Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Η δόξα του ποιητή



Δαιμόνιε αδελφέ μου, όμοιέ μου,
Σε είδα χλομό, εκκρεμή σαν την πρωινή σελήνη
Στον ουρανό, κρυμμένο σ' ένα σύννεφο
Μέσα στα τρομερά βουνά.
Είχες μια φλόγα με όψη λουλουδιού στο όμορφο, μικρό αφτί σου
Και βλαστημούσες, γεμάτος άγνοια ευτυχισμένη,
Σαν το παιδί που τραγουδά την προσευχή του,
Και χλεύαζες σκληρά την κούρασή μου με τα εγκόσμια.

Αθάνατή μου αγάπη, εσύ δεν πρέπει να γελάς
Με αυτό μου τ' όνειρο, με την αδυναμία, με αυτή την πτώση
Γιατί είμαστε σπίθες από την ίδια φωτιά
Και η ίδια ανάσα μας έριξε στα σκοτεινά κύματα
Μιας παράξενης πλάσης, όπου οι άνθρωποι
Σβήνουν σαν σπίρτα, καθώς ανηφορίζουν
Τα χρόνια μιας ζωής που τους εξουθενώνει.

Η σάρκα σου, όπως η δική μου, λαχταρά
Τον ήλιο, το νερό, κι ύστερα το άγγιγμα της σκιάς˙
Ο λόγος μας ποθεί τον νέο άντρα
Που μοιάζει με κλαδί ανθισμένο
Και πλέκει τις χάρες των αρωμάτων και των χρωμάτων του
Με τον ζεστό αέρα του Μαΐου˙
Τα μάτια μας ποθούν τη μονότονη θάλασσα, που διαρκώς αλλάζει,
Κατοικημένη από τις φωνές γκρίζων πουλιών στην καταιγίδα,
Τα χέρια μας όμορφους στίχους, να σκορπούν στην καταφρόνια των ανθρώπων.

Γνωρίζεις τους ανθρώπους, αδελφέ μου˙
Κοίταξε, πώς ισιώνουν το αόρατο στέμμα τους
Και χάνονται στις σκιές αγκαλιά με τις γυναίκες τους,
Μ' εκείνο το ασυνείδητο φορτίο ανωτερότητας,
Κρατώντας, στη σωστή απόσταση από το στήθος,
– όπως κρατούν οι Καθολικοί ιερείς
τη μορφή του λυπημένου θεού τους –
Τα παιδιά, που απόκτησαν στα λίγα λεπτά που έκλεψαν από τον ύπνο
Για ν' αφιερώσουν στη συνύπαρξη, μες στο πυκνό συζυγικό σκοτάδι
Του λημεριού τους, σκαρφαλώνοντας ο ένας πάνω στον άλλο.

Κοίταξέ τους, χαμένους στη φύση
Πώς αρρωσταίνουν, κάτω από χαριτωμένες καστανιές και μπανανιές αμίλητες
Πώς σηκώνουν με απληστία το πηγούνι
Νιώθοντας έναν φόβο σκοτεινό να τους δαγκώνει τις φτέρνες˙
Κοίταξε πώς εγκαταλείπουν τη δουλειά τους, την ορισμένη έβδομη ημέρα
Κι αφήνουν το ταμείο, τη βιτρίνα, την κλινική, το γραφείο, την υπηρεσία
Ερμαια στον άνεμο που σιωπηλά φυσά στ' άδεια δωμάτια.

Ακουσέ τους ν' αγορεύουν με λέξεις ατέλειωτες,
Με άρωμα βίαιης ευκολίας,
Ζητώντας πανωφόρι για ένα παιδί αλυσοδεμένο κάτω από τον θεϊκό ήλιο
Ή ένα χλιαρό ποτό, βελούδινο, για να καταπραΰνει
Το ιδιαίτερο κλίμα των οισοφάγων τους
Που απειλείται από το δροσερό νερό.

Ακουσε τις άκαμπτες ιδέες τους, φτιαγμένες από μάρμαρο,
Περί του χρήσιμου, του ωραίου, του φυσιολογικού˙
Ακουσέ τους να υπαγορεύουν τον νόμο στον κόσμο, να φυλακίζουν τον έρωτα, να επινοούν κανόνες για την άφατη ομορφιά
Ενώ μεγάφωνα παραληρούν κι εκείνοι ευφραίνονται˙
Στοχάσου το παράξενο μυαλό τους
Που θέλει, γιο με τον γιο, να εγείρει ένα περίπλοκο κτίσμα από άμμο
Και θ' αρνιόταν, με προσωπείο χλομό και σκυθρωπό, τη λαμπερή ειρήνη των άστρων.

Μ' αυτά τα πλάσματα, αδελφέ μου
Πεθαίνω μόνος,
Με τούτα τα φαντάσματα, που κάποια μέρα θ' αναδείξουν
Τον σοβαρό διανοούμενο, μάντη σοφό των λόγων μου για ξένους μαθητές,
Και θα του χαρίσουν φήμη
Κι ένα μικρό εξοχικό στην πολύπαθη οροσειρά, δίπλα στην πρωτεύουσα,
Ενώ εσύ, χαμένος σε ιριδίζουσα ομίχλη
Χαϊδεύεις τις μπούκλες των μαλλιών σου
Κι αφηρημένα, από το ύψωμά σου, θεωρείς
Αυτή τη βρόμικη γη, όπου ο ποιητής ασφυκτιά.

Ξέρεις, ωστόσο, ότι η φωνή μου είναι δική σου
Δικός σου ο έρωτάς μου˙
Αφησε, αχ, άσε το ζεστό και σκοτεινό σου σώμα
Το ελαφρύ σαν παλμό
Για μιαν ατέλειωτη νύχτα, να γλιστρήσει
Κάτω από το δικό μου, που έγινε μούμια της ανίας, θαμμένη σε ανώνυμο τάφο,
Και την αστείρευτη πηγή των φιλιών σου
Να με γεμίσει πυρετό και θανάσιμο πάθος˙
Επειδή με κουράζει η μάταιη εργασία των λέξεων,
Οπως κουράζουν το παιδί οι γλυκές πετρούλες
Που ρίχνει στη λίμνη, για να δει τη γαλήνη να ταράζεται
Από την αντανάκλαση ενός μεγάλου, μυστηριώδους φτερού.

Είναι πια ώρα, ήρθε ο καιρός
Τα χέρια σου να φέρουν στη ζωή μου
Το πικρό, ζηλευτό μαχαίρι του ποιητή˙
Να το βυθίσεις, μ' ένα μόνο καθαρό χτύπημα
Σ' αυτό το στήθος που αντηχεί και πάλλεται, ίδιο με λαούτο
Οπου μονάχα ο θάνατος
Μονάχα ο θάνατος
Μπορεί να τραγουδήσει τη μελωδία της επαγγελίας.


Ο Λουίς Θερνούδα (Luis Cernuda) ανήκει στην περίφημη «γενιά του 1927», με προεξάρχοντα τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, η οποία βίωσε τον κυνισμό και τις σκληρές συνέπειες του Ισπανικού Εμφυλίου. Ο ποιητής, γεννημένος στη Σεβίλλη αλλά ήδη κάτοικος της Μαδρίτης στη χρονική φάση της εμφύλιας κορύφωσης, υποχρεώθηκε να αυτοεξοριστεί αρχικά στη Σκοτία και, κατόπιν, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αργότερα μετοίκησε στο Μεξικό όπου παρέμεινε έως τον θάνατό του. Το ποιητικό έργο του εξελίχθηκε μέσα σ' αυτές τις προσωπικές και συλλογικές αντιξοότητες με έντονες αποχρώσεις ενός ιδιαίτερου συναισθηματικού κόσμου με λυρικές προεκτάσεις: απομόνωση και μοναξιά, υποδόριος ερωτισμός, νοσταλγία των παιδικών χρόνων, αναρωτήσεις για τον ορίζοντα του τόπου και των ανθρώπων στη μητέρα πατρίδα.

Η προηγούμενη χρονιά αποτέλεσε το επίσημο «Ετος Θερνούδα» για τον ισπανόφωνο κόσμο, με αφορμή τα πενήντα χρόνια από την αποδημία του (1902-1963)˙ αποτέλεσε μια ακόμη υπενθύμιση της ποιητικής ταυτότητάς του, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ποίησης κατά τον εικοστό αιώνα, αφού το έργο του δεν ευτύχησε να διαδοθεί όπως του άρμοζε. Στα καθ' ημάς ποιητικά, η ποίηση του Θερνούδα έχει μεταφραστεί κατ' ελάχιστον, μόλις τα τελευταία χρόνια.


μτφρ.: Λένα Καλλέργη
http://www.e-poema.eu/poem.php?id=520&pid=

Δεν υπάρχουν σχόλια: