Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

ΑΝΤΙΟ ΔΑΣΚΑΛΕ..




Κώστας Στεργιόπουλος
Στίχοι στον καθρέφτη με τις δύο όψεις
Της Χρύσας Σπυροπούλου



Χαμηλών τόνων αλλά ουσιαστική είναι η ποίηση του Κώστα Στεργιόπουλου (Αθήνα, 1926), η παρουσία του οποίου στα γράμματα είναι πολυσχιδής: ποιητής, κριτικός, πεζογράφος αλλά και δάσκαλος. Δίδαξε στην Ιδιωτική Μέση Εκπαίδευση και αργότερα, πρώτα ως λέκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1966-1969), απ' όπου παύτηκε από τη δικτατορία, και έπειτα ως καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το 1986 αναγορεύτηκε ομότιμος kαθηγητής. Οι διδασκαλίες του από το 1974 έως το 1984 άφησαν εποχή. Σαφής και σχολαστικός. Ευαίσθητος και στοχαστικός.

Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία έγινε το 1943 με την ποιητική συλλογήΧινοπωρινά, αλλά και με δημοσιευμένα ποιήματα στο περιοδικό «Νέα Εστία».

Hδη στα πρώτα του ποιήματα της συλλογής Τα τοπία του φεγγαριού(1955), διακρίνονται οι καταβολές του στον συμβολισμό, από τον οποίο φαίνεται να απομακρύνεται, χωρίς όμως ποτέ να τον εγκαταλείπει τελείως, στην τρίτη του συλλογή Το χάραμα του μύθου (1963). Οι ποιητικές συλλογές του είναι οι ακόλουθες:

Τα τοπία του φεγγαριού (1955)
Η σκιά και το φως (1960)
Το χάραμα του μύθου (1963)
Ο κίνδυνος (1965, β' έκδοση συμπληρωμένη 1972)
Τα τοπία του ήλιου (1971)
Eκλειψη (1974)
Τα μισά του πλου (1979, β' έκδοση 1999)
Αλλαγή φωτισμού (1984, β' έκδοση 1999)
Ο ήλιος του μεσονυκτίου (1991, β' έκδοση 1999)
και Παλίρροια (1998).

Οι οκτώ πρώτες συλλογές έχουν συγκεντρωθεί σε δύο τόμους: Τα Ποιήματα Α' 1944-1965 (1988) και Τα Ποιήματα Β' 1965-1983 (1992). Επίσης συγκεντρώθηκαν σε μία έκδοση οι δύο τελευταίες συλλογές μαζί με την έως τότε ανέκδοτη Oσο είναι ακόμα καιρός καθώς και ένα επίμετρο με μεταφράσεις ποιημάτων, κυρίως από τα γαλλικά, στον τόμο Τα Ποιήματα Γ' 1983-2005 (2006).

Ο Στεργιόπουλος στις πρώτες συλλογές του συνδυάζει χαρακτηριστικά του αθηναϊκού συμβολισμού και του νεορομαντισμού, καθώς με τις δύο αυτές τάσεις ταιριάζουν οι ποιητικές διαθέσεις του: νοσταλγία για ό,τι χάθηκε ή τείνει να χαθεί, μελαγχολία και θλίψη για το άπιαστο και το ανέφικτο, όπως είναι ο έρωτας. Η συλλογή Τα τοπία του φεγγαριού αποτελούν το μεταίχμιο ανάμεσα στα συμβολιστικά και τα νεωτερικά ποιήματα του Στεργιόπουλου και ιδιαιτέρως αξίζει να αναφερθεί το εξαιρετικό ποίημα "Eνα φεγγάρι στη Ρίβα". Ο "αφηγητής" εδώ ξεφεύγει από την ασάφεια των προηγούμενων συναισθηματικών καταστάσεων και αναδεικνύει τα προβλήματα που προέκυψαν μετά τη γερμανική Kατοχή αλλά και την περίοδο του Eμφυλίου.

Στη συλλογή Η σκιά και το φως η θεματολογία γίνεται πιο υπαρξιακή, καθώς τονίζονται ζητήματα όπως αυτά της φθοράς, του θανάτου, του γρήγορου περάσματος του χρόνου, ενώ αντιπαρατίθενται τα ανόμοια: φως και σκότος, ζωή και φθορά. Τα θέματα αυτά επανέρχονται στις επόμενες συλλογές Το χάραμα του μύθου και Ο κίνδυνος. Ο ποιητής αναγνωρίζει ότι τα υπαρξιακά ερωτήματα είναι αναπάντητα και γι' αυτό αναρωτιέται γιατί να ασχολείται κανείς με τόσο άλυτα ζητήματα τη στιγμή που υπάρχει η ομορφιά του εξωτερικού κόσμου: « Γιατί να στρέφουμε αλλού τα μάτια, / μέσα στης ύπαρξής μας τα σκοτάδια, / κι όχι σ' αυτό το χειμωνιάτικο δρόμο;».

Οι συλλογές Τα τοπία του ήλιου και η Eκλειψη αναδεικνύουν τις δυσκολίες της εποχής, κι έτσι αναδιατυπώνεται η συνομιλία του ποιητή με τη φύση, τις αναμνήσεις, το παρελθόν. Τα υπαρξιακά θέματα και ιδιαιτέρως εκείνο του χρόνου θα επανέλθουν στις συλλογές Τα μισά του πλου, στην οποία η φθορά των πραγμάτων επηρεάζει το ποιητικό εγώ, στον Hλιο του μεσονυχτίου και στην Παλίρροια.

Στον τρίτο τόμο των συγκεντρωτικών ποιημάτων του, ο οποίος περιλαμβάνει συλλογές από το 1983 έως το 2005, διαφαίνονται διαθέσεις αλλά και στάσεις που αφήνουν ευχάριστη αίσθηση στον αναγνώστη ακόμα κι όταν αυτές υπαινίσσονται δυσάρεστες καταστάσεις. Οι εικόνες ρέουν με τον κομψό λόγο να γίνεται πότε λυρικός και πότε διεισδυτικά νοσταλγικός εφόσον τα θέματα αφορούν στο γρήγορο πέρασμα της ζωής, στη φθορά, στο θάνατο, που ωστόσο αντιμετωπίζονται με παιγνιώδη ενίοτε εκφορά, χωρίς να καταφεύγει ο ποιητής στη χρήση δύστροπων συνθέσεων. Στην ποίηση του Στεργιόπουλου άλλωστε δεν έχουν θέση οι κραυγές και οι υπερβολές είτε είναι αυτές συναισθηματικές είτε εγκεφαλικές κατασκευές. Oλα προσεγγίζονται απλά, με μέτρο και ηρεμία ενώ ακόμη και ο "τρόμος του κενού" δεν πανικοβάλλει, αντίθετα ορίζεται σε τόνους αυθεντικούς γιατί η φύση, με την αρχή και το τέλος των πραγμάτων, κρύβει αθωότητα έστω κι αν σ' αυτήν συνυπάρχουν το φως και το σκοτάδι, η γαλήνια ομορφιά και η ταραγμένη όσο και επικίνδυνη έκφραση των στοιχείων της. Ο καθρέφτης με τις δύο όψεις του, στίχος που επανέρχεται, συμβολίζει τη ζωή και την ανυπαρξία, η θάλασσα αλλά και ο άνεμος επίσης, αγαπημένες σταθερές του ποιητή, πότε συντροφεύουν τις μνήμες και πότε ξυπνούν τον συγκρατημένο φόβο για το άγνωστο. Εσωτερική κυρίως ποίηση, ένας εμβριθής περίπλους στη ζωή, σπουδή στη φθορά, στο χρόνο και στη μνήμη, γίνεται κοινωνός με το άλλο, με το σύνολο, σε ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή Παλίρροια (1991-1996), όπως στο "Ξάνθη 1949" και το "Sine sole sileo". Kαι όπως ο κύκλος της ζωής -αξίζει να αναφερθεί ο στίχος του Eλιοτ "In my beginning is my end", το μότο στο εξαιρετικό ποίημα Ουροβόρος όφις- έτσι και ο Γ' τόμος των ποιημάτων του Κώστα Στεργιόπουλου κλείνει μ' ένα ποίημα που θυμίζει την αρχή της δημιουργικής πράξης: "Hταν ωραία στην αοριστία της / αυτή που με κρατούσε / ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως, / εκεί που ισορροπούν η μέρα με τη νύχτα, / με μισό πρόσωπο στο φως και το άλλο στο σκοτάδι. / Ωραία, με προεκτάσεις απροσδιόριστες. / Oπως όταν χαράζει με το χειμώνα / μέρα λαμπρή στα μέσα του Γενάρη, / κι άλλοτε, σαν "από την άλλη / μεριά αγελτηρίων θανάτου". / Πράξις λαθραία, / που κάποτε κι αυτή τελειώνει / σαν τη ζωή." (Πράξις λαθραία, σ.169)

Οι μεταφράσεις που ακολουθούν στο επίμετρο, μια επιλογή από παλαιότερες, συμπληρώνουν την εικόνα των προτιμήσεων και διαθέσεων του ποιητή. Εδώ ο Apollinaire, ο Baudelaire, ο Carco, ο Gautier, συνομιλούν με τις σκιές αλλά και το πρωτότυπο ποιητικό έργο του μεταφραστή. "Στην αρχή μου βρίσκεται το τέλος μου" αλλά και κάθε τέλος είναι μια καινούρια αρχή...




ΤΑ ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ (1955)

Ενα φεγγάρι στη Ρίβα

Βγήκες βρεγμένο από τα κύματα
και ξύπνησες τ’ ακίνητα νερά,
και ξάφνιασες τα ασάλευτα νερά.
Μη με κοιτάζεις έτσι. Σε φοβάμαι.

Βγήκες βρεγμένο τα μεσάνυχτα απ' το πέλαγος
και λάμπουνε και τρέμουν τα νερά,
-μια ίσια γραμμή που αστράφτει, τα νερά...

Αθόρυβα που λάμνεις κι ανεβαίνεις,
κόκκινο ασήμι φλωροκαπνισμένο,
άπλετο φως που απλώνεις κι ανεβαίνεις
μες στη βαθιά ησυχία τ' ουρανού!
...Και μπαίνεις απ’ τα μαύρα παραθύρια
στα γκρεμισμένα σπίτια του θανάτου,
και ψάχνεις για να βρεις αραχνιασμένο
τον ύπνο που κοιμήθηκε στα θάμνα,
σκόνη του ονείρου, χάος τ' ουρανού.

Ο άνεμος που σωπαίνει έχει φορέσει,
μυστηριακός, κι αυτός το φόρεμά σου,
κι εκεί, στα δυο βουνά, μες στην κοιλάδα,
σταχτιά φαντάσματα έχουν βγει απ' την καταχνιά.
Μην πέφτεις πια χλομό σ' αυτούς τους τοίχους,
μη σπάζεις μ' αστραπές σ' αυτά τα τζάμια.
Στάσου μονάχα κι άκου αυτόν τον ήχο
στην ερημιά. Απ' το φως σου μια σταγόνα,
σα μέταλλο, άκου: στά-
ζει μια σταγόνα
μες στ' ουρανού την άσπρη παγωνιά.

Τι με κοιτάζεις έτσι; Σε φοβάμαι.
Αφού το ξέρεις: δε θα σου ξεφύγω.



Η ΣΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΣ (1960)

Νυχτερινός άνεμος

Από πού έρχεται πάλι αυτός ο άνεμος,
από πού έρχεται πάλι αυτή η πνοή;
Τόσον καιρό, στ' αλήθεια, πια δεν πίστευα,
νόμιζα πως μου πέτρωσε η ψυχή.
Και ξάφνου, πάλι, να: αυτός ο άνεμος!

Σκοτεινή μνήμη, φερμένη από τα βάθη
της νύχτας... Σιωπηλή φύση
τις φυλλωσιές που ανήσυχα κινεί...
Φέρνει, ώς εδώ στην κάμαρα, μια αρχαία φωνή,
σέρνει με φρίκη ένα ξερό φύλλο στην αυλή
και μες στον ύπνο μου χτυπούν παράθυρα.

Σκοτεινή μνήμη... Σιωπηλή φύση...

Από πού έρχεται πάλι αυτός ο άνεμος
και σαλεύει τα φύλλα της ψυχής;



Ο Αγνωστος

Στα σκοτεινά έγκατά μας κατοικεί
κάποιος που το κλειδί κρατάει της ύπαρξής μας,
χαμένος πάντα, μοναχός κι ανεξιχνίαστος,
με μνήμη πιο παλιά απ' τον κόσμο, φορτωμένος
με τις πληγές μας όλες και τις τύψεις μας.

Θλιμμένος, περιπαιχτικός ή και χαρούμενος,
αόρατος μας κυβερνά:
δέχεται απ' έξω τον αντίχτυπο
και δίνει την απάντηση.
Τα παρελθόντα μας θυμίζει
και τα μέλλοντα μας προμηνά.

Κάποτε, ωστόσο, μας αφήνει ανυποψίαστους.
Κι εκεί που ανίδεοι σχεδιάζουμε νέες εξορμήσεις,
εκείνος γέρνει πια κατάκοπος, έχει νυστάξει
κι είν' έτοιμος ν' αποδημήσει, αδιαφορώντας
για τα δικά μας τα εφήμερα επίγεια σχέδια.



ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ (1963)

Τα πράγματα

Τα πράγματα παλιώνουνε πριν από μας,
τα έπιπλα και τα παλιά μας σπίτια.
Κι αν ζούνε πιο πολύ, ζούνε νεκρά.

(Αν είχαμε μείνει ακόμα εκεί,
θα 'χαμε πλακωθεί κάτω απ' τα ερείπια.)

Πριν από μας παλιώνουν και γερνούν.
Δεν είναι σαν τα δέντρα, που ανα-
πνέουν με τα φύλλα τους
και σπρώχνουνε βαθιά τις ρίζες.

Τα πράγματα παλιώνουν και ερειπώνονται.
Μένουν ακίνητα, γι' αυτό πεθαίνουν.



Αιώνια επιστροφή

Του μεσοχείμωνου οι βουλές αλλάξανε.
Μέρες λαμπρές και νύχτες κρύες.
Και τώρα περιμένουμε την άνοιξη.
Κι όμως, ο ίδιος ουρανός, ο ίδιος ήλιος,
ο ίδιος άνεμος.

Αιώνια επιστροφή, αιώνια άνθηση.
Η ίδια κάθε φορά και νέα.
Αρχίζει, ξαναρχίζει, δεν τελειώνει
ποτέ και πουθενά.

Αλλάζει η γεύση του ανέμου, η όψη του ήλιου.
Αλλάζει η όψη τ' ουρανού, η γεύση του έρωτα.

Νύχτες βαθιές, κρυστάλλινες,
που βυθισμένη ακόμα η πλάση
σε ύπνο βαρύ κι ανόνειρο ανασαίνει,
που κατεβαίνουν οι άγγελοι κι ορχούνται σε κρυ-
φες σπηλιές,
ενώ στη γη οι δαίμονες χτυπούν τα τύμπανα.



Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ (1965, νέα έκδοση συμπληρωμένη 1972)

Παραμορφωτικοί καθρέφτες

Οπως μπαίνεις και προχωρείς στην αίθουσα,
σ' αρπάζουν οι καθρέφτες
και σου τραβούν τη μύτη και τ' αφτιά.

Σου χώνουν το κεφάλι μες στους ώμους,
σου παίρνουν το κεφάλι από τους ώμους.
μακραίνεις και μικραίνεις ετοιμόρροπος
στην κορυφή δυο ξύλινων ποδιών.

Κάποια στιγμή, καθώς σαλεύεις,
χάνεσαι.
Ξαφνιάζεσαι, γυρνάς και πας να φύγεις.
Μα τότε το άλλο σου είδωλο,
τεράστιο, εκτρωματικό έρχεται
κατ' απάνω σου.

Σώνεσαι κλείνοντας τα μάτια.



Προμηθέας λυόμενος

Γιατί πρέπει δηλαδή να βρίσκομαι δεμένος;
Τα σκηνικά είναι από χαρτόνι,
ψεύτικες κι όλες οι λάμψεις κι οι αστραπές,
κι όταν ανάψουνε τα φώτα, το κοινό θα φύγει.

Γιατί πρέπει δηλαδή μονάχα να υπομένω;
Αμα τα φώτα σβήσουνε ξανά, κι εγώ θα φύγω.

Δε θέλω πια κανένας να υποφέρει.

(Αρκετά μ' έκαψε η φωτιά!)

Κι αν έρθει το πουλί, το πνίγω.



ΤΑ ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ (1971)

Η τετελεσμένη μοίρα

Θα 'θελα κάποτε να γυρίσω πάλι εκεί,
κοντά στα θεόρατα κύματα και τους ασά-
λευτους κάβους.
Θα 'θελα να γυρίσω πάλι κάποτε,
ακόμα κι αν ξαναβυθιστώ στην πέτρα,
κι αν βουλιάξω
κάτω απ' τα κυπαρίσσια και τις ξερολιθιές.

Να 'μαι εγώ εδώ κι εκείνα εκεί
δεν το βαστώ. Δεν υποφέρεται
τέτοιος ζωντανός χωρισμός.

Ας ξεριζώσει λοιπόν τα δέντρα και τα παράθυρα,
κι ας με ξαναφέρει πάλι αυτός ο άνεμος.
Δε μπορώ πια οι άλλοι να μ' αναγκάζουν,
να μ' αναγκάζει η ίδια η ανάγκη
κι η τετελεσμένη μοίρα.

Ο ήλιος να σέρνει τις αλυσίδες του στη θάλασσα.

Να ουρλιάζει γύρω το μελτέμι.

Η νύχτα να πέφτει σκούρα σα μελάνι.

«Δε θα ξαναπάς ποτέ!»,
μου 'λεγε ο άνεμος αυτός.



ΕΚΛΕΙΨΗ (1974)

Δε μπόρεσα να καταλάβω...

Δε μπόρεσα να καταλάβω την αταραξία των δέντρων,
αυτή τη χάρη του Θεού.

Ποιος είναι βέβαιος πια για τίποτα!
Το σώμα δεν κουράζεται μόνον, αλλά κι εκδικείται,
σαν του στερείς του ζώου τη βεβαιότητα.

Εμάς ακόμα
μας ψήνουν τα λιοπύρια πάνω από τους τάφους,
βροχές μας μαστιγώνουνε και κρύοι βοριάδες
μας σβήνουν τα κεριά.
Και πάλι έχουμε κι άλλα δάκρυα,
που κάποτε κι αυτά στερεύουν.

Αμα έχεις αφήσει πίσω σου όλη την έρημο κι η
έρημος συνεχίζεται.
Οταν αλλάζει πια η ψυχή το δέρμα της
και χάνει το πρώτο της χνούδι.

(Επαιζε πάντα ο δαίμονας σκληρά μαζί μου,
κι ο άγιος σήκωνε το σπαθί, όταν είχε πια γδαρθεί.)



ΤΑ ΜΙΣΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥ (1979)

Ο ψίθυρος των πραγμάτων

Τα πράγματα δε μου μιλούν, στέκω ν' ακούσω
τους τελευταίους τους ψιθύρους, καθώς πεθαίνουν.
Οπως η λυπημένη θάλασσα της γαλήνης.

Περίλυπο το άλλο μου πρόσωπο τα επισκοπεί,
πάνω από νοτισμένες στέγες κι από καμινάδες που
παλεύουν νότος και βορράς
κι αλλάζουν στη βροχή και στον καπνό κατεύθυνση.

Ξημερώνει στους καπνοσυλλέκτες και στις κεραίες των
τηλεοράσεων.
Κι ωστόσο, αντίκρυ εκεί στον τοίχο, πέφτει ακόμα
φως τόσο γλυκό,
υπόλοιπο απ' αυτό που λέγαμε άλλοτε ψυχή.
Ούτε το σκέφτεσαι πως πάει να δύσει.

Ο κόσμος βουίζει γύρω πιο πραγματικός.
Ο ήλιος είναι πιο ζεστός στα μέλη.

Εργα της τύχης και της τόλμης.
Ωσπου να λάμψει ξάφνου εμπρός σου
ο άγιος αστραφτερός κρατώντας το σπαθί,
όταν δε θα μπορεί πια να ξυπνήσει η σκέψη.

Ομως εγώ μόνο γι' αυτή τη ζωή μιλώ.
Την άλλη, κι αν την πιστεύω, δεν την ξέρω.



ΑΛΛΑΓΗ ΦΩΤΙΣΜΟΥ (1984)

Ο Μεσσίας

Τον περιμέναμε σαν τον Μεσσία
να ξαναρθεί μέσα απ' τη φάτνη,
τώρα που ο κόσμος γίνηκε πετρέλαιο και κατράμι.
Τον περιμένανε κι όσοι «ουκ οίδασι τι ποιούσι».

(Εσύ, μεγάλο μάτι,
απ' τον ψηλό το θόλο δες και κρίνε
τι γρήγορα έρχεται η προδοσία,
μ' ένα χαμόγελο, μ' ένα φιλί.)

Τον περιμέναμε, κι είχαμε μείνει
σαν τις καρέκλες σ' αδειανή εκκλησιά.

Μα ποιος μπορούσε πια, ποιος είχε τη δύναμη
σε μια απ' τις γλώσσες της Βαβέλ
να φέρει στον κόσμο
ένα ποίημα.



Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ (1991)

Ο ήλιος του μεσονυχτίου

«Εστι δε πίστις...»
( «Προς Εβραίους», 11,1.)

Σαν τον ήλιο του μεσονυχτίου,
ας κατέβουμε χαμηλά.
Αυτός δεν είναι ήλιος. Είναι το είδωλό του,
που φέγγει ακόμα, ενώ εκείνος πια έχει δύσει.

Θ' αφήσω πάλι την ελπίδα να περάσει μέσα από «κε-
φαλή βελόνης».
Η φύση με βρεγμένα φτερά δε μπορεί να πετάξει,
κουβαλώντας σε μόρια ύλης κάτι από την ψυχή των
προγόνων.

Ας κατέβουμε χαμηλά.

Τα μάτια μας διεσταλμένα για να κοιτάζουν,
τα χείλια μας ανυπόμονα να γευτούν.
Γένος αμαρτωλό,
ξεχνάμε ακόμα ως και το θαύμα.
Τα χέρια μας αεικίνητα, έτοιμα ν' αρπάξουν.

Ποιος βρίσκεται πιο πάνω και πιο κάτω
ανάμεσα σε καύκαλα γυμνά,
που σε κοιτάζουν κιόλας με τις άδειες τρύπες των
ματιών τους;
Η πεντάμορφη με το ρόδο κι η γκαβή κολοκύθα.
Το κρανίο του Γιόρικ και του Μεγαλέξαντρου.

«Εστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις,
πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων.»
Πόσο να βυθιστώ πιο βαθιά;
Απ' αλλού δεν μπορώ να φύγω.

Ας κατέβουμε χαμηλά,
ας κατέβουμε ακόμα πιο χαμηλά.
Αυτό το φως δεν παύει να φέγγει.



ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ (1998)

Ο ύπνος

Τον έπαιρνε ο ύπνος.
Κατάκοπο σε μια γωνιά τον έπαιρνε ο ύπνος,
ενώ οι άλλοι γύρω φλυαρούσαν.

Μήνες, μέρες, χρόνια
τον κυνηγούσε επίμονα, σπασμωδικά.
Μα τώρα ο ύπνος ερχόταν μόνος του,
βάραινε στα βλέφαρά του.

Σα να μην ήταν αυτός,
σα να μην είμαστε εμείς.

Και δεν ήθελε πια τίποτ' άλλο.



ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙΡΟΣ (2006)

Πράξις λαθραία

«...σαν πάει κάτι/να/ γραφή/είναι/ως αν/
να γράφονταν/ από την άλλη μεριά/
αγγελτηρίων/θανάτου...» (Ποίηση 1948, Ελευσις, 1948)
Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ηταν ωραία στην αοριστία της
αυτή που με κρατούσε
ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως,
εκεί που ισορροπούν η μέρα με τη νύχτα,
με μισό πρόσωπο στο φως και τ' άλλο στο σκοτάδι.

Ωραία, με προεκτάσεις απροσδιόριστες.

Οπως όταν χαράζει το χειμώνα
μέρα λαμπρή στα μέσα του Γενάρη,
κι άλλοτε, σαν «από την άλλη
μεριά αγγελτηρίων θανάτου».

Πράξις λαθραία,
που κάποτε κι αυτή τελειώνει
σαν τη ζωή.



Σημείωση: Εξαιρετική είναι η ανθολόγηση καθώς και το μελέτημα του Στέφανου Διαλησμά για το έργο του ποιητή: Κώστας Στεργιόπουλος "Επιλογή απ' τα ποιήματα", επιμέλεια και ανθολόγηση: Στέφανος Διαλησμάς, Ερμής 2008
http://www.poema.gr/dokimio.php?id=238

Δεν υπάρχουν σχόλια: