Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

[ΠΡΩΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ]





Η αγάπη σε κούρδισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι
η μαμή σάπισε τις πατούσες σου
και το γυμνό σου κλάμα πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντηχούν, μεγεθύνοντας την άφιξή σου. 
Καινούριο άγαλμα.
Σ’ ένα ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου
σκιάζει την ασφάλειά μας. 
Στεκόμαστε ένα γύρο κενοί σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μητέρα σου
από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη 
για να αντικατoπτρίσει την ίδια του την αργή
εξάλειψη στα χέρια του ανέμου.





Όλη τη νύχτα η ανάσα σου πεταλουδίτσα
πεταρίζει ανάμεσα στα επίπεδα ροζ τριαντάφυλλα. ξυπνώ και
          αφουγκράζομαι:
μια μακρινή θάλασσα δονείται στα αυτιά μου.

Μια κραυγή και κατρακυλώ από το κρεβάτι, 
βαριά και λουλουδάτη
μέσα στο βικτοριανό νυχτικό μου.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. 
Το τετράγωνό του
        παραθύρου.

Ξασπρίζει και καταπίνει τα μουδιασμένα του αστέρια. 
Και τώρα δοκιμάζεις
μια χουφτίτσα νότες.
Τα καθαρά φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια.


[Σίλβια Πλαθ, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος]





Δεν υπάρχουν σχόλια: