Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Άννα Γρίβα, Ποιήματα




1.Ο άλλος κόσμος
Της λέγανε πως η μαμά της πήγε στον ουρανό
ο θεός τη φροντίζει και της δίνει μέλι
και στα μαλλιά της ανθίζουν λουλούδια

στα σαράντα την πήρανε μαζί τους
το συμφωνήσαν να μην κλαίνε
και να μιλούν για το μέλι
και τον ουρανό
που είναι μεγάλος και όμορφος
γεμάτος περιπάτους και πορτοκαλιές

μα εκείνη δεν άκουγε τίποτα
χαρούμενη δεν ήταν ούτε και λυπημένη
κοιτούσε από μακριά μια κηδεία
γυναίκες ακουμπισμένες στον τοίχο
να θρηνούν
ένας γόος που έσκιζε το αυτί της
ενώ εκείνη έπαιζε μήλα ανάμεσα στους τάφους
με μια μπάλα φανταστική
που την κλοτσούσε ως τα σύννεφα

κι ύστερα ανάβουν το καντήλι της μαμάς
και φεύγουν

σκεφτόταν πως είναι δύσκολο
να ανάψεις το καντήλι:
λάδι νερό φιτίλι
σπίρτα νερό φωτιά
ποτήρι διάφανο
κρυστάλλινη αντανάκλαση
στον πάτο
κι ένας μενεξές τα πέταλά του στο λαδάκι

ανάλαφρα
οι πεταλούδες πετούσαν πάνω απ΄τα φέρετρα
όπως αγγίζουν τα μάτια των ανθών
ο ψίθυρός τους ήταν στα φτερά
μια τριβή από ξύλο
που δυναμώνει
και δυναμώνει…

*


***

2.Στα γάργαρα νερά

Ο τοίχος είναι λευκός
αν κάνεις ένα σάλτο
μπαίνεις στο τίποτα

απ΄το πρωί μαζεύω φύλλα
και τα κολλάω με σάλιο
πάνω στον τοίχο
δίπλα δίπλα αγαπιούνται
έτσι νομίζω θα κλείσω το τίποτα

το βράδυ θα βάλω μέσα το κεφάλι μου
κι απ΄την άλλη πλευρά
θα ακούω μια μουσική

τα φύλλα πάντα ξεκολλούν
ο αντίλαλος της πτώσης τους
είναι το νήμα που κρατά
τα πόδια μου στο σπίτι
ενώ ένα σμήνος ψαριών
περνά από μέσα μου
προς τα γάργαρα νερά
της άλλης όχθης.

*



***

3.Επιβάτες

Βαδίζοντας νύχτα τη λεωφόρο
τα μάτια μου πονούσαν από ένα φως παράξενο
σε μια γωνιά ξεπρόβαλε ο παππούς μου
νεκρός εδώ και χρόνια
και σε ένα δέντρο είδα το γιο μου να καρπίζει
αγέννητο από αιώνες
ίσως ο χρόνος να με έπαιζε
σε τράπουλες προσώπων που δεν θα ξαναδώ

ξάφνου ένα αυτοκίνητο σταμάτησε
στις άκρες των ποδιών μου:
ανοίγει η πόρτα με αρπάζει
και τρέχει πάλι προς το άγνωστο

κάθε νύχτα σταματάμε
και κλέβουμε άλλον ένα.

*


***

4.Προσευχή

Στρόφιγγες μαύρες των ωκεανών
το ψάρι σας είμαι
κολύμπι κολύμπι
θα βρω τις πηγές σας
μη με εξορίζετε στο φως
σκοτάδι θέλω
σκοτάδι λαχταρώ
εκεί θα λάμψει το προαιώνιο κύτταρό μου
εκεί θα πάψω πια να βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σαράκι της νύχτας.

*


***

5.Τυφλοπόντικας
Τρυπώνω βαθιά
στις ρίζες των δέντρων
κι ακούω το φλοίσβο
υπόγειων κόσμων

η ιστορία του ανθρώπου
κρέμεται από τη σκαπάνη μου

τις σκοτεινές νύχτες
βρίσκω τη μάνα του Οδυσσέα
να του πλέκει ζακετάκια
μήπως ξανάρθει
«κάνει κρύο εδώ κάτω»
μου γνέφει και γελά
«δεν είναι τόπος για επιζώντες»

πώς να της πω
ότι έχει νήμα αόρατο
που οι κόμποι του δε δένουν
παρά σε κάθε βελονιά
ξηλώνονται αθόρυβα
τα σεντονάκια της αυγής

δε θα της πω:
οι ποντικοί στο στόμα μας τους
δεν πιάνουν τα αιώνια
μόνο σκάβουν.

*

***

6.Και πάλι διψάει

Η ψυχή έχει ένα έρεβος
μεγάλο σαν ελέφαντα
εκατό χρόνια να το ποτίζεις
πάλι διψάει

εγώ – σου λέει- μεγάλωσα
τα τέκνα μου με ιδρώτα
σαν φίδια τα μεγάλωσα
στα κακοτράχαλα της γλώσσας
και στους γκρεμούς φιλιών
εγώ με αίμα έπλενα
όλα τα βρώμικα της μέρας
κι έγινε η πλάτη μου νεώριο
των διαλυμένων καραβιών σας
εγώ τρυγώ τη σταφυλή
ρίχνοντας δάκρυα στο κύμα
και τραγουδώ τους μεθυσμένους
μελλοθανάτους ναύτες

η ψυχή έχει ένα έρεβος
μεγάλο σαν ελέφαντα
εκατό χρόνια να το ποτίζεις
πάλι διψάει.

*



***

7. Λέξεις
Εμένα ο άγγελός μου
περνά από χαραμάδες
το πνεύμα του λειαίνεται
για να γλιστρά αθόρυβα
και οι φτερούγες τους μαζεύουν
στη ρίζα του λαιμού

για λίγο κάθεται στα πόδια μου
κι ανιστορεί το πέταγμά του
πάνω από πόλεις και γκρεμούς
του δίνω σπόρους να χορτάσει
και ξεδιψά νερό απ΄τα χέρια μου

εμένα ο άγγελός μου
ποτέ δεν έφερε ειδήσεις
ούτε καπνό απ΄τον άλλο κόσμο
ποτέ δεν μου είπε για θεό
ούτε για αδέρφια αρχαγγέλους
μονάχα με ρωτά πώς είναι να΄χεις σώμα
πώς η αγάπη ξεδιπλώνεται μέσα από φιλιά
πότε η μνήμη φέρνει πόνο
και πώς της δραπετεύεις

μα προπαντός ρωτά αν χάνονται
οι λέξεις στον αέρα
ή αν γίνονται άγγελοι
ώσπου να βρουν το στόχο τους.

*


****************************************************************



Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά της δημοσιεύει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: