Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Charles Dobzynski, Ποιήματα



Απόσπασμα από το ' Χρονικό της εποχής που έρχεται “

Έχασα το δρόμο μου
τον καιρό της αδράνειας
και γύρευα ανάσα
στα στενά της αναμονής ,
σκόρπιος μεταξύ ανθρώπων,
δεξαμενών και καταιγίδων,
ζώντας από σταθμό σε σταθμό,
στα υπόγεια, στις κοιλότητες
της βροχής και των χαμόγελων`
ο πόλεμος, όμως, αρουραίος,
με ακολουθούσε στους υπονόμους
των πιο μυστικών στιγμών.
Έχασα το δρόμο μου
κάποτε σε σταυροδρόμι.
Έσπασα
της ζωής την πυξίδα.
Πανικόβλητα
μεθυσμένα γρανάζια οι δρόμοι,
στις καρδιές και στα βιβλία`
Κανένα θαύμα,
να ανακαλύψω χρειαζόμουν
ένα πάθος πολιτικό,
την υπερηφάνεια της ανθρωπιάς
να μάθω - ταινία να γίνω
προβαλλόμενη σε άλλες ζωές.
Και άκουγα κάποιον να λέει`
Η συνείδηση, η επίγνωση,
δεν είναι μια γη του πουθενά,
όπου δεν ακούγεται η φωνή σου`
Οι λέξεις φύλλα βαραίνουν
από δασικές ουλές,
από ακούραστα βήματα,
από χυμούς που ρέουν απαλά
στην κλεψύδρα των κέδρων.
Σταμάτα, ηρέμησε, ησύχασε, πάψε
να παίζεις με τον άνεμο`
η νιότη είναι υπόσχεση,
η θέση σου είναι στην άνοιξη.
© Ένωση Συγγραφέων
`
*
Extrait de « Chronique du temps qui vient »
J’avais perdu mon chemin
en ce temps de déshérence
et je cherchais mon courant
dans les détroits de l’attente,
égaré parmi les êtres,
et les tanks et les tempêtes,
je vivais de gare en gare,
dans les caves, dans les creux
de la pluie et des sourires ;
mais la guerre me suivait
comme un rat, dans les égouts
des instants les plus secrets.
J’avais perdu mon chemin
quelque temps à la croisée
des chemins. J’avais brisé
la boussole de la vie.
Tous les chemins s’affolaient
comme des rouages ivres,
dans les cœurs et dans les livres ;
Il n’y avait pas de miracles,
Il me fallait découvrir
une passion politique
pour apprendre la fierté
d’être un homme - d’être un film
projeté dans d’autres vies.
Et j’écoutais quelqu’un dire ;
ta conscience, ta conscience,
ce n’est pas un no man’s land,
et l’on n’entend pas ta voix ?
Tes mots de feuille sont lourds
de cicatrices sylvestres,
de pauvres pas sans répit,
de sèves coulant tout doux
dans la clepsydre des cèdres.
Cesse, cesse, cesse, cesse,
de jouer avec le vent;
la jeunesse est ta promesse,
ta place est dans le printemps.
© Les Écrivains Réunis
`
***************
Το εργαστήριο
Κάτω από τα γυάλινα υπόστεγα, ο ορίζοντας
φτιάχνει βιτρό από κρυφό νερό που λικνίζει
μια προβλήτα από σύννεφα νεκρά
όπου ακόμα κι ο ήλιος επισκευάζεται.
Το εργαστήριο ζει, τρυπώντας τη σιωπή
και μειώνοντας τις στριγγιές των ήχων
στα ανεμοδαρμένα τους συντρίμμια.
Κάθε μηχάνημα θηρίο σε επιφυλακή
χορτασμένο από αστραπές, ουσίες διαιρεμένες,
ένας άπληστος για ενέργεια Μινώταυρος.
Και μέσα σε εργαστήρια μαντεύεις
σπασμένες κραυγές αόρατων ζώων.
Έλικες νεύρων όπου μια σκέψη δονείται:
έναν οργανισμό νανοσωματιδίου
που τον συνέλαβαν κι έπειτα τον τεμάχισαν
κάτω από το αιφνίδιο νυστέρι θα μπορούσε να υποφέρει.
`
*
Le chantier
Sous les hangars de verre, l’horizon
Forme un vitrail d’eau furtive qui berce
un appontement de nuages morts
où le soleil lui-même est au radoub.
Le chantier vit, perforant le silence
et réduisant la stridence des sons
à leurs copeaux, balayés par le vent.
Chaque machine est un fauve à l’affût
gorgé d’éclairs, de substance fissile,
un minotaure avide d’énergie.
Et l’on perçoit dans les laboratoires
des cris brisés d’animaux invisibles.
Vrilles de nerfs où vibre une pensée:
un organisme nain de particule
que l’on a saisi puis que l’on dissèque
sous le scalpel soudain pourrait souffrir.
`
***********************
Ο Ουρανός Και Η Πόλη
Ο ουρανός αδιόρατα εκδικείται
Την πόλη που τον καταπίνει.
Ύπουλος, μια στέγη αρπάζει
Και σαν καρύδι τραγανίζει.
Στην καπνοδόχο που καπνίζει
Φυσώντας κρύωμα χαρίζει.
Στρείδια παράθυρα ανοίγει,
Μόνο την άκρη τους αφήνει.
Πύργους ψηλούς τους στεφανώνει
Με ένα σύννεφο αμπαζούρ.
Μες τους δρόμους κυνηγά
Γκρίζων γερανών αρμούς.
Μαλλιαρή προβιά, τη νύχτα,
Στα σπίτια επάνω ξεδιπλώνει.
Παίζει κρυφτό στην καταχνιά
Με της σελήνης τη ματιά.
Τον ουρανό εμποδίζει η πόλη
Μες τις σήραγγες να τρέξει.
Μπλάβος από οργή αυτός
Βγάζει απ΄το κλουβί το μετρό.
Λεκέδες μελάνι, κηλίδες λάδι
Στον ουρανό την πόλη φτύνουν.
Μα, εκείνος με βροχή τις πλένει,
τα πλακόστρωτα συνέχεια ραίνει.
`
*
Le Ciel Et La Ville
Le ciel peu à peu se venge
De la ville qui le mange.
Sournois, il attrape un toit,
Le croque comme une noix,
Dans la cheminée qui fume
Il souffle et lui donne un rhume.
Il écaille les fenêtres.
N’en laisse que les arêtes.
Il coiffe les hautes tours
D’un nuage en abat-jour.
Il chasse le long des rues
Les squelettes gris des grues.
La nuit, laineuse toison,
Il la tend sur les maisons.
Il joue à colin-maillard
Avec les lunes du brouillard.
La ville défend au ciel
De courir dans ses tunnels.
Mais le ciel tout bleu de rage
Sort le métro de sa cage.
Taches d’encre, taches d’huile
Sur le ciel crachent la ville.
Mais le ciel pour les laver
Pleut sans fin sur les pavés.
`
********************
Το ρολόι
Το δρύινο ρολόι πλέκει
με βελόνες σιδερένιες
ένα αόρατο πουλόβερ
κι ο καιρός είναι πελότα.
Βελονιά καλή και ανάποδη,
ξεγλιστρά απ΄τα δάχτυλα ο χρόνος,
υφάδι του χιονιού για μέρες κρύες
νήμα από γρασίδι για τις πράσινες.
Μια ώρα μαύρη, μια λευκή,
πλέκει αδιάκοπα, σταυρώνει,
του ονείρου το κουβάρι και της νύχτας
στων κλαδιών την άκρη απλώνει.
Ποιος θα βάλει αυτό το ρούχο
που επιδέξια υφαίνει,
το απαλό μαλλί του χάδι
ποιου χειμώνα και ποιας άνοιξης;
Υφαίνει, γιατί ο χρόνος το πιέζει,
πλέξη λευκή πάνω στη μαύρη,
μα αγνοεί ότι η μνήμη
θα νικήσει ό,τι πλέκει.
Μάταια δένει και ενώνει
νήμα που χάνεται και σπάει,
κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να βάλει
το μάλλινο του χρόνου που κυλάει.
`
*
L’horloge
L’horloge de chêne tricote
avec ses aiguilles de fer
un invisible pull-over
et le temps lui sert de pelote.
Maille à l’endroit, maille à l’envers,
le temps lui file entre les doigts,
fil de neige pour les jours froids
et fil d’herbe pour les jours verts.
Une heure noire, une heure blanche,
crochetées et croisées sans trêve,
l’écheveau des nuits et des rêves
se dévide au bout de ses branches.
Qui portera ce vêtement
qu’elle tisse avec tant d’adresse,
sa laine douce est la caresse
de quel hiver, de quel printemps ?
Elle tisse car le temps presse,
maille blanche sur maille noire,
en ignorant que la mémoire
défera les fils qu’elle tresse.
Elle a beau nouer et lier
le fil qui se perd et se casse,
nul jamais n’a pu s’habiller
de la laine du temps qui passe.
`
*******************************************************


(μτφρ-επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου)

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Charles Dobzynski γεννήθηκε το 1929 στη Βαρσοβία και ζει στη Γαλλία από το 1930. Μετά τις σπουδές του που διακόπτει εξαιτίας του πόλεμου (1942) και ξαναρχίζει στη συνέχεια σε μια σχολή Ραδιοφώνου το 1945, γίνεται δημοσιογράφος το 1950, κριτικός κινηματογράφου και λογοτεχνίας, ποιητής και μεταφραστής, συντάκτης των Γαλλικών Γραμμάτων 1954-1972, έπειτα αρχισυντάκτης του περιοδικού «Ευρώπη» του οποίου συνεχίζει να είναι υπεύθυνος και αρθρογράφος ποίησης.
Το βραβείο Goncourt για την ποίηση τού απονεμήθηκε για το σύνολο του έργου του το 2005.

http://www.poiein.gr/archives/27138/index.html#more-27138


Δεν υπάρχουν σχόλια: