Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ


Το Κάθισμα όπου κάθονταν, σα στιλβωμένος θρόνος,

Έλαμπε στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης

Που βάσταζαν κοντάρια πλουμισμένα με κλήματα

Όθε ξεμύτιζε ένας χρυσός Ερωτιδέας

(Με τη φτερούγα σκέπαζε τα μάτια του άλλος ένας)

Ζευγάρωνε φλόγες από εφτάκλωνους κεροστάτες

Αντιφεγγίζοντας το φως επάνω στο τραπέζι ενώ

Των κοσμημάτων της η λάμψη ορμούσε να το συναντήσει,

Πλούσια ξεχειλίζοντας σε θήκες μεταξωτές.

Σε φιάλες από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί

Ξεβούλωτες, ενέδρευαν τ’ αλλόκοτα συνθετικά μυρωδικά της,

Υγρά, σε σκόνη, ή σ’ αλοιφή – σκοτίζανε, συγχύζανε

Και πνίγανε την αίσθηση με αρώματα· ερεθισμένα απ’ τον αγέρα

Που έμπαινε δροσερός απ’ το παράθυρο, τούτα ανεβαίναν

Παχαίνοντας τις τεντωμένες φλόγες των κεριών,

Ρίχνανε τον καπνό τους στα λακουεάρια,

Ξυπνώντας τα στολίσματα στο φατνωτό ταβάνι.

Πελώρια ξύλα πελαγίσια ταγισμένα μπακίρι

Έκαιγαν πράσινα και πορτοκαλιά, με πέτρα πολύχρωμη πλαισιωμένα,

Και στο θλιμμένο τούτο φως ένα δελφίνι σκαλισμένο κολυμπούσε.

Πάνω απ’ τ’ αρχαίο το τζάκι παρουσιάζονταν

Λες κι άνοιγε παράθυρο σε μιαν υλαία σκηνή

Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, της χαλασμένης τόσο βάναυσα

Από το βάρβαρο βασιλέα· κι όμως εκεί τ’ αηδόνι

Την έρημο όλη γέμιζε μ’ απαραβίαστη φωνή

Κι ακόμη φώναζε κι ακόμη ο κόσμος κυνηγάει,

«Γιακ, γιακ» σε βρώμικα αυτιά.

Κι άλλες ακόμη ρίζες μαραμένες των καιρών

Ήταν στον τοίχο ιστορισμένες· προσηλωμένα σχήματα

Σκύβαν, δηλώνοντας τη σιωπή στην περίκλειστη κάμαρα.

Πατήματα σερνόντουσαν στα σκαλοπάτια.

Κάτω απ’ το φέγγος της φωτιάς, κάτω απ’ τη βούρτσα, η κόμη της

Άπλωνε πύρινες ακίδες

Έλαμπε με λόγια, Κι ύστερα έπεφτε σε μιαν άγρια γαλήνη.

«Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.

Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου.

Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε.

Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι;

Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου».

Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών το μονοπάτι

Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους.

«Τι είναι αυτός ο θόρυβος;»

Ο αγέρας κάτω απ’ την πόρτα.

«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αγέρας;»

Τίποτε πάλι τίποτε.

«Δεν

Ξέρεις τίποτε; Δε βλέπεις τίποτε; Δε θυμάσαι

Τίποτε;»

Θυμάμαι

Να, τα μαργαριτάρια τα μάτια του.

«Είσαι ή δεν είσαι ζωντανός; Δεν έχεις τίποτε μες στο κεφάλι σου;»

Αλλά

Χο χο χο χο το Σαιξπηχήρειο τούτο φοξ –

Είναι κομψότατο

Είναι ξυπνότατο

«Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω;»

«Θα ξεπορτίσω όπως είμαι, και θα γυρνώ στους δρόμους

Με τα μαλλιά μου ξέπλεκα, έτσι. Τι θα κάνουμε αύριο;

Τι θα κάνουμε πάντα;»

Ζεστό νερό στις δέκα.

Κι αν βρέχει, το κλεισμένο αμάξι στις τέσσερεις.

Και θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι,

Πιέζοντας μάτια δίχως βλέφαρα και περιμένοντας ένα χτύπημα στην πόρτα.

Όταν ο άντρας της Λιλ αποστρατεύτηκε, της λέω,

Δεν τα μασούσα τα λόγια μου, της λέω αυτηνής ’γω που με βλέπεις,

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

Τώρα πού γυρίζει ό Γιάννης, κοίταξε να σουλουπιαστείς λιγάκι.

Θα γυρέψει να μάθει τι τα ’κανες κείνα τα λεφτά που σου ’δωσε

Να ξαναβάλεις καν ’να δόντι. Σ’ τα ’δωσε, ήμουν εκεί.

Άει να τα βγάλεις, Λιλ, και βάλε μια καλή μασέλα,

Μα το Θεό, σου ’πε, σιχαίνουμαι που σε βλέπω.

Κι εγώ το ίδιο, της λέω, σκέψου τον κακόμερο το Γιάννη,

Τέσσερα χρόνια στρατιώτης, θα θέλει καλοπέραση,

Κι α δεν του τη δώσεις, άλλες θα του τη δώσουν, της λέω.

Α έτσι, μου λέει. Κάτι σαν τέτοιο, της λέω.

Τότες θα ξέρω ποιανού χρωστάω χάρη, μου λέει και με καρφώνει με τα μάτια.

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

Κι α δε σ’ αρέσει τράβα τον κατήφορο, της λέω,

Άλλοι διαλέγουνε και παίρνουνε σαν εσύ δεν τα καταφέρνεις.

Μ’ α σου το στρίψει ο Γιάννης, δε θα πει πως δε βρέθηκε άνθρωπος να σου κουβεντιάσει.

Είναι να ντρέπεσαι, της λέω, που μοιάζεις τέτοια αρχαιολογία.

(Κι αυτή μονάχα τριάντα ενός.)

Μα τι να κάνω, μου λέει, και στραβομουτσούνιασε,

Φταίνε κείνα τα χάπια, μου λέει, που πήρα για να το ρίξω.

(Έκανε κιόλας πέντε, και πήγε να πεθάνει απ’ το μικρό της το Γιωργή.)

Ο φαρμακοποιός είπε θα ’ναι εν τάξει, μα ποτές δεν ξανάγινα όπως ήμουν.

Είσαι ντιπ άμυαλη, της λέω.

Το λοιπόν, αν ο Γιάννης δε σ’ αφήνει ήσυχη, εδώ ’ναι ό κόμπος, της λέω,

Τι πας και μου παντρεύεσαι σα δεν τα θέλεις τα παιδιά;

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

Λοιπόν, κείνη την Κυριακή ήταν ο Γιάννης σπίτι, κι είχανε ζεστό χοιρομέρι,

Και με καλέσανε το βράδυ, να τ’ απολάψω ζεστό –

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

Καληνύχτα Μπιλλ. Καληνύχτα Λου. Καληνύχτα Μαίη. Καληνύχτα.

Γεια γεια. Καληνύχτα. Καληνύχτα.

Καληνύχτα, κυρίες, καληνύχτα, γλυκιές μου κυρίες, καληνύχτα, καληνύχτα.





Δ΄. ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΠΝΙΓΜΟ



Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος,

Λησμόνησε την κραυγή των γλάρων, και το φούσκωμα του βαθιού πελάγου

Και το κέρδος και τη ζημιά.

Κάτω απ’ τη Θάλασσα ένα ρέμα

Έγλειψε τα κόκαλά του ψιθυρίζοντας. Μ’ ανεβοκατεβάσματα

Πέρασε τα στάδια των γερατειών του και της νιότης του

Μπαίνοντας μέσα στη ρουφήχτρα.

Εθνικέ ή Εβραίε

Ω εσύ που γυρίζεις το τιμόνι κοιτάζοντας προς τον αγέρα,

Στοχάσου το Φληβά, που ήταν κάποτες όμορφος κι αψηλός σαν εσένα.


Θ. Σ. Έλιοτ,
Η Έρημη Χώρα (1922),
ΜετάφρασηΓιώργος Σεφέρης (1936),
Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1997.

Δεν υπάρχουν σχόλια: