Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ




Πόσο με γοητεύουν τα ιδιαίτερα πλάσματα που δεν έχουνε όνομα
Η ιστορία τους είναι σαν το Γιβραλτάρ τόσο απλή
Είναι εξώγαμα της πραγματικότητας και του ανέμου που αλήτευε κάτω εκεί στην Αφρική
Λέγοντας συνέχεια και συνέχεια τα πατερημά του

Μια νύχτα αποπνιχτική τέλη Ιουνίου του 1935
Βρέθηκα έξω από τους Κήπους να περπατώ του Λουξεμβούργου
Είχανε απ’ ώρα ήδη σημάνει οι δώδεκα
Και οι δρόμοι είσαν εντελώς αδειανοί
Σαν τις εμπορικές αμαξοστοιχίες και έρημοι σαν την Τετάρτη των Τεφρών
Δεν σκεφτόμουν τίποτα
Και ούτε επιθυμούσα τίποτα
Δεν επιθυμούσα δε τίποτα και δεν με βίαζε απολύτως τίποτα και από πουθενά και τίποτα μα τίποτα δεν με ανησυχούσε καθόλου
Περπάταγα κανονικά σαν άνθρωπος που δεν διαθέτει μνήμη
Σαν άνθρωπος-κουτί
Περπάταγα σαν κι εκείνους τους γέρους που δεν έχουνε πια καμμία ανάγκη να πάνε για ύπνο

Δεν ξέρω τί έγινε εντελώς ξαφνικά και απροσδόκητα και μου το εθύμισε ο αναστεναγμός μου
Αλλά των Κήπων του Λουξεμβούργου τα δέντρα είχανε παντού γεμίσει άσπρες ταινίες
Κι εκοίταζα εκείνες τις χάρτινες μάζες
Μέσα απ’ το σιδερένιο κιγκλίδωμα
Ίσως μάλιστα μπορεί και να σιγανοτραγουδούσα

Κι αυτό είν’ όλο κι όλο
Των Παρισίων η πόλις πουλημένη σα σκλάβα
Εστριφογύριζε εδώ κι εκεί σαν νά ’ταν λεία και θήραμα της τρέλας

Ω Παρίσι με τις γέφυρές σου και με ό,τι τέλος πάντων σε δένει με τούτες
Πράγα Παρίσι Λένινγκραντ και όλες οι άλλες εσείς πόλεις ω που έχω περπατήσει
Τούτο βλέπω εδώ το κοπάδι των δεσμίων γυναικών
Που και πνιγμένο ακόμα διαλάμπει στον ανοιχτό επάνω ουρανό
Σαν τα βραχιόλια τους όπου περνοδιαβαίνει αργά-αργά το πλήθος
Ω πόλη των γεφυρών
Εγώ βλέπω μία πόλη μία και μοναδική
Να τη διασχίζει ο Σηκουάνας ο Νέβας και ο Μολδάβας
Κι εκεί νά ’ναι απλώς ένα ρυάκι όπου πάνε και πλένουνε οι ντόπιες τη μπουγάδα τους
Το ρυάκι ακριβώς εκείνο δίπλα στο οποίο διαβιώ και ζω εγώ

Παράθυρα
Από ’να τους μπαίνει στην κάμαρά μου μέσα εμένα τη δική μου το άγαλμα της Πλατείας του Πανθέου
Το δεύτερο βλέπει κατ’ ευθείαν στη Γέφυρα Καρόλου
Από μπροστά απ’ το τρίτο περνάει η Λεωφόρος Νιέφσκη
Αλλά εκεί υπάρχουν και άλλα παράθυρα

Πόσο μ’ αρέσουνε τα χωνάκια στα καταστήματα εδωδίμων και αποικιακών δε λέγεται
Το μυστικό που κρύβουν μού είναι ακόμη άγνωστο
Μου θυμίζουνε πάντως μι’ άδεια κάμαρα
Και στοίβες με πουκάμισα
Ένα πηγάδι που φυλάει το κοινό μνήμα γυναικών δίχως όνομα
Γνωρίζω το δάσος όπου κάτω από της πλατομαντηλίδας το φύλλο συντηρείται το στήθος κάποιας παιδίσκης
Ένας σταυρός από κασσίτερο με κάτασπρους τους βραχίονές του
Και ένα ντιβάνι με στρώμα που ζέχνει ιωδοφόρμιο

Και ποιά να είσαι αλήθεια εσύ που πάντα βλέπω ότι έχεις της ραπτομηχανής όλα τα γνωρίσματα;
Το βράδυ για το οποίο κάνω εδώ τώρα εγώ λόγο η Λεωφόρος Μονπαρνάς είταν ολόφτυστη εσύ
Καθόμουν λίγη ώρα πιο μπροστά στο Café du Dôme
Παρατηρούσα τον διάκοσμο κάποιου μεγάρου στο ύψος πές τού πέμπτου ορόφου
Και μου φαινότανε ότι χιόνιζε
Με το μυαλό μου συμμετείχα στην τελευταία νύχτα του αγίου Σιλβέστρου κατά το ημερολόγιο του δέκατου ένατου αιώνα
Κάτω από ένα δέντρο κατάφορτο τραγούδια είτανε σταματημένο ένα μόνιππο
Ανώφελα εγύρεψα να βρω τα ίχνη του σπιτιού όπου υπήρχε η ραπτομηχανή να πάρω απ’ τα μασούρια της ένα κομμάτι νήμα
Κι έπειτα συνέχισα κατευθυνόμενος προς τους Κήπους που λέγαμε πριν του Λουξεμβούργου

Τί ωραία των κηπουρών εκεί η συνήθεια να φυλάνε τους καρπούς πάνω στα δέντρα τυλίγοντάς τους με κάτι μικρά σακουλάκια
Έτσι όπως ακριβώς κι εσείς σκεπάζετε με τα πουκάμισά σας τα γυμνά σας στήθη
Τα όμορφα σαν σκάφη γυρισμένη του πλυσίματος ανάσκελα σ’ ένα σπίτι μέσα που ’χει πένθος
Τα όμορφα σαν βελόνα στον κορμό μιάς σημύδας όπου έχουνε χαράξει κάποια ημερομηνία
Τα όμορφα σαν τον κάλυκας μιάς παπαρούνας μαδημένης από κάποια τυχαία καμπάνα
Τα όμορφα σαν παπούτσι που σε μιά πλημμύρα παραπλέει ένα παράθυρο με μία λάμπα πετρελαίου
Τα όμορφα σαν σωρός ξύλα με μιά πεταλούδα πάνω-πάνω
Τα όμορφα σαν μήλο στο φούρνο του χιονιού
Τα όμορφα σαν την άκρη του κρεβατιού που χτυπήθηκε από ’να αστροπελέκι σφαιροειδές
Τα όμορφα σαν κουρελάκι βουλιαγμένο μες στις φλόγες
Τα όμορφα σαν κουλουράκι τα μεσάνυχτα στο πεζοδρόμιο
Τα όμορφα σαν μπουμπούκι στον τοίχο ενός μοναστηριού
Τα όμορφα σαν θησαυρός μέσα σε ανθογυάλι
Τα όμορφα σαν τραπεζάκι τρίποδο που γράφει κάτι σε μιά πύλη
Τα όμορφα σαν μικρή κορώνα στο πολύγωνο ενός στόχου
Τα όμορφα σαν τα ψαλίδια που κόβουν το φιτίλι της λαμπάδας
Τα όμορφα σαν δάκρυ στα μάτια
Τα όμορφα σαν τριχοειδές ελατήριο ωρολογίου στο αφτί ενός αλόγου
Τα όμορφα σαν διαμάντι στο όπλο ενός κοντοτιέρου
Τα όμορφα σαν το σημάδι των δοντιών στη σάρκα ενός μήλου
τυλιγμένα με κάτι γάζες λινές κολλαρισμένες
   
Τα όμορφα σαν τα δέντρα στους Κήπους εκεί του Λουξεμβούργου 


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Δεν υπάρχουν σχόλια: