Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

συλλείτουργο




Κοσκίνισε την άμμο αιθέριος έφηβος
Τα χέρια συγκρατούσαν τον χρυσό
Ανάμεσα σε αντίσκηνα αθίγγανων
Που κατέβαζαν οι ποταμοί
(Ασίγαστη πνοή στο καρφί της ροής)
Βρήκε την φλέβα του σακατεμένη
Από την ανομβρία των φύλλων
Πράσινα φύλλα δίπλα
Στο παλιό γιοματάρι
Ανήμερα της γιορτής του Αγίας Θέκλας
Η καρδιά φωτίζονταν
Από τις τρεμάμενες φεγγαροφωλιές
Αποξεχνιόνταν σε σταθμούς τρένων
Παρέα με τα κοκαλιάρικα κλαδιά του ιβίσκου
Έτερψε -ώρα απογευματινή- την ηδονή των μυστών
Με γιρλάντες κεριών και με στεφάνες
Αποξηραμένων πηγαδιών

Στη μεσιανή κάμαρα ακούγονταν
Ο ρόγχος του νωπού σπέρματος
Σώματα υγρά παραδομένα στα πλήθια
Οράματα της σεπτής σινδόνης
Η προοπτική της ισημερίας
Χάνονταν στις σκέπες του πράσινου
Βελούδου -επόπτες μοίραζαν τίτλους τιμής-
Το λουλακί μάτι του ταύρου
Πετάριζε στροβίλους ζωής
Στον μικρόκοσμο της πλατείας
Ο λαχνός σύρονταν από το καπέλο
Σαν περγαμηνή από τη σάρκα της παλίρροιας
Μελαμψά κορίτσια αποτύπωναν
Ξεχασμένες επιγραφές
Στα τροχήλατα μάτια των αγαλμάτων
Όταν περάσει ο κυματισμός
Του αιώνιου πεύκου πάνω στην κόμη
Του λευκού γιαλού θα επιστρέψω
Στη κρυψώνα με το παγωμένο νεκρό

Έχω φυλάξει για τις στρατιές
Των μελαγχολικών ματιών
Λίγο απόσταγμα από τα δέντρα
Της ρουφήχτρας -η απόσταση εκμηδενίζει
Το χαμηλό πέταγμα των κορακιών-
Γρήγορα απαρίθμησε τα σκαλοπάτια
Στην αυλή με τους μεταλλικούς κίονες
Βάζοντας φρουρούς τα σιωπηλά γκέμια
Της λησμονημένης Αμαζόνας
Το φως καραδοκεί πάνω στο κάτοπτρο
Του φιδίσιου ρυακιού
Λευκαίνει τις σκοτεινές σπηλιές
Με το διαμαντένιο νήμα της αστραπής
Λουλακί το μάτι του ταύρου σπαράσσεται
Ολοφυρμοί στο αέτωμα της πατρίδας
Σημαίες στο λοφίσκο της δεξαμενής
Υποστέλλουν το χάλκινο φρύδι
Της νυχτερινής ελεγείας

Μεταπτώσεις του κόκκινου θόλου
Στους ναούς των υμνωδών ψαράδων
Δίχτυα βαριά αυγινό ξεφάντωμα
Στο μονοπάτι της άγριας πέστροφας
Πουκάμισο φαρδύ ριγμένο
Στους αρμούς των κυμάτων
Μαζί με τον στίχο που περιέσωσες
Από τους επιδρομείς της λάβας
Μοναδικό σου καταφύγιο
Οι τριγμοί της πέτρας
Πάνω στις έγκλειστες παραφυάδες
Της δικής σου φυλακής

Δεν υπάρχουν σχόλια: