίζοντα. Μια κόκκινη απόχρωση που ξεθώριαζε έπαιζε με τα λιγοστά σύννεφα στην άκρη του ουρανού. Στο βάθος τα φώτα της πόλης άρχισαν δειλά να κάνουν την εμφάνισή τους και να μπλέκονται ανάμεσα στις σκιές των ψηλών κτιρίων. Η ζέστη δεν έλεγε να υποχωρήσει, ακόμα και τώρα ήταν ανυπόφορη.
Μακριά από την τσιμεντένια πολιτεία, στο περιτριγυρισμένο από άφθονη βλάστηση  σπιτικό του, ο Νίκος  χάζευε τον ήχο της σιωπής. Μοναχά κάποια ανήσυχα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακόμα, ξεχασμένα από το μεσημέρι και συνεπαρμένα από το ρυθμό της φωνής τους. Εκείνο το απόμερο και ήσυχο σπίτι ήταν το καταφύγιό του. Απόμαχος της πολιτικής, είχε ανακαλύψει εκείνο το ήσυχο σημείο και περνούσε τον καιρό του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ενώ είχε αποσυρθεί από το δημόσιο βίο δεν είχε σταματήσει να τον παρακολουθεί.
Αυτό που τον απασχολούσε ακόμα είναι κάποιες υποθέσεις που είχε χειριστεί ως υπουργός των εξωτερικών. Είχε δώσει εντολές που δεν άρμοζαν στο χαρακτήρα του, αλλά η πολιτική επιτάσσει τη λήψη αποφάσεων με γνώμονα μόνο τη λογική. Συναισθηματισμοί δε χωρούσαν και το ήξερε πολύ καλά. Όμως, τώρα πια αποστασιοποιημένος κι ελεύθερος ένιωθε ένα μεγάλο βάρος να τον πιέζει. Οι Ερινύες άρχισαν να τον επισκέπτονται όλο και συχνότερα. Καταριόταν τη στιγμή που ανέλαβε το υπουργείο, αλλά η ματαιοδοξία του τον είχε τυφλώσει. Ασχολήθηκε με την πολιτική όχι γιατί ήθελε να την υπηρετήσει, αλλά γιατί ήθελε να μπει μπροστά από τους άλλους, να ξεχωρίσει. Λάτρευε όταν άκουγε να τον αποκαλούν «κύριε Υπουργέ». Ήταν ότι ηδονικότερο είχε φτάσει ποτέ στα αυτιά του. Κι όλη εκείνη η δουλοπρέπεια των υπαλλήλων, του ανύψωνε το ηθικό στον ουρανό κι ακόμα παραπέρα. Ήταν γεννημένος για να ξεχωρίζει, για να φαίνεται, δεν μπορούσε να είναι δεύτερος, δεν το ανεχόταν. Κι όμως, όταν οι πολιτικοί του φίλοι τον παραγκώνισαν και η πολιτική τον έδιωξε από την αγκαλιά της είδε τα πράγματα ξεκάθαρα. Είχε οδηγήσει δυο ανθρώπους στο θάνατο. Οι εντολές που είχε δώσει ήταν σαφέστατες. Ή ταν ή επί τας, τους είχε πει όταν συναντήθηκαν στο γραφείο του στη Βουλή. Και τελικά το μοιραίο δεν άργησε να έρθει. Η ανακοίνωση από το υπουργείο ήταν απλώς μια δήλωση άγνοιας κι αποποίησης ευθυνών. Τότε δεν είχε δώσει καν σημασία στο γεγονός, ίσα ίσα που θύμωσε κιόλας γιατί η αποστολή δεν ήταν επιτυχής. Στους συνεργάτες του απλώς επισήμανε την ανικανότητα των δυο αντρών θεωρώντας τους ανίκανους να ανταπεξέρθουν στις απαιτήσεις της αποστολής.
Όταν άλλαξε η κυβέρνηση κι απομακρύνθηκε από το κόμμα μαζί με άλλους συναδέρφους του χρεωμένος για την ήττα, πικράθηκε. Ο νους του ήταν μικρός για να χωρέσει το μέγεθος όλης αυτής της πτώσης. Είχε θέσει ως στόχο την αρχηγία και ξαφνικά βρέθηκε μόνος και ξεχασμένος. Ο λόγος και η παρουσία του πλέον όχι μόνο δεν είχε κάποια σημασία, αλλά ήταν και ανεπιθύμητη. Γκρεμίστηκε όλο του το είναι με την τραγική για κείνον εξέλιξη. Στην αρχή προσπάθησε να πιαστεί από κάπου, να σώσει ότι μπορεί, να σωθεί ο ίδιος. Μάταια όμως, ήδη την επόμενη μέρα της διαγραφής του ήταν ξεχασμένος από φίλους κι εχθρούς, σαν να μην πέρασε ποτέ από την πολιτική. Όλες οι πόρτες έκλειναν χωρίς ντροπή μπροστά του, ακόμα και οι υπάλληλοι του υπουργείου του τον κοιτούσαν με οίκτο τη μέρα που παρέδωσε στο διάδοχό του. Εκείνη τη μέρα ένιωσε το σκληρό και παγωμένο πρόσωπο της πολιτικής. Τότε συνειδητοποίησε μέσα στο θολωμένο του μυαλό, τη σκληρή κι ανελέητη δράση του όλα αυτά τα χρόνια. Κανείς δε βρέθηκε να τον μεταφέρει στο γραφείο του στη Βουλή για να μαζέψει τα πράγματά του. Περίμενε σαν απλός θνητός στην ουρά για να πάρει ταξί. Τα μάτια του βούρκωσαν και γέμισαν πίκρα και θυμό. Εγώ; Εγώ που τα ‘δωσα όλα; Γιατί; Γιατί σε μένα;
Χάθηκε από τα φώτα της δημοσιότητας. Στην αρχή θεώρησε πως έπρεπε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και να επανέρθει. Έκανε σχέδια, αναζητούσε λύσεις και σκεφτόταν προσεκτικά τα επόμενα βήματα που έπρεπε να κάνει. Ποτέ δεν πήρε τα μάτια του από την πολιτική επικαιρότητα. Εκείνη όμως κοιτούσε αλλού, μακριά από τον ίδιο. Έστειλε μια επιστολή στην εφημερίδα που άλλοτε τον είχε στηρίξει, αλλά δε δημοσιεύτηκε ποτέ. Δεν έκαναν τον κόπο ούτε να του το ανακοινώσουν. Ήταν το πρώτο γερό χαστούκι που δέχτηκε από την ημέρα που έφυγε από την πρωτεύουσα. Έγινε ξεκάθαρο πια ότι δεν είχε κανένα φίλο και καμία υποστήριξη. Ήταν ολομόναχος. Όλα τα σχέδιά του για δυναμική επιστροφή στο προσκήνιο γκρεμίστηκαν μονομίας. Η κατάθλιψη άρχισε να τον τριγυρνά. Συνάμα άρχισε να σκέφτεται και τα οικονομικά ζητήματα που τον απασχολούσαν. Έπρεπε σύντομα να βρει μια δουλειά, μια κανονική δουλειά όπως όλοι οι άνθρωποι. Αλλά και μόνο στην ιδέα ανατρίχιαζε. Ήταν κάτι άγνωστο για εκείνον. Δεν είχε δουλέψει ποτέ στη ζωή του, από φοιτητής και μετά ήταν μέσα στην πολιτική κι από εκείνη ζούσε.
Δυο, μπορεί και τρεις μήνες αργότερα, δέχτηκε μαζί με την αλληλογραφία του μια επιστολή από κάποιον άγνωστο. Το όνομα του αποστολέα δεν του θύμιζε τίποτα. Την άνοιξε διστακτικά και με αργές κινήσεις ξεδίπλωσε το χαρτί. Αξιότιμε κύριε Δημητρίου, άρχιζε. Ονομάζομαι Θεοφάνης Αποστόλου και είμαι γιος του Αθανασίου Αποστόλου που έχασε τη ζωή του… Αμέσως ξύπνησαν οι αναμνήσεις. Ήταν ο γιος ενός εκ των δυο αντρών που με εντολή του είχαν χάσει τη ζωή τους. Προσπαθούσε να κινήσει τις διαδικασίες για να βγάλει μια στοιχειώδη σύνταξη για εκείνον και τη μητέρα του αλλά έπεφτε διαρκώς πάνω στα σκουριασμένα κι αργοκίνητα γρανάζια της γραφειοκρατίας. Λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας του πατέρα του δεν μπορούσε να αποδειχτεί ότι χάθηκε εν ώρα υπηρεσίας. Ζητούσε τη βοήθεια του τότε υπουργού και έλπιζε ότι με την μαρτυρία του θα μπορούσε να κινηθεί η διαδικασία. Η οικονομική του κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη και δεν του επέτρεπε να προσλάβει δικηγόρο γι’ αυτό και το δεκαεννιάχρονο παιδί πάλευε μόνο του, παρακαλώντας τους πάντες για βοήθεια. Την τραγική εκείνη στιγμή που τα μάτια του Νίκου διάβαζαν την απεγνωσμένη επιστολή, συνειδητοποίησε ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι είχαν οικογένειες και παιδιά. Και ότι εκείνος όχι μόνο δεν είχε κάνει τίποτα, αλλά τους είχε ρίξει και τις ευθύνες για την αποτυχία.
Εκείνη τη ζεστή νύχτα πήρε την απόφασή του. Θα έδινε ένορκη κατάθεση και θα επιβεβαίωνε ότι εκείνος ήταν ο εντολέας των δυο χαμένων ανθρώπων και ότι η απώλεια της ζωής τους επήλθε για υπηρεσιακούς λόγους. Βέβαια με αυτή του την ενέργεια θα άφηνε έκθετη την τότε αλλά και την τωρινή κυβέρνηση, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν ήξερε αν αυτή του η απόφαση ήταν προϊόν της ανθρώπινης πλευράς του εαυτού του ή μια πράξη εκδίκησης προς το σύστημα που του συμπεριφέρθηκε σαν απόστημα και τον πέταξε στο καλάθι με τα αζήτητα. Σήκωσε το τηλέφωνο και μίλησε με το Θεοφάνη. Την επόμενη εβδομάδα θα έκανε όλες τις ενέργειες. Μόλις κατέβασε το ακουστικό ένιωσε να φεύγει από πάνω του ένα τεράστιο βάρος. Μιαν ανείπωτη χαρά κύλησε μέσα στο αίμα του και πότισε κάθε μόριο της ύπαρξής του. Βγήκε στον κήπο και χάζευε τα φώτα της πόλης, είχε τώρα πια σκοτεινιάσει για τα καλά. Κάθισε κι ακούμπησε το κεφάλι του στο ξύλινο τραπέζι. Έκλεισε τα μάτια του και συλλογίστηκε τις στιγμές που ήταν στις δόξες του. Τότε που όλοι έσπευδαν να τον χαιρετήσουν, να του ανοίξουν την πόρτα και να βρεθούν έστω για μια στιγμή δίπλα του. Τι πάω να κάνω, συλλογίστηκε. Αν το μάθουν οι απέναντι θα προκληθεί διπλωματικό επεισόδιο. Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό του παραδόθηκε λίγο αργότερα στην αγκαλιά του Μορφέα.
Την άλλη μέρα κάλεσε το δικηγόρο του για τις λεπτομέρειες. Κομματικό στέλεχος κι εκείνος, είχαν γνωριστεί πριν μερικά χρόνια αλλά μέχρι πρόσφατα δεν είχε τύχει να συναντηθούν. Του σύνεστησε να μην κάνει καμία ενέργεια. Είναι πολιτική αυτοκτονία αυτό που πας να κάνεις, του είπε, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. Κάθισαν στο γραφείο του και συνέταξαν προσεκτικά το κείμενο. Κατά το μεσημέρι είχαν τελειώσει και ο δικηγόρος έφυγε με ένα αντίγραφο στα χέρια του προκειμένου να κοιτάξει καλύτερα κάποιες λεπτομέρειες. Ο Νίκος έμεινε να ψάχνει το αρχείο του για να διασαφηνίσει κάποια σκοτεινά σημεία της υπόθεσης. Το απόγευμα τον βρήκε να τριγυρίζει στα σοκάκια της πόλης. Η ζέστη είχε υποχωρήσει κι ένα ελαφρό βοριαδάκι έκανε την ατμόσφαιρα ευχάριστη. Περπατούσε χωρίς σκοπό, αυτό που επεδίωκε ήταν να ταξινομήσει τις σκέψεις του και η βουή της πόλης τον διευκόλυνε, ένιωθε οικεία, σαν να ήταν αυτό το φυσικό του περιβάλλον. Το βλέμμα του περιπλανιόταν αδιάφορα πότε στους περαστικούς και πότε στις βιτρίνες των καταστημάτων. Η μυρωδιά της πόλης του είχε λείψει. Το αεικίνητο ποτάμι των ανθρώπων και των αυτοκινήτων, το άγχος, οι υποχρεώσεις και το αμείλικτο ρολόι, ο εξουσιαστής όλων, αποτελούσαν την καθημερινότητά του όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα, στο απόμερο σπιτικό του, μόνο ο πανόπτης άνεμος καμιά φορά μετέφερε τις μυρωδιές της πόλης και τον γλύκαινε προσφέροντάς του μια μικρή μόνο δόση κάθε φορά. Το αίσθημα της στέρησης τον οδηγούσε, άθελά του τις περισσότερες φορές, μέσα στο πλήθος, να πάρει την πολύτιμη δόση του, να αισθανθεί έστω για λίγο ξανά μέσα στο πλήθος, αυτό που εξουσίαζε λίγο καιρό πριν κι έπεφτε στα πόδια του για να του ζητήσει χάρες. Έστω κι ανώνυμος μέσα στους πολλούς, ένιωθε υπουργός, κι εκείνοι οι ανώνυμοι συνοδοιπόροι του ήταν απλώς οι παρατρεχάμενοι που παρακαλούσαν για μιαν εκδούλευση.
Η βδομάδα κύλησε ήσυχα, ο Νίκος παρακολουθούσε την πόλη πάντα από μακριά. Τα βράδια χάζευε τα φώτα και ονειρευόταν την επιστροφή του, αν και άρχισε να το παίρνει απόφαση ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρχε πιθανότητα να πραγματοποιηθεί, τουλάχιστον στο προσεχές μέλλον. Εκείνο το βράδυ είχε ετοιμάσει τα πράγματά του για να κατέβει στην πρωτεύουσα. Ένα από τα καλά του σακάκια περίμενε κρεμασμένο στην πόρτα της ντουλάπας. Πιο δίπλα, πάνω στον καθρέφτη, είχε αραδιάσει τέσσερα πέντε ζευγάρια μανικετόκουμπα για να διαλέξει το καταλληλότερο. Μόλις τα ετοίμασε όλα κατέβηκε στον κήπο παρέα με ένα ποτήρι λευκό κρασί. Η ζέστη είχε επανέρθει. Είχε σκοπό να καθίσει μέχρι αργά, να συγκεντρώσει τις σκέψεις του και να προγραμματίσει όλες τις λεπτομέρειες που του είχαν ξεφύγει για την αυριανή ημέρα. Θα ξεκινούσε νωρίς και θα συναντιόταν στην πόλη με το Θεοφάνη. Μετά θα έφευγαν μαζί για την πρωτεύουσα όπου και θα παρέδιδε την ένορκη κατάθεσή του στο υπουργείο. Είχε σκοπό να επισκεφτεί και κάποιους φίλους που είχε καιρό να δει. Να γυρίσει στα γνωστά του μέρη, ο νόστος όλο τούτο τον καιρό τον έπνιγε. Το μοναδικό πράγμα που τον προβλημάτιζε ήταν ότι προσπαθούσε από το πρωί να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του αλλά δεν μπορούσε να τον βρει. Δεν απαντούσε ούτε στο τηλέφωνο του γραφείου του ούτε στο κινητό του τηλέφωνο. Άφησε μηνύματα αλλά δεν πήρε απάντηση. Σκέφτηκε κάποια στιγμή να κατέβει στην πόλη αλλά το ανέβαλε. Έτσι κι αλλιώς είχαν ραντεβού την επομένη το πρωί. Έριξε μια ματιά στις σημειώσεις του κι αργότερα κλείνοντας το χοντρό φάκελο, ήπιε την τελευταία γουλιά από το λευκό κρασί. Ήταν αργά κι αποφάσισε να πάει στο κρεβάτι του, αύριο τον περίμενε μια κουραστική μέρα.
Η αστυνομία έφτασε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Δε θα είχε περάσει πάνω από ένα τέταρτο από τη στιγμή που ο Θεοφάνης τους είχε ειδοποιήσει. Δύο περιπολικά κι ένα αυτοκίνητο με συμβατικές πινακίδες σταμάτησαν στην εξώπορτα. Ο Θεοφάνης έτρεμε ολόκληρος. Ένας από τους αστυνομικούς που φορούσαν πολιτικά ρούχα τον πλησίασε και τον έπιασε από το μπράτσο. Εσείς είστε ο κύριος Αποστόλου που μας ειδοποίησε, ρώτησε κι ο Θεοφάνης έγνεψε καταφατικά. Λίγο πριν είχε φτάσει στο σπίτι του πρώην υπουργού γιατί δεν είχε φανεί στο ραντεβού τους. Επειδή ούτε ο δικηγόρος παρουσιάστηκε, ο Θεοφάνης νόμισε ότι είχε γίνει κάποιο λάθος στη συνεννόηση τους. Κάλεσε και τους δυο στο τηλέφωνο αλλά κανείς δεν απαντούσε. Ξεκίνησε και βρέθηκε στο σπίτι του υπουργού. Η εξώπορτα του αυλόγυρου ήταν ανοιχτή αλλά παρόλα αυτά χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Δεν πήρε καμιά απάντηση και αποφάσισε να μπει μέσα. Προχώρησε στον κήπο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι. Από τη μεγάλη τζαμαρία διακρινόταν και το άλλο μέρος του κήπου που κοιτούσε προς την πόλη. Πάνω στο τζάμι υπήρχε μια έντονη κόκκινη κηλίδα, σα μπογιά που την είχε πετάξει κάποιος κι άρχισε να κυλάει προς τα κάτω. Νόμισε ότι ήταν κάποιο σχέδιο, αλλά όταν πλησίασε κι άλλο κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Κόλλησε τα χέρια του στην τζαμαρία για να γίνει σκιά κι ακούμπησε το πρόσωπό του. Είδε έντρομος ένα πτώμα να κείτεται στο πάτωμα λίγα μέτρα πιο πέρα. Το αίμα είχε σκορπιστεί παντού. Ανακατεύτηκε. Σαν να τον χτύπησε ρεύμα πετάχτηκε πίσω κι άρχισε να τρέχει. Βγήκε έξω και παρά τη ζέστη ένιωθε παγωμένος, έτρεμε σύγκορμος. Στηρίχτηκε στον κορμό μιας βελανιδιάς κι άρχισε να συνειδητοποιεί όλα αυτά που είδε. Θα πέρασαν πάνω από δέκα λεπτά μέχρι να συνέρθει. Άρχισε να φέρνει στροφές γύρω από τον εαυτό του. Το βλέμμα του καρφώθηκε στον ίσκιο του και από το μυαλό του πέρασαν τα πιο άσχημα σενάρια. Κάποια στιγμή άνοιξε τις παλάμες του κι έπιασε γερά το κεφάλι του. Την αστυνομία σκέφτηκε. Άρπαξε το τηλέφωνό του και με τρεμάμενο χέρι σχημάτισε τον αριθμό.

Ένας από τους αστυνόμους βγήκε από την εξώπορτα. Είναι ο πρώην υπουργός ανακοίνωσε στους συναδέρφους του. Το σπίτι είναι αναστατωμένο, μάλλον ληστεία, συνέχισε και κατευθύνθηκε στο περιπολικό. Το δικηγόρο να βρούμε, ψέλλισε ο Θεοφάνης, αυτός ίσως βοηθήσει. Έδωσε το τηλέφωνο και τα στοιχεία του. Την επόμενη μέρα ο διοικητής ασφαλείας έκανε ανακοινώσεις. Ληστεία μετά φόνου, αυτό ήταν το συμπέρασμα. Ο ιατροδικαστής είπε ότι οι σφαίρες στο κεφάλι προκάλεσαν το θανάσιμο τραύμα. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Ο δικηγόρος του πρώην υπουργού που κλήθηκε από την αστυνομία δήλωσε άγνοια. Δεν ήξερε τίποτα από όσα ισχυριζόταν ο Θεοφάνης, αντίθετα έκανε λόγο για υποθέσεις ανυπόστατες εκ μέρους του δεκαεννιάχρονου νεαρού. Μίλησε για ζωηρή φαντασία κι έφυγε σαν κύριος, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ο Θεοφάνης φοβήθηκε, ένιωσε ότι είχε μπλέξει κάπου πολύ σκοτεινά. Αποφάσισε να φύγει, να μην ασχοληθεί άλλο με την υπόθεση, τα πράγματα είχαν δυσκολέψει πολύ. Το μόνο που ρώτησε τους αστυνομικούς ήταν αν βρέθηκαν έγγραφα στο σπίτι του νεκρού. Ο αστυνόμος που τον είχε πιάσει από το μπράτσο και τον είχε στηρίξει την προηγούμενη μέρα στην εξώπορτα του υπουργού, του απάντησε μονολεκτικά. Όχι. Και μετά από λίγο, αφού ο Θεοφάνης έκλεινε φεύγοντας την πόρτα του αστυνομικού τμήματος πίσω του, μονολογώντας συνέχισε, ούτε μια σελίδα χαρτί δε βρήκαμε στο σπίτι, περίεργο…


Ο Κώστας Θερμογιάννης γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1973. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και τώρα ζει και εργάζεται στη Λαμία. Η μεγάλη του αγάπη είναι η οικογένειά του, η γυναίκα και τα δυο του παιδιά. Και η ελευθερία που χωρίς αυτή θεωρεί πως τίποτα δεν είναι δυνατόν.

Ξεκίνησε δειλά να γράφει και να εκφράζει τις σκέψεις του τον Οκτώβριο του 2010 στο ιστολόγιο teleytaios.wordpress.com με το προσωνύμιο ‘Τελευταίος’ ενώ τον Οκτώβριο του 2012 τα λογοτεχνικά κείμενά του φιλοξενούνται στο ‘Εν θερμώ’ (www.nthermo.com). Το Μάρτιο του 2013 δημιούργησε τοβιβλίο.net, ένα χώρο που ο κάθε δημιουργός μπορεί να παρουσιάσει το έργο του χωρίς καμία παρέμβαση, ελεύθερα και με τον τρόπο που εκείνο θέλει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: