Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Αβάσταχτο Νησί




Η καταραμένη κατάσταση της θάλασσας από παντού

με αναγκάζει να κάτσω στο τραπεζάκι του καφενείου.

Αν δεν σκεφτόμουν ότι το νερό με τριγυρίζει σαν καρκίνος

θα μπορούσα να κοιμάμαι τελείως ξένοιαστος.

Ενόσω τα παιδιά ξεγυμνώνονταν να πέσουν για μπάνιο

δώδεκα άτομα πέθαιναν σ’ ένα δωμάτιο πατικωμένα.

Όταν την αυγή η ζητιάνα γλιστράει στο νερό

τη στιγμή ακριβώς που πλένει μια ρώγα της,

συνηθίζω τη βρωμιά του λιμανιού,

συνηθίζω την ίδια γυναίκα που μαλακίζει συνέχεια,

κάθε νύχτα, τον στρατιώτη στη σκοπιά εν μέσω

του ύπνου των ιχθύων.

Ένα φλιτζάνι καφέ αδύνατον να απομακρύνει την έμμονη ιδέα μου,

άλλοτε εγώ ζούσα σαν τον Αδάμ.

Τι προξένησε την μεταμόρφωση;



Η αιώνια μιζέρια που αποτελεί το να θυμάσαι.

Αν μπορούσες να ξανασχηματίσεις εκείνους τους συνδυασμούς,

και μου ‘δινες πίσω τη χώρα χωρίς το νερό,

θα το ‘πινα όλο να το φτύσω στον ουρανό,

Είδα όμως τη μουσική να σταματάει στα λαγόνια,

είδα τις μαύρες να χορεύουν μ’ ένα ποτήρι ρούμι στα κεφάλια τους.

Πρέπει να σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι με την έντονη πεποίθηση

ότι τα δόντια σου μεγάλωσαν,

ότι η καρδιά θα σου βγει απ’ το στόμα.

Στις ξέρες κυματίζει ακόμα η στολή του πνιγμένου ναυτικού

Πρέπει να σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι και να βρούμε την αρτηρία της θάλασσας

να την ξεζουμίσουμε.

Βάλθηκα να ψαρεύω σφουγγάρια με μανία,

αυτά τα θαυμαστά όντα που μπορούν να ρουφήξουν μέχρι και την τελευταία

σταγόνα

και να ζουν ολόξερα.

Απόψε έκλαψα που γνώρισα μια γριά

που έζησε εκατόν οχτώ χρόνια τριγυρισμένη από νερό

από παντού.

Πρέπει να δαγκώσουμε, πρέπει να φωνάξουμε, πρέπει να γρατσουνίσουμε

Έδωσα τις τελευταίες οδηγίες.

Το άρωμα του ανανά μπορεί να σταματήσει ένα πουλί

Οι έντεκα μουλάτοι τσακωνόντουσαν για το φρούτο,

Οι έντεκα φαλλικοί μουλάτοι πέθαναν στην άκρη της παραλίας.

Έδωσα τις τελευταίες οδηγίες.

Όλοι μας ξεγυμνωθήκαμε.



Έφτασα όταν έδιναν ένα ποτήρι αλκοόλ στη βάρβαρη

παρθένα,

όταν έχυναν ρούμι κατάχαμα και τα πόδια έμοιαζαν λόγχες,

ακριβώς όταν ένα σώμα στο κρεβάτι μπορούσε να φανεί

απρεπές,

τη στιγμή ακριβώς όπου κανένας δεν πιστεύει στον θεό.

Οι πρώτες νότες και η αρχαιότητα αυτού του κόσμου:

μια μαύρη και μια άσπρη, ιερατικά και το υγρό να ξεπηδά.

Για να λυπηθώ οσμίζομαι κάτω απ’ τις μασχάλες μου.

Σ’ αυτή τη χώρα που δεν έχει άγρια ζώα.

Σκέφτομαι τα άλογα των κατακτητών να βατεύουν

τις φοράδες,

σκέφτομαι τον άγνωστο ήχο του Αρεϊτο

που έχει αιώνια χαθεί,

και βέβαια πρέπει να προσπαθήσω να διευκρινίσω

την πρώτη σαρκική επαφή στη χώρα αυτή, και τον πρώτο νεκρό.

Όλοι τους σοβαρεύουν όταν το τύμπανο ανοίγει το χορό.

Μόνον ο Ευρωπαίος διάβαζε τους συλλογισμούς του Καρτέσιου.

Ο χορός και το νησί τριγυρισμένο από νερό από παντού:

φτερά από φλαμίγκος, κόκαλα από σφυρίδες, ματσάκια βασιλικό,

στη μέση κουκούτσια από αβοκάδο.

Η καινούρια επισημότητα του νησιού αυτού.

Χώρα μου, τόσο νέα, δεν ξέρεις να ορίζεις!



Ποιος μπορεί να γελάσει πάνω σ’ αυτό τον πένθιμο βράχο όπου θυσίαζαν

κοκόρια;

Οι γλυκείς Νιάνιγος κατεβάζουν τα μαχαίρια τους σιγά – σιγά.

Σα να ‘ταν Γουανάμπανα την καρδιά μπορούν να την διαπεράσουν

χωρίς να τελεστεί έγκλημα.

Ένα χέρι στο τρες μπορεί να φέρει όλο το πένθιμο χρώμα

των καϊμίτος

Πιο γυαλιστερά κι από καθρέφτη στη μούχλα,

κι όμως ο ωραίος αέρας απομακρύνεται από τις φοινικιές.

Αν βύθιζες τα δάχτυλά σου στους καρπούς τους θα πίστευες στη μουσική.

Τη μητέρα μου τη δάγκωσε ο σκορπιός όταν ήταν έγκυος.



Ποιος μπορεί να γελάσει πάνω σ’ αυτό τον βράχο που θυσίαζαν

κοκόρια;

Ποιος μπορεί να μείνει ακίνητος όταν χτυπάνε οι κλάβες;

Ποιος δεν στέργει να πνιγεί μεσ’ την αόριστη πυρά

του φλαμπογιάν;

Το έφηβο αίμα πίνουμε στις γυαλιστερές κολοκύθες.

Δεν περνάει ένας τίγρης τώρα αλλά η περιγραφή του.



Οι λευκές οδοντοστοιχίες τρυπάνε τη νύχτα,

κι ακόμα τα λιμασμένα δόντια των Κινέζων που περιμένουν το πρωινό

μετά από το χριστιανικό δίδαγμα.

Μπορούν ακόμα αυτοί οι άνθρωποι να σωθούν απ’ τον ουρανό,

γιατί στο ρυθμό των ύμνων οι παρθένες κουνάνε

με μαεστρία

τους φαλλούς των ανδρών.

Το ακράτητο κύμα εισβάλλει στο ευρύχωρο σαλόνι των γονυκλισιών.

Κανείς δεν σκέφτεται να παρακαλέσει, να ευχαριστήσει, να δώσει μαρτυρία.

Η αγιότητα ξεφουσκώνει σ’ ένα γέλιο.

Μακάρι να ‘ναι τα χαοτικά σύμβολα της αγάπης τα πρώτα αντικείμενα

που αγγίζει,

ευτυχώς αγνοούμε την φιληδονία και το γαλλικό χάδι,

αγνοούμε τον τέλειο φιλήδονο και τη γυναίκα – χταπόδι,

αγνοούμε τους στρατηγικούς καθρέφτες,

δεν ξέρουμε να φέρουμε τη σύφιλη με την ξεκούραστη άνεση

ενός κύκνου,

αγνοούμε ότι πολύ σύντομα θα εκτελέσουμε αυτές τις

θανατερές κομψότητες.

Τα σώματα στη μυστηριώδη τροπική ψιλοβροχή,

στη καθημερινή βροχούλα, στη νυχτερινή βροχούλα, πάντα

στη βροχούλα,

τα σώματα που ανοίγουν τα εκατομμύρια μάτια τους,

τα σώματα που ορίζει το φως, αναδιπλώνονται

μπρος στη δολοφονία του δέρματος,

τα σώματα καταβροχθίζοντας κύματα φωτός, σκάνε σαν

πύρινοι ηλίανθοι

πάνω από τα λιμνάζοντα νερά

τα σώματα, στα νερά, σα σβησμένα κάρβουνα πλέουν ακυβέρνητα

προς τη θάλασσα.



Σύγχυση, φρίκη, αφθονία, είναι η παρθενία που αρχίζει να χάνεται.

Τα σαπισμένα μάγκος στη κοίτη του ποταμού προσβάλλουν τη λογική μου,

και σκαρφαλώνω στο ψηλότερο δέντρο για να σκάσω κάτω σαν καρπός.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να σταματήσει αυτό το σώμα που προορίζεται για τις οπλές

των αλόγων,

αναστατωμένα πιασμένο ανάμεσα στην ποίηση και τον ήλιο.



Με θάρρος συνοδεύω τη διάτρητη καρδιά,

το πιο οξύ στιλέτο καρφώνω στο σβέρκο των κοιμισμένων.

Ο τροπικός αναπηδά και ο πίδακας του εισβάλει στο κεφάλι μου

τέλεια κολλημένος με τη φλούδα της νύχτας.

Η αυθεντική ευσέβεια της χρυσοφόρου άμμου

πνίγει ηχηρά τις ισπανικές φοράδες,

το νερό ανακατεύει τις πιο περίεργες χαίτες.



Με αυτά τα διασταλμένα μάτια δεν μπορώ να δω.

Κανείς δεν ξέρει να κοιτάξει, να παρατηρήσει, να ξεγυμνώσει ένα σώμα.

Είναι η φρικτή σύγχυση ενός χεριού στη πρασινάδα,

και οι στραγγαλιστές ταξιδεύουν στις ζώνες της ίριδας.

Δεν θα μπορούσα να γεμίσω με ματιές τη μοναχική πορεία της αγάπης.



Σταματώ σε ορισμένες παραδοσιακές λέξεις:

η νεροποντή, ο μεσημεριανός ύπνος, το ζαχαροκάλαμο, ο καπνός,

με μιαν απλή κίνηση, με τα ονόματα και μόνο,

τιτανικά περνάω πάνω από τη μουσική τους,

και λέω: το νερό, το μεσημέρι, η ζάχαρη, ο καπνός.



Συνδυάζω:

η νεροποντή χτυπάει στη ράχη των αλόγων,

ο ύπνος το μεσημέρι δεμένος στην ουρά ενός αλόγου,

το ζαχαροκάλαμο καταβροχθίζει τα άλογα,

τα άλογα χάνονται σιωπηλά

στην ερεβώδη αποφορά του καπνού,

η τελευταία χειρονομία των σιμπονέγιες ενώ ο καπνός περνά

απ’ τη διχάλα

όπως το κάρο του θανάτου,

η τελευταία χειρονομία των σιμπονέγιες,

και σκάβω αυτή τη γη να βρω η δόλια και να μου πλάσω

μια ιστορία.


Μετάφραση από τα ισπανικά: Γιώργος Ρούβαλης

Δεν υπάρχουν σχόλια: