Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

«Ποιητής στην Επαρχία»



ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ

Άκουσε την σιωπή ανάμεσα στα φωνήεντα των δέντρων
ξεναγήθηκε μετά στους τρούλους των λέξεων
δίνοντας αφορμή στην σελήνη να του λέει τα παραμύθια
που άκουσε παιδί.
Τελικά ήταν κάτοικος μιας άλλης χώρας και τώρα εξόριστος
ιερουργούσε επανάληψη εν είδη ανούσιας τελετής.
Συνταξιούχος των ονείρων απολάμβανε την ακηδία του
όπως οι γέροντες που κάθονται ως μαύρα χαλασμένα δόντια
στα παγκάκια του λιμανιού περιμένοντας
ένα καράβι που ποτέ δεν θα έρθει ένα αύριο που δεν θέλουν να φτάσει.

Όταν γυρίζει σπίτι βρίσκει παντελονάκια με στίχους
κυρίως από τα παιδικά του χρόνια.
Τους παραδίδει αυθωρεί στην γυναίκα του με τρομαγμένα χέρια.
Η γυναίκα του ενοχλείται ιδιαίτερα από τα σύμφωνα,
τα οποία διαθέτουν οξύτατες γωνίες και τραυματίζουν τους μην προσέχοντες.
Αφού καθαρίσει καλά τα ποιήματα ώστε να μην φαίνονται
θα του πει υψιφώνως « πολλά ευ για έναν τόπον μικρότατον, είναι πλεονασμός.
Πήγαινε αμέσως να φτιάξεις το καζανάκι. Ουδεμία άλλη έχεις προοπτική»
Σκαλίζοντας τότε στους βυθούς, θα σηκώσει το βλέμμα
και εκ του παραθύρου της τουαλέτας θα δει και αυτός,
έναν ήλιο, φωτεινότατο άστρο.

*

ΤΑΞΙΔΕΥOΝΤΑΣ

Θα κάψω τα μεταλλικά καρφιά των λέξεων που εμποδίζουν
κάθε απόδραση από αυτό το βρωμισμένο καφενείο που καθόμαστε όλοι,
γιατί είναι σκοτάδι, γιατί βρέχει πάνω στις βάρκες,
γιατί βρέχει πάνω στη μυρωδιά τους και μυρίζουν ακόμα άνοιξη, ανυστερόβουλες

Γιατί εδώ θάφτηκαν οι λέξεις των θάμνων της αυγής.
Γι αυτό ακόμα θλίβονται οι κοπέλες που τα χείλη τους ξεράθηκαν
στα μνήματα του έρωτα κάθε Σαββάτο βράδυ.
Γι’ αυτό και τα χαμηλά ναυάγια της μέρας βρίσκουν βυθό,
βρίσκουν αυγή, βρίσκουν τη μέρα και γλυστρούν και φεύγουν.
Και γράφω εδώ στο κήπο αυτό των λέξεων, και γράφω της μουσικής
που χάνεται στα ράφια επάνω που πάνω τους οι σκέψεις μυρώνουν τη φυλή μου.

Έχω κρατημένα τα αποφόρια ενός ροκανισμένου μέλλοντος
και δεν αρκεί, δε φτάνει για τα παιδιά, για τα μάτια τους
Τα μάτια τους αυτές τις βάρκες τις ανυστερόβουλες, μια μέρα με βροχή.

Γι’ αυτό και τρέχω να καταθέσω
λέξεις μικρές, όσες μπορώ, και σφραγισμένα τα καπάκια τους
ας επανέρχονται, καθώς δεν γράφω πια, δεν μυρίζω, τινάζεται ο μυελός
και δεν καταλαβαίνω
Ορφανός περνώντας στα ορφανά και ταξιδεύοντας

ΤΟ ΜΟΝΟ



Πήγαινα κάποτε με τρομαγμένο αίμα.
Καλάμια, ξύλα και νερά, τρείς φίλοι.
Κι ήταν βουνό η πέτρα, έβρεχε.
Ο πέρα λάκκος της ψυχής γέμισε αίματα,
στρουθιά μιας άλλης εποχής
με φρέσκες λέξεις.
Κι ήρθε το χιόνι από το μαύρο τ’ ουρανού
σκιαχτήκαμε ότι είμασταν παιδιά, ακόμη.
Την πόρτα την σπάσαμε, μπήκαμε
κι ήταν μέσα ξύλινο μεντέρι κι έτριζε.
Μάννα, πατέρας με τα χέρια τους κλειστά
κεριά στο στόμα, δεν μιλήσανε.
Κι ο Αγγελος που παίζαμε παιδιά
και πρώτος έφυγε, τρίζαν τα ξύλα
μαυρίλα ο ουρανός, αντάρα.
Μην σκέφτεσαι, μου λέει ο Άγγελος
δεν είναι όπως τα ξέρεις.
Κι έσπασε μέσα μου ο κόμπος
δάκρυσα, μαύρο ποτάμι
τα όνειρα κυλήσανε στην πόρτα
βρήκαν την Κουκουράβα απέναντι
χαθήκανε στο ρέμα.
Μαζί κι εγώ με τα λιθάρια μου όλα
κατρακύλησα μαζί με τα νερά.
Τίποτα , Αγγελέ μου, ένα ταξίδι
με μυρωμένα όνειρα και λέξεις
κι αρρώστιες, θάνατο πολύ και πείσμα.
Το μόνο
που περπάτησα δίπλα στη θάλασσα, μια μέρα
στη γλώσσα έχοντας
δυο στίχους απ’ τον Όμηρο.
Το μόνο.

http://www.poiein.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: