Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Το φτερό.


Ξεκίνησε χωρίς να το σκεφτεί. Ήξερε πως η απόφασή της ήταν από εκείνες που χωρίζουν τη ζωή στα δύο, στο πριν και στο μετά, αλλά ένιωθε πως ήταν μονόδρομος, πως δεν είχε άλλη επιλογή. Τα βήματά που έκανε ήταν βαριά, άφηναν πίσω τους τη σκόνη και τη θολούρα του μυαλού της οδηγώντας την μπροστά στη βαριά ξύλινη πόρτα της ηγουμένης.
Στάθηκε ακίνητη πολύ ώρα κοιτώντας το παλιό χερούλι της πόρτας χωρίς να μπορεί να ξεκολλήσει το βλέμμα της από το μέταλλο. Νόμιζε πως θα είχε άγχος ή ταχυπαλμία αλλά ήταν εξαιρετικά ήρεμη. Μόνο η ακατάστατη ανάσα της πρόδιδε τη μάχη που γινόταν στο μυαλό της. Μέσα στην απέραντη βουβαμάρα της στιγμής γύρισε απότομα το κεφάλι της μια προς τα δεξιά και μια προς τα αριστερά. «Τώρα είναι η ώρα» είπε γεμάτη αυτοπεποίθηση και χτύπησε την πόρτα.
Ήταν Μάρτιος, πρώτη Μαρτίου για την ακρίβεια, μια δροσερή ανοιξιάτικη ημέρα όταν η αδερφή Αθανασία έγινε ηγουμένη της Μονής. Πέρασαν ακριβώς δέκα χρόνια από εκείνη τη μέρα, την ίδια μέρα που ένα μικρό δεκαπεντάχρονο κορίτσι της ζήτησε να τη δεχτεί ως δόκιμη μοναχή. Τα μάτια εκείνης της κοπέλας παρόλο που ήταν δακρυσμένα από τη συγκίνηση έλαμπαν, σκόρπιζαν το γαλάζιο χρώμα τους ολόγυρα θαμπώνοντας όσους την κοιτούσαν. Το ανέγγιχτο εφηβικό δέρμα της, γεμάτο χνούδι και όνειρα, ήθελε να το καλύψει με το μαύρο ένδυμα, να διαθέσει τη ζωή της σε εκείνο που η παιδική καρδιά της έβλεπε ως υπέρτατη δύναμη. Η αδερφή Αθανασία είδε τον ερχομό της μικρής την ίδια μέρα που έγινε ηγουμένη ως σημάδι από τον ουρανό και την καλοδέχτηκε με μητρική αγάπη. Έγινε η μάνα που η μικρή δεν είχε γνωρίσει ποτέ.
Τα χρόνια κύλησαν ήσυχα, η δεκαπεντάχρονη με τα γαλανά μάτια έγινε μοναχή, η αδερφή Ευδοκία, που με τα μειλίχια λόγια της έγινε η αγαπημένη όλων των υπάρξεων μέσα κι έξω από τη Μονή. Ο λόγος της θεράπευε σαν το βάλσαμο τις πληγωμένες ψυχές που συνέρρεαν ασταμάτητα για να γευτούν λίγη από τη γλύκα της. Τα μάτια της θαρρείς και κοιτούσαν απ’  ευθείας μέσα στην καρδιά του ανθρώπου ενώ το άγγιγμά της είχε μια δύναμη πρωτόγνωρη,  σχεδόν έξω από την ανθρώπινη λογική. Χαιρόταν κάθε φορά που έβλεπε να φεύγουν από τη Μονή οι άνθρωποι χαμογελαστοί και λυπόταν κάθε φορά που διάβαζε στα πρόσωπα των επισκεπτών την λύπη και την αγωνία. Λιτοδίαιτη κι ολιγαρκής στα είκοσι πέντε της χρόνια είχε τη φιγούρα μιας λεπτοκαμωμένης γυναίκας, το πρόσωπό της όμως είχε συνάμα σεμνότητα αλλά και μια γλυκιά θηλυκότητα.
Η πόρτα έκλεισε βαριά πίσω της, βαριά σαν την ψυχή της. Η γερόντισσα είχε πάνω στο τραπέζι δυο αδειανά ποτήρια, μια φέτα μουχλιασμένο ψωμί κι ένα φτερό από αρσενικό παγόνι. Παραξενεύτηκε αλλά συγκρατήθηκε, έσκυψε το κεφάλι και προχώρησε.
«Σε περίμενα Ευδοκία, κάθισε κόρη μου» είπε η ηγουμένη.
«Την ευχή σου δώσε μου πρώτα» απάντησε εκείνη.
«Δεν μπορώ να δώσω την ευχή μου σε κάποιον που πρέπει να ζητήσω ευχή. Παρόλα αυτά την έχεις μέσα από την καρδιά μου. Κάτσε όμως, έχουμε πολλά να πούμε»
Η Ευδοκία έκατσε στο τραπέζι και το βλέμμα της καρφώθηκε στο φτερό από το παγόνι. Όση ώρα έκανε η ηγουμένη να καθίσει απέναντί της δεν έβγαλε μιλιά, ίσως ούτε καν να κουνήθηκε.
«Λοιπόν;» ρώτησε η ηγουμένη.
«Ξέρεις… Το όνειρο… Ήρθε πάλι το όνειρο…». Τα μάτια της βούρκωσαν. «Εξομολογήθηκα… αλλά το όνειρο ήρθε ξανά… Είμαι ανάξια…»
«Το όνειρο βρίσκεται μέσα σου και το μυαλό σου σου το δείχνει για κάποιο λόγο» απάντησε εκείνη και συνέχισε, «Παιδί μου, όλα γίνονται γιατί υπάρχει κάποια αιτία, τίποτα δε συμβαίνει στην τύχη.»
«Και ποια είναι η αιτία που βλέπω αυτό το άσεμνο όνειρο ξανά και ξανά;» τη διέκοψε απότομα πέφτοντας στα πόδια της κι αγκαλιάζοντάς την σε μια σπαρακτική προσπάθεια να εξιλεωθεί.
«Καλό μου παιδί, σήκω πάνω. Έλα, κάτσε να μιλήσουμε, έχουμε πολλά να πούμε»
Σκούπισε τα δάκρυά της κι έκατσε με τα χέρια σταυρωμένα πίσω στο κάθισμά της. Η ηγουμένη πριν μιλήσει ξανά άφησε να περάσουν μερικές στιγμές για να της δώσει το χρόνο να ηρεμήσει. Έπιασε την κανάτα και γέμισε ένα από τα δυο αδειανά ποτήρια. Το άδειο ποτήρι το έσπρωξε προς το μέρος της. «Πιες λίγο για να ηρεμήσεις» της είπε.
Εκείνη γύρισε τη ματιά της προς το αδειανό ποτήρι και σαστισμένη τη ρώτησε: «Πώς να πιω, αφού είναι άδειο;»
«Ακριβώς. Τα μάτια σου είδαν πως το ποτήρι είναι άδειο οπότε κατάλαβες πως είναι μάταιο να αναζητάς νερό σε ένα άδειο ποτήρι. Πως λοιπόν θα ξεδιψάσεις αν δε γεμίσει το ποτήρι ή αν δεν αφήσεις κάποιον να γεμίσει το ποτήρι για σένα; Πόσο θα αντέξεις χωρίς νερό;»
«Δεν καταλαβαίνω…» ψέλλισε.
«Η ψυχή σου κόρη μου διψάει, τη στέγνωσε το όνειρο που βλέπεις. Κι όσο αφήνεις την ψυχή σου ξερή τόσο περισσότερο θα έρχεται το όνειρο και θα την καταντήσει στο τέλος σαν το φθινοπωρινό φύλλο που το τρίβει ο αέρας και το σκορπίζει στους πέντε ανέμους.»
«Δεν καταλαβαίνω, είσαι σα μάνα μου τόσα χρόνια, πάντα οι συμβουλές σου ήταν θησαυρός αλλά τώρα, για πρώτη φορά δεν καταλαβαίνω τι μου λες.»
«Ησύχασε. Πες μου τι ακριβώς βλέπεις»
«Δεν μπορώ ούτε να το σκεφτώ όχι να το εκστομίσω κιόλας, τι είναι αυτό που μου ζητάς;»
«Πες μου» επέμεινε εκείνη.
Η Ευδοκία έβαλε τα κλάματα. Σήκωσε τις παλάμες της κι έκρυψε πίσω τους το πρόσωπό της, ένιωσε πως ήθελε να πεθάνει. Εκείνο που ευχόταν ολόψυχα ήταν να σκίσει τα σωθικά της στα δυο και να χαθεί μεμιάς στο σκοτάδι.
Η μητρική φιγούρα σηκώθηκε αργά και της χάιδεψε το μέτωπο. Έμειναν έτσι για πολύ ώρα, ο ήλιος άρχισε να κρύβεται πίσω από τα μεγάλα έλατα που ομόρφαιναν τη γραμμή που χώριζε τη γη από τον ουρανό.
Ήταν σχεδόν πέντε χρόνια η Ευδοκία στη Μονή όταν εκείνο το καλοκαιρινό μεσημέρι βρέθηκε στην είσοδο να κοιτάζει έναν άντρα πεσμένο στα γόνατα να έχει πιάσει το κεφάλι του και να κλαίει. Τον πλησίασε και τον κοίταζε χωρίς να του μιλήσει. Όταν εκείνος αισθάνθηκε την παρουσία της γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. «Δεν είμαι άξιος να μπω μέσα σ’ αυτόν τον ιερό χώρο» της είπε.
«Σηκωθείτε πάνω σας παρακαλώ» απάντησε εκείνη προτείνοντάς του το χέρι της, «δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι άξιος να μπει μέσα».
Εκείνος ακούγοντας τον ήρεμο τόνο της φωνής της και βλέποντας το πράο χαμόγελό της σηκώθηκε ασυναίσθητα. Προχώρησε με δισταγμό προς το κατώφλι της Μονής και μπήκε μέσα. Δεξιά κι αριστερά ήταν γεμάτο παρτέρια με λουλούδια και μερικά διάσπαρτα παγκάκια συμπλήρωναν το σκηνικό. Έκατσε στο πρώτο που βρήκε, ήταν αδύναμος και δυσκολευόταν ακόμα και να ανασάνει.
«Τι σας συμβαίνει;» τον ρώτησε η Ευδοκία που είχε καθίσει δίπλα του.
«Έκανα ένα μεγάλο σφάλμα, μεγάλη αμαρτία…» είπε και διπλώθηκε σύγκορμος γύρω από τα γόνατά του.
«Θέλετε να μου τα πείτε κι εμένα για να αλαφρώσει η ψυχή σας;» τον ρώτησε.
Εκείνος δεν απάντησε παρά παρέμενε ακίνητος και αμίλητος.
«Όταν ο άνθρωπος κάνει λάθος είναι το ίδιο πράγμα σαν να πάει στο σχολείο» του είπε. «Μοναχά από τα λάθη μας μαθαίνουμε, μήπως κάνουμε και τίποτα σωστά; Μερικές φορές χάνουμε τα μάτια μας και τυφλοί όπως είμαστε τραβάμε το λάθος δρόμο μέχρι που ανοίγουν τα σφαλισμένα μας βλέφαρα κι ανακαλύπτουμε ότι είμαστε σε λάθος προορισμό. Άλλες φορές πάλι χάνουμε τα αυτιά μας και δεν ακούμε τίποτα. Όχι μόνο τους ανθρώπους, ούτε το όμορφο κελάηδισμα που κάνουν τα πουλιά δεν ακούμε. Το χειρότερο βέβαια είναι όταν χάνουμε την καρδιά μας. Τότε καλέ μου κύριε τα πράγματα είναι δύσκολα γιατί ο άνθρωπος είναι η καρδιά του κι άνθρωπος χωρίς καρδιά δεν είναι άνθρωπος. Οπότε καταλαβαίνετε τι κακό μπορεί να γίνει τότε». Σταμάτησε για λίγο κι έσκυψε προς το μέρος του. Τον ακούμπησε στην πλάτη και τον ρώτησε: «Θέλετε να σηκωθείτε και να μου μιλήσετε;» αλλά απάντηση δεν πήρε, το μόνο που άκουσε ήταν οι λυγμοί του.
Πέρασε λίγη ώρα χωρίς να μιλήσει κανείς. «Καμιά φορά λοιπόν, ο άνθρωπος κάνει λάθη. Αυτό δεν είναι κακό, καθόλου κακό, ίσα ίσα που πρέπει να συμβαίνει κιόλας. Ξέρετε γιατί; Αν δεν το ξέρετε θα σας το πω εγώ. Επειδή όταν γίνει το λάθος ξεχωρίζει ο καλός άνθρωπος από τον κακό άνθρωπο. Ο καλός το μετανιώνει, ο κακός όχι. Ο καλός σκέφτεται πώς να το διορθώσει, ο κακός όχι. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο καλός δεν το επαναλαμβάνει ενώ ο κακός το ξανακάνει. Α, και κάτι που ξέχασα, ο καλός κλαίει. Κλαίει όπως κλαίτε κι εσείς τώρα καλέ μου κύριε. Το μετανιώσατε έτσι δεν είναι; Και θέλετε να διορθώσετε το λάθος που κάνατε αλλά μπροστά σας μάλλον βλέπετε ένα τοίχο και νομίζετε ότι δε διορθώνεται τίποτα. Αυτό που ξεχνάτε είναι πως ο τοίχος κάπου τελειώνει κι άμα φτάσετε στο τέλος θα μπορέσετε να βρεθείτε πίσω, εκεί που ήσασταν. Κανένα εμπόδιο δεν είναι ανυπέρβλητο όταν υπάρχει θέληση κι αγνή πρόθεση, αυτό να μην το ξεχνάτε ποτέ. Μου το υπόσχεστε ότι δε θα το ξεχάσετε ποτέ;»
«Άφησα τη γυναίκα μου… το παιδί μου…», είπε βουρκωμένος…
«Δε χρειάζεται να μου πείτε, το ξέρω» του απάντησε ήρεμα εκείνη, «αυτό που θέλω είναι να μου υποσχεθείτε πως δε θα αφήσετε από εδώ κι εμπρός κανένα εμπόδιο να σας διώξει από το στόχο σας. Θα μου την κάνετε αυτή τη χάρη;»
«Έχω αμαρτήσει… το παιδί μου ήταν άρρωστο κι εγώ… κι εγώ γύριζα με μια άλλη…»
«Όλα διορθώνονται καλέ μου κύριε, όλα.»
«Πρέπει να…»
«Όχι δεν πρέπει. Την αμαρτία τη δικιά σας την έχω πάρει εγώ, εσείς είστε ελεύθερος τώρα πια. Σας περιμένει το παιδί σας και η γυναίκα σας. Σηκωθείτε και πείτε μου μόνο πως γύρω σας δεν υπάρχει τίποτα που θα σας εμποδίσει να κάνετε αυτό που πρέπει» είπε και τον έπιασε από το μπράτσο.
Εκείνος σηκώθηκε διστακτικά. «Μα η οικογένειά μου δε θα με θέλει πίσω…»
«Αν δε τη θέλεις εσύ δε θα σε θέλει κι εκείνη» τον διέκοψε. «Πήγαινε στο παιδί σου, δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ, ότι ήταν να γίνει έγινε» του είπε και τον οδήγησε στην πόρτα. Εκείνος ξεμάκρυνε αλαφρωμένος, θυμήθηκε πως δεν της είχε πει ευχαριστώ μόνο όταν έφτασε στην εξώπορτα του σπιτιού του.
«Τι έλεγες τόση ώρα μ’ αυτόν τον άνθρωπο;» ρώτησε την Ευδοκία η ηγουμένη Αθανασία που είχε παρακολουθήσει τι είχε συμβεί. Η αδερφή της εξιστόρησε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια.
«Τι έκανες;» τη ρώτησε με αυστηρό ύφος. «Πήρες εσύ την αμαρτία του και δεν τον άφησες να εξομολογηθεί;»
«Συγχώρα με αδερφή μου αλλά εξομολογήθηκε…»
«Όχι δεν εξομολογήθηκε, πως εξομολογήθηκε και σε ποιον εξομολογήθηκε; Ποια είσαι εσύ που κρίνεις ποιος εξομολογήθηκε και ποιος όχι; Και δίνεις και άφεση αμαρτιών. Στο κελί σου γρήγορα μέχρι να αποφασίσω την τιμωρία σου. Υπέπεσες σε σφάλμα μεγάλο αδερφή Ευδοκία, σε σφάλμα μεγάλο»
Εκείνη γύρισε χωρίς να πει κουβέντα κι άρχισε να κατευθύνεται στο κελί της. Η ηγουμένη τη σταμάτησε. «Ξέρεις παιδί μου τι έκανες; Πες μου ξέρεις; Έχεις κατανοήσει ότι μ’ αυτά τα πράγματα δεν παίζουμε;»
«Συγχώρα με αδερφή μου, μάνα μου σε έχω και σε σέβομαι περισσότερο από καθετί άλλο σε τούτο τον κόσμο, αλλά ο άνθρωπος αυτός ήταν πεσμένος μπροστά στην πόρτα της Μονής κι έκλεγε. Δεν είχε το θάρρος να μπει μέσα. Νόμισα πως τη στιγμή εκείνη συνειδητοποίησε το μέγεθος του σφάλματός του και πως του δόθηκε η συγχώρεση, αλλά καλού κακού προσευχήθηκα και ζήτησα την αμαρτία του να την πάρω τώρα πια εγώ, εκείνος το χρέος του το είχε κάνει. Γι’ αυτό και τον έστειλα στην οικογένειά του, τι θα ωφελούσε μια τιμωρία ακόμα; Τι θα ωφελούσε να άφηνε τη γυναίκα του χωρίς άντρα και το παιδί του χωρίς πατέρα;»
«Άλλη είναι παιδί μου η δουλειά η δικιά μας. Εμείς έχουμε ένα σκοπό, έχουμε αφιερώσει τη ζωή μας σε κάτι ανώτερο. Το καταλαβαίνεις αυτό;»
«Το καταλαβαίνω και ζητώ ταπεινά να συγχωρεθώ, αλλά άμα ο άνθρωπος δε συγχωράει τον άνθρωπο τότε ποια είναι η ουσία της συγχώρεσης;»
«Η συγχώρεση παιδί μου δεν προέρχεται από τον άνθρωπο αλλά από Εκείνον στον οποίο έχουμε αφιερώσει τη ζωή μας.»
«Τρανή συγχώρεση αυτή, η τρανότερη απ’ όλες, τη ζητώ κι εγώ τούτη τη στιγμή που μιλάμε από Εκείνον για την αμαρτία που έκανα σήμερα, αλλά άμα δε συγχωρέσει ο άνθρωπος πρώτα…» κόμπιασε για μια στιγμή αλλά πίεσε τον εαυτό της και συνέχισε,  «… αυτός που δε δίνει τη συγχώρεσή του, αυτός που δε συγχωράει δεν κάνει μεγαλύτερη αμαρτία; Έτσι δεν είναι; Ή μήπως κάνω τόσο λάθος;»
«Ο άνθρωπος συγχωράει μόνο για ότι του έχουν κάνει, όχι για ότι έχουν κάνει σε άλλους παιδί μου.»
«Γι’ αυτό κι εγώ πήρα την αμαρτία πάνω μου, για να ζητήσω εγώ συγχώρεση για τις αμαρτίες του ανθρώπου αυτού από Εκείνον. Άλλωστε η δουλειά μου θα είναι εύκολη, τα δάκρυά του πότισαν τον κήπο μας πολύ, άρα δεν ήταν ψεύτικα, έτσι δεν είναι; Στο κάτω κάτω αυτός έχει οικογένεια και παιδί για να φροντίσει, εγώ έχω μόνο εμένα. Δε θα ήταν εγωιστικό από μέρους μου να μην τον αλαφρώσω από αυτό το μικρό βάρος; Ποιος ξέρει πόσα άλλα βάρη κουβαλάει καλή μου ηγουμένη…»
«Πήγαινε παιδί μου στο κελί σου και θα τα ξαναπούμε» της είπε στοργικά αλλά θυμωμένα, όπως ακριβώς θα έκανε μια μάνα στο παιδί της. Μέσα της πάλευε το δόγμα με το μητρικό ένστικτο που ένιωθε για εκείνη.
Ανήμερα των Χριστουγέννων εκείνης της χρονιάς ο άγνωστος εκείνος άντρας που είχε βρει η Ευδοκία να κλαίει στην είσοδο της Μονής παρακολούθησε τη λειτουργία κρατώντας αγκαλιά ένα μικρό παιδί. Δίπλα του στεκόταν μια όμορφη κυρία η οποία λίγο αργότερα την πλησίασε.
«Χρόνια πολλά αδερφή. Είμαι η σύζυγος…» πήγε να πει στην Ευδοκία αλλά εκείνη τη διέκοψε.
«Το κατάλαβα» της είπε.
«Θα ήθελα…»
«Όχι εμένα» τη διέκοψε ξανά, «τον εαυτό σας να ευχαριστήσετε που τον συγχωρέσατε αλλά κι εκείνον που κατάλαβε το σφάλμα του και μετάνιωσε ειλικρινά. Χρόνια πολλά και να έχετε πάντα κατά νου ότι αν δεν υπήρχε η συγχώρεση δε θα υπήρχε και το λάθος, δε θα υπήρχε και η αμαρτία. Να πάτε στην ευχή του Θεού και να χαίρεστε το όμορφο παιδάκι σας» της είπε χαμογελαστά κι απομακρύνθηκε.
Η ηγουμένη που άκουσε τα λόγια της χαμογέλασε, μια γλυκιά πνοή νόμισε πως διαπέρασε το κορμί της, το ίδιο ένιωσε και η σύζυγος εκείνου του άγνωστου άντρα. Από τότε και μετά, σιγά σιγά και χωρίς κανείς να το καταλάβει, άρχισαν να έρχονται άνθρωποι από όλη τη γύρω περιοχή για να εκμυστηρευτούν τον πόνο και τα σφάλματά τους στην αδερφή Ευδοκία.
«Βλέπω το κορμί μου γυμνό και δίπλα υπάρχει ένας άντρας κι αυτός χωρίς ρούχα. Αυτό βλέπω συνέχεια, αυτό με στοιχειώνει κάθε βράδυ. Κι ότι κι αν κάνω, όσο κι αν παρακαλέσω οι εικόνες αυτές έρχονται και ξανάρχονται…»
«Ηρέμησε παιδί μου, ηρέμησε» της είπε η ηγουμένη που την είχε πια στην αγκαλιά της.
«Κάτι έχω κάνει, κάποιο κακό κρύβεται μέσα μου…» είπε προσπαθώντας να κρύψει τους λυγμούς της. Όταν μετά από λίγο ηρέμησε κοίταξε το μουχλιασμένο ψωμί. «Γιατί το έχεις αυτό εδώ;» ρώτησε.
«Για πες μου, τι βλέπεις σ’ αυτό το κομμάτι ψωμί;» της απάντησε η ηγουμένη με ερώτηση.
«Μούχλα» είπε σουφρώνοντας το μέτωπό της, «μούχλα και βρωμιά».
«Και είναι κακό αυτό;»
«Και βέβαια είναι κακό, έχεις δει μούχλα να είναι καλή;» απάντησε με σιγουριά.
«Άμα δεν ήταν η μούχλα όμως το ψωμί θα παρέμενε αναλλοίωτο, έτσι δεν είναι;»
«Έτσι είναι, αλλά δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις»
«Θέλω να πω πως όλα τα πράγματα πρέπει να κάνουν τον κύκλο τους. Το σιτάρι γίνεται αλεύρι, το αλεύρι ψωμί και το ψωμί που περισσεύει το κάνει η μούχλα λίπασμα για το καινούριο σιτάρι που θα μας δώσει το καινούριο ψωμί. Τίποτα δεν πάει χαμένο και τίποτα δε γίνεται χωρίς λόγο, έτσι λοιπόν η μούχλα που σε εμάς φαίνεται αηδιαστική είναι μέρος της αλυσίδας κι έχει το σκοπό της, όπως κι αυτό που σου συμβαίνει τον τελευταίο καιρό και σου φαίνεται αηδιαστικό και πρόστυχο. Έχεις παιδί μου φορτωθεί πολλά, έχεις πάρει πάνω σου τα σφάλματα πολλών ανθρώπων και δεν αντέχεις άλλο. Αυτό φανερώνει η γύμνια που βλέπεις στα όνειρά σου. Πρέπει να ξεφορτωθείς το βάρος…»
«Κι ο γυμνός άντρας;» τη διέκοψε, «…ο γυμνός άντρας δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απόδειξη της αναξιότητάς μου. Δεν είμαι ικανή να κοιμηθώ ήρεμα γιατί δεν είμαι άξια να κοιμηθώ ήρεμα. Μέσα μου είμαι κι εγώ γεμάτη μούχλα. Κι η μούχλα αυτή μου δείχνει το δρόμο πως θα γίνω όπως ήμουν πριν έρθω εδώ, έτσι δεν είπες; Για να κλείσει ο κύκλος.»
«Αν νομίζεις παιδί μου πως έτσι πρέπει να γίνει, τότε ας γίνει. Αλλά θυμήσου πως από τη μούχλα κάποτε σώθηκε πολύς κόσμος…» είπε κουνώντας το κεφάλι.
«Τι εννοείς;» ρώτησε γεμάτη περιεργαζόμενη το χαλασμένο ψωμί.
«Από τη μούχλα δεν έφτιαξαν την πενικιλίνη; Από τη μούχλα κόρη μου φτιάξανε φάρμακο, έτσι είσαι κι εσύ νομίζω, φάρμακο είναι η ύπαρξή και τα έργα σου. Έχεις πια ξεπεράσει τα όρια που εμείς οι στενόμυαλοι δεν μπορούμε ούτε καν να δούμε κι όσο μένεις εδώ στερούμε τον κόσμο από αυτό που πρέπει να έχει.»
«Τι εννοείς;» ρώτησε ξανά χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις και το ίδιο ύφος χωρίς να το καταλάβει.
Η ηγουμένη χαμογέλασε, την κοιτούσε και έβλεπε στην πραγματικότητα ένα μικρό παιδί, ένα παιδί που ρωτάει ξανά και ξανά “γιατί” προσπαθώντας να κατανοήσει περισσότερο τον κόσμο μέσα του παρά ολόγυρά του.
«Παιδί μου ξέρω γιατί είσαι εδώ. Ξέρω ότι θες να μου πεις κάτι που δεν τολμάς να μου το πεις! Γι’ αυτό θα σε διευκολύνω. Θες να φύγεις έτσι δεν είναι;»
«Πως… πως το ξέρεις;»
«Το έχω καταλάβει από καιρό…»
«Καλή μου μάνα, υπάρχει κάτι άλλο ακόμα πιο τρομερό…» είπε βουρκώνοντας ξανά.
«Το έχω καταλάβει κι αυτό» είπε με τα μάτια κόκκινα η γερόντισσα.
«Δηλαδή ξέρεις ότι θέλω να …», μια απόκοσμη σιγή γέμισε το κελί, δεν τόλμησε να το πει.
«Να γίνεις λαϊκή, πες το…» είπε η ηγουμένη και ξέσπασαν και οι δυο σε κλάματα.
Ήταν μέσα Ιανουαρίου, δυο, μπορεί και τρία χρόνια πριν, δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια, όταν χρειάστηκε να κατεβεί στην πόλη για να αγοράσει προμήθειες για τη Μονή. Το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα εκείνο το χειμώνα και οι μετακινήσεις ήταν δύσκολες. Αγόρασαν τα βασικά, λίγο ρύζι, μακαρόνια, όσπρια και λίγα μυρωδικά. Στο δρόμο της επιστροφής κι ενώ ήταν φορτωμένες με τα ψώνια οι τέσσερις αδερφές έγιναν μάρτυρες ενός τροχαίου ατυχήματος. Μπροστά στα μάτια τους ένα αυτοκίνητο γλίστρησε και χτύπησε  με δύναμη μια γυναίκα που προσπαθούσε να περπατήσει πάνω στο παγωμένο πεζοδρόμιο. Η άτυχη εκείνη γυναίκα έπεσε καταγής και καθώς ήταν γεμάτη αίματα αναζητούσε βοήθεια με τρεμάμενη και σοκαρισμένη φωνή. Όλα γύρω πάγωσαν ακόμα πιο πολύ χωρίς να φταίει ο κρύος αέρας που φυσούσε εκείνη τη στιγμή, η σαστιμάρα των λιγοστών περαστικών μεταμορφώθηκε ακαριαία σε αμηχανία.
«Κρατήστε τις σακούλες» φώναξε η Ευδοκία στις άλλες αδερφές κι ούτε καν κατάλαβε πως πριν καλά καλά τις πιάσουν οι άλλες τις είχε αφήσει να πέσουν στο πεζοδρόμιο. Έτρεξε δίπλα στη γυναίκα.
«Μη φοβάσαι» της είπε χαμογελαστά πιάνοντάς την από το κεφάλι, «τώρα που είμαι εγώ εδώ όλα θα πάνε καλά.»
«Κρυώνω και πονάω» της είπε εκείνη.
«Καλά κάνεις και κρυώνεις και πονάς, είναι δείγμα ότι όλα είναι εντάξει. Μόνο μη φοβάσαι, τώρα είσαι σε καλά χέρια κι όλα θα πάνε καλά. Απλώς πρέπει να περιμένουμε λίγο μέχρι να έρθουν να μας πάρουν.»
«Πονάω» είπε εκείνη σφίγγοντας τα μάτια της. «Πονάω, γιατί πονάω;»
«Πονάς γιατί χτύπησες, αλλά μη φοβάσαι, να πιάσε το χέρι μου να το ζεστάνεις κιόλας που είναι παγωμένο». Της έσφιξε το χέρι δυνατά θέλοντας να πει στο σώμα της να κάνει υπομονή, να κρατηθεί στη ζωή μέχρι να έρθει η βοήθεια, γιατί το μυαλό της βρισκόταν κάπου αλλού, ίσως και να προστάτευε τη συνείδησή της από τα τραύματα που είχε υποστεί. Το αίμα γύρω είχε σχηματίσει σχεδόν μια λίμνη, τρόμαξε μόλις είδε όλη εκείνη την κόκκινη ζωηφόρα ουσία που είχε σκορπιστεί μάταια έξω από το κορμί της χτυπημένης γυναίκας. «Πως σε λένε;» ρώτησε θέλοντας να την κάνει να μη χάσει τις αισθήσεις της.
«Μαρία» απάντησε εκείνη. «Μαρία. Πονάω. Κρυώνω»
«Μαρία δεν κρυώνεις τώρα πια, είμαι εγώ δίπλα σου, με νιώθεις;»
«Σε νιώθω… Πονάω…»
«Πες μου που πονάς να διώξω τον πόνο. Πες μου.»
«Παντού» απάντησε εκείνη με φωνή που ίσα ίσα ακούστηκε.
Η Ευδοκία ακούμπησε το ελεύθερο χέρι της πάνω στην καρδιά της Μαρίας. «Έχω το χέρι μου στην καρδιά σου κι όσο το χέρι μου είναι εκεί μη φοβάσαι τίποτα. Είμαι εδώ για σένα, το καταλαβαίνεις;»
«Ναι… ακούμπα με…»
«Εδώ είμαι Μαρία και δεν πρόκειται να φύγω, μαζί θα φύγουμε από εδώ, με ακούς;»
Η ώρα πέρασε, αργά μεν αλλά πέρασε και η βοήθεια έφτασε. Το ασθενοφόρο παρέλαβε τις δυο γυναίκες που κείτονταν αγκαλιά στο παγωμένο πεζοδρόμιο. Η Ευδοκία πήρε το χέρι της από την καρδιά της Μαρίας μόνο όταν ο γιατρός έκλεισε την πόρτα του χειρουργείου πίσω του. Αργότερα η Μαρία έμαθε πως κανονικά έπρεπε να μη ζει, τα χτυπήματα ήταν πολύ σοβαρά αλλά και η ποσότητα του αίματος που είχε χάσει ήταν μεγάλη. Δε θυμόταν καθόλου την παρουσία της Ευδοκίας, αλλά κάτι μέσα της οδήγησε τα βήματά της έξω από τη Μονή μερικούς μήνες αργότερα. Η Ευδοκία τη θυμήθηκε αλλά δεν της είπε τίποτα, μόνο το χαμόγελο και την ευχής της της χάρισε απλόχερα όπως έκανε με όλους τους επισκέπτες της Μονής.
«Ντρέπομαι να σε κοιτάξω, ντρέπομαι ακόμα και που το σκέφτηκα αυτό» είπε η Ευδοκία αγκαλιάζοντας σφιχτά τη γερόντισσα.
«Κόρη μου, μην κλαις, τίποτα δεν πάει χαμένο, στο ξανάπα. Άκουσε με όμως πολύ προσεκτικά. Εγώ είμαι γριά, τα έφαγα τα ψωμιά μου και τώρα που κοντεύω να φύγω τώρα κατάλαβα πόσα λάθη έχω κάνει, ειδικά με εσένα. Δεν έβλεπα μπροστά μου κόρη μου, είχα το θαύμα μπροστά μου και δεν το έβλεπα. Μετά κατάλαβα πως τα θαύματα κανείς δεν μπορεί να τα φυλακίσει και πως θα ήθελες να ανοίξεις τα φτερά σου και να μοιράσεις στον κόσμο αυτά για τα οποία έχεις προοριστεί να μοιράσεις. Αν πρέπει να γίνεις λαϊκή για να γίνει αυτό, τότε να γίνεις και με την ευχή μου. Όπως είναι γραμμένο να γίνει ας γίνει. Το βλέπεις τούτο το φτερό πόσο όμορφο είναι; Το παγόνι δε χρειάζεται να προσπαθήσει να γίνει όμορφο, είναι από τη φύση του έτσι. Το ίδιο είναι και η ανθρώπινη ψυχή. Όμως οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν αυτό και τη μαυρίζουν, τη χαλάνε. Βάζουνε πρώτα το μίσος και μετά την αγάπη. Πρώτα το κακό και μετά το καλό. Κι έτσι το πιο όμορφο πράγμα το καταστρέφουν. Όπου κι αν είσαι από αύριο να έχεις πάντα μαζί σου αυτό το φτερό, να σου θυμίζει ότι η ψυχή είναι το πιο όμορφο δημιούργημα της φύσης κι ο άνθρωπος πρέπει να την κρατάει όμορφη σε όλη του τη ζωή. Δεν είναι δύσκολο να αποκτήσεις ψυχή, το δύσκολο είναι να την κρατήσεις αμόλυντη κι υπέροχη, όπως αυτό το όμορφο φτερό από το παγόνι. Να πας κόρη μου όπου σε οδηγήσουν τα βήματά σου, μα να θυμάσαι πάντα την ψυχή σου. Τράβα τώρα να ηρεμήσεις, σε περιμένει δουλειά από εδώ κι εμπρός. Κι όσο για τις αμαρτίες που έχεις και που σε βασανίζουν, να μην ανησυχείς πια. Τις πήρα πάνω μου εγώ κι εσύ είσαι ελεύθερη πια. Τράβα τώρα να ησυχάσεις, αλλά πριν φύγεις πιες μια γουλιά νερό, το ποτήρι σου είναι πια γεμάτο.»
Γύρισε προς το τραπέζι και είδε και τα δυο ποτήρια γεμάτα. Ούτε καν αναρωτήθηκε πως γέμισε το δικό της. Ήπιε και ξεδίψασε. Έπιασε το φτερό κι έκανε να φύγει.
«Το φτερό άφησέ το, θα σε περιμένει στο κελί σου αύριο» της είπε η γερόντισσα και την ξεπροβόδισε έχοντας ένα ζεστό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της βλέποντάς την να ξεμακραίνει. Εκείνη δεν είπε κουβέντα, υπέθεσε πως η ηγουμένη θα της το έφερνε την άλλη μέρα στο κελί της.

Το βράδυ το όνειρο ήρθε ξανά στον ύπνο της. Γυμνή από ρούχα εκείνη και πιο δίπλα ένας άντρας γυμνός κι εκείνος. Αντί να πανικοβληθεί ένιωσε μια απέραντη ηρεμία. Σηκώθηκε ήρεμα και πήρε ένα σεντόνι που βρισκόταν δίπλα της, δεν το είχε δει ξανά εκείνο το σεντόνι τις προηγούμενες φορές ή ίσως και να μην το είχε προσέξει. Το έριξε στον άντρα και του είπε: «Όποιος κι αν είσαι δεν είσαι γυμνός πια. Σε συγχώρεσα, σε έντυσα και μπορείς να φύγεις. Μπορώ τώρα πια να φύγω κι εγώ, όπως βλέπεις είμαι ντυμένη. Μόνο που οι δρόμοι μας θα είναι διαφορετικοί, αντίθετοι, και δεν πρόκειται να συναντηθούμε ξανά. Να πας στο καλό» του είπε και ξύπνησε από τον ύπνο γεμάτη με μια ήρεμη και γλυκιά αίσθηση γαλήνης. Αμέσως μόλις συνειδητοποίησε πως το όνειρο δεν την πείραζε πια πετάχτηκε όρθια. «Η μάνα μου» φώναξε κι ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια της έτρεξε κατευθείαν στο κελί της ηγουμένης. Άνοιξε την πόρτα χωρίς να χτυπήσει. Τη βρήκε με ένα ήρεμο χαμόγελο να ταξιδεύει στο δημιουργό της. Στο χέρι της κρατούσε το φτερό από το παγόνι, τώρα πια έμοιαζε ακόμα πιο όμορφο…

Ο Κώστας Θερμογιάννης γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1973. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και τώρα ζει και εργάζεται στη Λαμία. Η μεγάλη του αγάπη είναι η οικογένειά του, η γυναίκα και τα δυο του παιδιά. Και η ελευθερία που χωρίς αυτή θεωρεί πως τίποτα δεν είναι δυνατόν.

Ξεκίνησε δειλά να γράφει και να εκφράζει τις σκέψεις του τον Οκτώβριο του 2010 στο ιστολόγιο teleytaios.wordpress.com με το προσωνύμιο ‘Τελευταίος’ ενώ τον Οκτώβριο του 2012 τα λογοτεχνικά κείμενά του φιλοξενούνται στο ‘Εν θερμώ’ (www.nthermo.com). Το Μάρτιο του 2013 δημιούργησε τοβιβλίο.net, ένα χώρο που ο κάθε δημιουργός μπορεί να παρουσιάσει το έργο του χωρίς καμία παρέμβαση, ελεύθερα και με τον τρόπο που εκείνο θέλει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: