Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Tomas Tranströmer, Ποιήματα 1954 - 1958



1. Πρελούδιο

Το ξύπνημα είναι ένα σάλτο με αλεξίπτωτο από το όνειρο.
Απ’ τον ασφυκτικό στροβιλισμό ο ταξιδιώτης λυτρωμένος
βυθίζεται στους πράσινους τους θύλακες του πρωινού.
Τα πράγματα αναφλέγονται.
Από τη θέση του κορυδαλλού που τρέμει,
αισθάνεται
των δυνατών ριζωμάτων
τις υπόγεια αιωρούμενες λάμπες.
Στη γη όμως η βλάστηση φουντώνει τροπική.
Με χέρια υψωμένα αφουγκράζεται
το ρυθμό ενός αόρατου αντλιοστάσιου. Και αυτός
βουλιάζει μες στο καλοκαίρι, ρίχνεται
μες στον εκτυφλωτικό κρατήρα του, πέφτει
μέσα σε βάραθρα πράσινων και υγρών ηλικιών
δονούμενα στου ήλιου την τουρμπίνα από κάτω. Τότε
αυτή η κάθετη πορεία μέσα στη στιγμή ανακόπτεται
και απλώνει τις φτερούγες του ο ψαραετός
πάνω από ορμητικά νερά να ξαποστάσει.

Ο περιφρονημένος ήχος
της σάλπιγγας της εποχής του χαλκού
κρέμεται πάνω από το άδυτο.

Τις πρώτες ώρες της μέρας
μπορούν οι αισθήσεις να αγκαλιάσουν τον κόσμο
όπως το χέρι που πιάνει μια λιόκαυτη πέτρα.
Ο ταξιδιώτης στέκεται κάτω από το δέντρο -
Θα απλωθεί
μετά την κατάρρευση στου θανάτου τη δίνη
ένα φως δυνατό
πάνω από το κεφάλι του;

2. Gogol

Το σακάκι τριμμένο όπως λύκων αγέλη,
σαν μαρμάρινη σκλήθρα το πρόσωπο.
Τριγυρισμένος γράμματα κάθεται σε μια λόχμη
που αντιβοά από σφάλματα και εξευτελισμούς
και όπως χαρτί στον άνεμο πετά η καρδιά τριγύρω
ανάμεσα στις αφιλόξενες διαβάσεις.

Τώρα απλώνεται το λιόγερμα αργά
καλύπτοντας τη χώρα σαν αλεπού
και λαμπαδιάζει τα χλωρά που πέφτει μονομιάς.
Βρίθει το σύμπαν κέρατα και οπλές και από κάτω
γλιστρά η άμαξα ίδια σκιά
ανάμεσα στα φωτισμένα του πατέρα μου
τα πλούτη.

Η Πετρούπολη,
χτισμένη στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με τον όλεθρο
(είδες την Όμορφη μες στο γερμένο πύργο)
και ολόγυρα σε παγωμένες συνοικίες
ακόμα στον αέρα αιωρείται ο δύστυχος με ένα παλτό σαν μέδουσα.

Να τον εδώ σκεπασμένος νηστείες, αυτός που
περιστοίχιζαν παλιά κοπάδια γέλιου
που έχουν τραβήξει όμως πια για μέρη πιο ψηλά
πιο πάνω και από το όριο της βλάστησης.

Τραπέζια των ανθρώπων ασταθή.
Κοίταξε έξω,
πώς η μαυρίλα κατακαίει ένα νεφέλωμα ψυχών.

Γι’ αυτό και ανέβα στο φλογοβόλο αμάξι σου και φύγε απ’ τη χώρα!

*

3. Θαλασσινή ιστορία

Υπάρχουν μέρες του χειμώνα δίχως χιόνι. Τότε μοιάζει η θάλασσα
με μέρη ορεινά κουρνιασμένη στα φτερά της τα γκρίζα,
γαλάζια για μια ελάχιστη στιγμή και ώρες πολλές με κύματα
όπως λύγκες ωχροί, ψάχνοντας μάταια κράτημα στης ακτής τα χαλίκια.

Μια τέτοια μέρα θα είναι που τα ναυάγια σηκώνονται από τα βάθη
και αναζητούν τα αφεντικά τους αραγμένα στης πόλης το θόρυβο,
ενώ πνιγμένα πληρώματα πνέουν προς τη στεριά
πιο αραιά κι απ’ τον καπνό μιας πίπας.

(Οι γνήσιοι λύγκες απαντιούνται στο Βορρά με ακονισμένα νύχια
και ονειροπόλα μάτια. Στο Βορρά,
όπου η ημέρα κατοικεί μέσα σε ένα ορυχείο μέρα νύχτα.

Όπου ο μόνος επιζών μπορεί να καθίσει
πλάι στην παραστιά από το βόρειο σέλας
και να αφουγκραστεί τη μουσική των παγωμένων θυμάτων.)

*

4. Συσχετισμοί

Κοίτα το γκρίζο δέντρο: ο ουρανός
περνώντας απ’ τις ίνες του χύθηκε μες στο χώμα -
ένα συρρικνωμένο σύννεφο μόνο απομένει, όταν χορτάσει η γη.
Κλεμμένο σύμπαν περιστρέφεται μες στις πλεξούδες των ριζών,
κλώθεται, γίνεται φύλλα -
βγαίνουν οι σύντομες στιγμές ελευθερίας
από μέσα μας, στο αίμα των Μοιρών στροβιλίζονται
και συνεχίζουν.

*

5. Caprichos

Βραδιάζει στην Χουέλβα: φοίνικες μέσα στην καπνιά
και αργυρόλευκες νυχτερίδες που περνούν βιαστικά
του τραίνου τα σφυρίγματα.

Οι δρόμοι γέμισαν ανθρώπους
και η γυναίκα που διασχίζει το πλήθος βιαστικά,
σταθμίζει προσεκτικά στη ζυγαριά των ματιών της
το φως της μέρας το τελευταίο.

Τα παράθυρα των γραφείων ανοικτά -
το ποδοβολητό του αλόγου
ακόμα ακούγεται μέσα:
το γέρικο άλογο με τις οπλές των σφραγίδων.

Μόνο μετά τα μεσάνυχτα αδειάζουν οι δρόμοι
και όλα τα γραφεία φέγγουν επιτέλους μπλε.

Στα ύψη
αθόρυβα καλπάζοντας απλώνεται μαύρος,
λυτός και αφανής
κι έχει τινάξει από πάνω του τον καβαλάρη,
ένας καινούργιος αστερισμός που τον βαφτίζω «Άλογο».

*

6. Σμύρνη, ώρα τρεις

Μπροστά στην άκρη του σχεδόν άδειου δρόμου
δύο ζητιάνοι, ο ένας δίχως πόδια-
τον κουβάλαγε ο άλλος τριγύρω στην πλάτη του.

Σαν αποσβολωμένο ζώο που κοιτάει τυφλό
προβολείς αυτοκινήτου στο δρόμο μεσάνυχτα
μια στιγμή ακίνητοι στάθηκαν
και ύστερα τράβηξαν για παραπέρα

και με σβελτάδα αγοριών σε σχολική αυλή
το δρόμο διέσχισαν, ενώ μέσα στην κάψα του μεσημεριού
μυριάδες ρολόγια χτυπούσαν ολόγυρα.

Πλεύρισε το γαλάζιο τρεμοφέγγοντας αργά το αγκυροβόλι,
το μαύρο σύρθηκε ζαρώνοντας
και κάρφωσε το βλέμμα του μέσα απ’ τις πέτρες,
φούντωσε το λευκό θεριεύοντας σαν θύελλα στα μάτια.

Μόλις ποδοπατήθηκε η ώρα τρεις από οπλές
κι έπαλλε το σκοτάδι απ’ του φωτός τον τοίχο μέσα,
βρέθηκε η πόλη έρποντας στην πύλη της θάλασσας
πυρακτωμένος στόχος στου όρνιου το κιάλι.

*

7. Μυστικά καθ’ οδόν

Στο πρόσωπο βρήκε το φως της μέρας κάποιον στον ύπνο του
και αυτός ένα πιο έντονο όνειρο είδε,
δεν ξύπνησε όμως.

Χτύπησε το σκοτάδι στο πρόσωπο
κάποιον που βάδιζε ανάμεσα σε άλλους
κάτω απ’ τις δυνατές και ανυπόμονες ακτίνες του ήλιου.

Λες κι ήταν μπόρα ξαφνικά σκοτείνιασε.
Βρισκόμουν σ΄ένα χώρο που περιείχε όλες τις στιγμές -
σε ένα μουσείο πεταλούδων.

Κι όμως ο ήλιος ήταν το ίδιο δυνατός όπως και πριν
και οι ανυπόμονοι χρωστήρες του τον κόσμο ζωγράφιζαν.

*

8. Κύριε

Κάποιες φορές τα μάτια της άνοιγε η ζωή μου στο σκοτάδι.
Μια αίσθηση λες και τραβούσε πλήθος κόσμου στους δρόμους
τυφλό και ανήσυχο οδεύοντας προς κάποιο θαύμα,
ενώ εγώ αόρατος μένω στο ίδιο σημείο.

Σαν το παιδί που αποκοιμιέται φοβισμένο
όπως αφουγκράζεται τα βαριά της καρδιάς του τα βήματα.
Αργεί πολύ ώσπου να βάλει τις ακτίνες το πρωί στην κλειδαριά
του σκοταδιού τις πόρτες για να ανοίξει.

*Η πρώτη μετάφραση - παρουσίαση των ποιημάτων δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Βακχικόν το 2011
 (Επιλογή), (μτφρ. Γιώργος Καρτάκης) 

http://www.poiein.gr/


Δεν υπάρχουν σχόλια: