Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ [1-7]

             
                                                     1
Έστρεψα καταπάνω μου το θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Φάνηκε ο κόλπος ο Αδραμυττηνός με τη σγουρή στρωσιά του
        μαΐστρου
Ακινητοποιημένο ένα πουλί ανάμεσα ουρανού και γης και τα βουνά
Ελαφρά βαλμένα, το 'να μέσα στο άλλο. Φάνηκε το παιδί που ανάβει
Γράμματα και τρέχει να γυρίσει πίσω το άδικο στο στήθος μου
Στο στήθος μου όπου φάνηκε η Ελλάδα η δεύτερη του επάνω
        κόσμου.

Αυτά που λέω και γράφω για να μην τα καταλάβει άλλος κανείς
Όπως ένα φυτό που αρκείται στο φαρμάκι του εωσότου ο άνεμος
Του το γυρίσει σ' ευωδιά ναν τη σκορπίσει και στα τέσσερα σημεία
        του κόσμου
Θα φάνουν αργότερα τα οστά μου φωσφορίζοντας ένα γαλάζιο
Που το πάει αγκαλιά ο Αρχάγγελος και στάζει με τεράστιους
Διασκελισμούς διαβαίνοντας την Ελλάδα τη δεύτερη του επάνω
        κόσμου.

                                                2
Αφόντας μπήκα σ' έρωτα για τούτα τα κορμάκια λίγνεψα, έφεξα.
Σ' ύπνο και ξύπνο άλλο στο νου δεν είχα - πως να τα μεγαλώσω, μια
μέρα να τα κοιμηθώ. Παραμόνευα πίσω απ' τις θύρες. Έμαθα να τα
πιάνω στον αέρα, στο νερό. Αλλά πως να τα πω δεν ξέρω ακόμα.
Α  - Λευκό ή κυανό, ανάλογα με τις ώρες και τη θέση των άστρων.
Λ - Πραγματικά βρεμένο. Ίδιο βότσαλο.
Γ. - Το πιο ελαφρύ· που η αδυναμία σου να το προφέρεις, δείχνει το
βαθμό της βαρβαρότητας σου.
Ρ.- Παιδικό και, μάλιστα, σχεδόν πάντοτε θηλυκού γένους.
Ε.- Όλο αέρα. Το πιάνει ο μπάτης.
Υ.- Το πιο ελληνικό γράμμα. Μια υδρία.
Σ.- Ζιζάνιο. Μα ο Έλληνας πρέπει κάποτε και να σφυρίζει.

                                                3

Είσαι νέος -το ξέρω- και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως είσαι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το 'να πόδι σου έρχεσαι με τ' άλλο
Ερωτοφωτόσχιστος
Περνάς θέλεις δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.
Πως της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ' το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι υστέρα κοιτούν
Πως σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ' τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν
Από σένα η άνοιξη εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.
                                                4
Περιμένω την ώρα που ένα
Περιβόλι ελεητικό θ' αφομοιώσει
Τ' απόβλητα όλων των αιώνων - που ένα
Κορίτσι θα κηρύξει στο σώμα του επανάσταση
Ωραία με τρεμουλιαστές φωνές και λαμπηδόνες
Φρούτων ξαναφέρνοντας την Ιστορία
Στην αφετηρία της
                             οπόταν
Πιθανόν και οι Φράγκοι να ελληνέψουν
Φτάνοντας ως το ήπαρ της συκιάς
Ή να τους υπαγορευθεί καθ' ύπνους η εντέλεια
Των κυμάτων
                      κι από μία ρωγμή στη σκέψη τους η αναθυμίαση
Κάποιας από τα παιδικά τους χρόνια συναπαντημένης
Θαρραλέας λεβάντας τα γεμάτα
Θυμούς αστρικά διαστήματα να εξευμενίσει.

                                                5
Όξω από το μνημονικό τρεις ώρες δρόμο βρέθηκα να κυνηγώ στο δά-
σος των φωνηέντων. Σκοπευτής από ένστικτο (κι αισθηματίας) χτυ-
πώ και ρίχνω:
έμβλημα
Μαΐων
λήκυθος
γραμμή
θάλασσα
κυβερνήτης
κηρύλος
πορτοκάλια
κόσμημα
παρανάλωμα
κρήνη
εκθαμβωτικό
ψίθυρος
θύσανος
Σύρτις
μονάκριβο
γνώμη
Μαρίνα
μέντα
μεταλλικό
Μίλητος
ρυθμός
κατασταλάζω
ασημένια
άδυτον
ηθελημένο
κηρύκειον
ολίγο
θεομητορικό
μοναστήρι
μανταρίνι
πτυχή
Μύρτιλλα
Πέργαμος
αστερωτό
θαλερό
ζώνη
καταμεσήμερο
νωχέλεια
λιόφυτα
λαγκάδια
Μάρτιος
χρησμός
πρωινό
κύβος
μυστικός
χλωρίδα
αναβλύζω

ξάγναντο

                                                6
Τι θέλεις τι ζητάς
                            πού 'ναι το νόημα που σου 'πεσε απ' τα χέρια
Η μουσική που ακούς μόνος εσύ και τα γυμνά
Πόδια που αλλάζουν γη σαν της χορεύτριας
Ενώ τινάζεται ο κομήτης των μαλλιών της και μια σπίθα
Πέφτει μπροστά σου επάνω στο χαλί
Κει που κοιτάς να σε απατά η αλήθεια
Πού πας ποια θλίψη ποιο καιούμενο
Φόρεμα είναι αυτό που σου αποσπά τη σάρκα ποια
Μεταποιημένη αρχαία πηγή για να σε κάνει να χρησμοδοτείς
Έτσι φύλλο το φύλλο και βότσαλο το βότσαλο

Έφηβε γονατιστέ στον διάφανο βυθό
Που όσο κοιμάμαι και ονειρεύομαι τόσο σε βλέπω ν' ανεβαίνεις
Μ' ένα πανέρι πράσινα όστρακα και φύκια
δαγκάνοντας σαν νόμισμα τη θάλασσα την ίδια που
Σου 'δωκε τη λάμψη αυτή το φως αυτό το νόημα που γυρεύεις.

                                                7

Τώρα που ο νους απαγορεύεται και οι ώρες δε γυρίζουν
Από κήπο σε κήπο η σκέψη μου
Δειλή σαν τριανταφυλλιά πρωτάρα
Που αρπάζεται απ' τα κάγκελα
Δοκιμάζει απαρχής ν' αρμόσει πάλι
Με σταγόνων σφήνες λαμπερών
Τα παμπάλαια πράσινα και τα χρυσά κείνα που μέσα μας
Έχουν παντοτινές δεκαεφτά Ιουλίου
Ν' ακουστεί και πάλι της Αγίας Μαρίνας το νερό στις πέτρες
Ο ύπνος που μυρίζει ζευγάρι αγκαλιασμένο
Η φωνή
            μια φωνή σαν της Μητέρας
Και ξανά ξυπόλυτη να βγει να περπατήσει
Πάνω στις πλάκες του Μεσολογγιού η Ελευθερία
Έτσι καθώς την εχαιρέτησε για λόγου μας -καλή του η ώρα-
Ο ποιητής και κάναμε από τότε Ανάσταση.


Δεν υπάρχουν σχόλια: