Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΟΥ ΣΚΙΑ



Ι

Κάτω από τη φωτεινή σου σκιά

σαν τη φλόγα ζω στον αέρα,

στης Αφροδίτης την εντατική μαθητεία.


Ι Ι

Να μιλήσουμε γι 'αυτήν.

Ανακινεί πηγές την ημέρα,

κατοικεί τα μάρμαρα τη νύχτα.

Του ποδιού της το ίχνος

το ορατό είναι κέντρο της γης,

του κόσμου τα σύνορα,

αλυσοδεμένος και ελεύθερος τόπος περίλεπτος ·

μαθήτρια πουλιών και νεφελών

να γυρίζει κάνει τον κόσμο ·

η φωνή της, χαραυγή χωμάτινη,

τη διάσωση μάς αγγέλλει των νερών,

την επιστροφή της φωτιάς,

τον γυρισμό του σταχυού,

τις πρώτες λέξεις των δέντρων,

τη λευκή των φτερών μοναρχία.



Δεν την είδα που γεννήθηκε στον κόσμο,

το αίμα της όμως πυρπολείται κάθε νύχτα

με το νυχτερινό αίμα των πραγμάτων,

στον δε παλμό της ξαναρχίζει

των παλιρροιών η μουσική

που σηκώνουν τους αιγιαλούς του πλανήτη,

ένα παρελθόν νερού και σιωπής

και τις πρωταρχικές μορφές της γόνιμης ύλης.



Να μιλήσουμε γι 'αυτήν,

για την ολόδροσή της συνήθεια

νά 'ναι απλή καταιγίδα, κλαράκι παντρύφερο.


ΙΙΙ

Κοίτα του κόσμου τη δύναμη,

της σκόνης τη δύναμη κοίτα, κοίτα το νερό.



Κοίτα τις σιωπηλές φλαμουριές γύρω-γύρω,

άγγιξε το βασίλειο ετούτο που 'ναι σιωπή και οποί,

άγγιξε το δέρμα της που 'ναι ήλιος και βροχή και χρόνος,

κοίτα τα πράσινά της κλαριά στον ουρανό κατάγναντα,

άκου τα φύλλα της πώς τραγουδάνε σαν νεράκι.



Και κοίτα μετά το σύννεφο,

το αραγμένο σε χώρο με χωρίς παλίρροιες,

αφρός ορατός και πανύψηλος

αόρατων ουρανίων ρευμάτων.



Κοίτα του κόσμου τη δύναμη,

την τεταμένη κοίτα μορφή της,

το ασύνειδο, πάμφωτο κάλλος της.



Άγγιξε το δέρμα μου, το από πηλό, από διαμάντια,

άκου τη φωνή μου ήχο σε πηγές υπόγειες,

κοίτα το στόμα μου σε τούτη την άραχλη βροχή,

το μέλος μου σε τούτη την απότομη δόνηση

οπού ο αέρας τούς κήπους πάει και γυμνώνει.



Τη γυμνότητά σου άγγιξε στου νερού τη γυμνότητα,

γυμνώσου από σένανε, και βρέξε, βρέξε μέσα σου,

και κοίτα τα πόδια σου, δες τα σαν δύο ρυάκια,

και κοίτα το σώμα σου, δες το σαν μεγάλο ποτάμι,

και δύο δίδυμα νησιά είναι τα στήθη σου,

το αιδοίο σου τη νύχτα είναι αστέρι,

αυγή, φως ροδαλό ανάμεσα σε κόσμους δύο τυφλούς,

θάλασσα βαθιά που κοιμάσαι σε δύο ανάμεσα θάλασσες.



Του κόσμου κοίτα τη δύναμη:

τον εαυτό σου γνώρισε έχοντας ήδη γνωρίσει εμένα.


IV

Ένα σώμα, ένα σώμα μόνο, μόνο ένα σώμα,

ένα σώμα σαν ημέρα χυμένο

και νύχτα που καταβροχθίστηκε όλη ·

κάποιας κόμης το φως

που όμως ποτέ δεν κατευνάζει

της αφής μου τον ίσκιο ·

ένα λαρύγγι, μια κοιλιά που ξημερώνει

σαν τη θάλασσα που παίρνει φωτιά

ευθύς μόλις αγγίξει του όρθρου το μέτωπο ·

αστράγαλοι, γέφυρες του θέρους ·

μηροί νυκτερινοί που παν και βουλιάζουν

στην πράσινη μέσα μουσική της εσπέρας ·

ένα στήθος που υψώνεται

και γκρεμίζει, ισοπεδώνει τους αφρούς ·

ένας λαιμός, ένας μόνο λαιμός

και κάτι χέρια τόσο μόνα,

λόγια, κάτι λόγια που όλο κατεβαίνουν

σαν άμμος πεσμένη πάνω σε άλλην άμμο ...



Γίνε αυτό που με ξεπερνάει, με υπερβαίνει,

νερό και χάρμα σκοτεινό,

θάλασσα γίνε που γεννιέται ή πεθαίνει ·

αυτά τα χείλη και τα δόντια,

αυτά τα πεινασμένα μάτια

με γυμνώνουν από τον ίδιο τον εαυτό μου

κι έπειτα με αναρπάζει

η μαινόμενη χάρη τους και με σηκώνει

προς τους γαλήνιους ουρανούς

όπου και πάλλεται η στιγμή:

των ασπασμών η ακρώρεια,

του κόσμου η πλησμονή και των μορφών του.


V

Άσε κι άλλη μια φορά να σε πω,

να σε ονομάσω, γη και χώμα.

Η αφή μου επεκτείνεται

στη δική σου διψασμένη,

μακρύ, δονούμενο ποτάμι

που ποτέ δεν έχει τέλος

και πλέει ανάμεσα από φύλλα δάχτυλα

αργά-αργά κάτω απ 'τον πυκνό πράσινο ύπνο σου.



Γυναίκα δροσερή πλασμένη από υπνοβάτες ποταμούς,

περίπτερό μου από πουλιά και ψάρια,

γήινη εσύ περιστέρα μου,

από γάλα, από γάλα που σκληρύνθηκε,

ψωμί μου, αλάτι μου, θάνατέ μου,

προσκεφάλι αιμάτινο:

σ 'έναν έρωτα τεράστιον, αχανή σε θάβω.


Μετάφραση: Κεντρωτής Γιώργος.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: