Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΝΟΙΞΕΤΕ



Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μιά αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ' ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν απο τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρείς άσπρες κουκουβάγιες
Την ανάμνηση των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορώνες που πέφτουν
στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα  
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια


Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος

Από το βιβλίο: Χριστόφορος Λιοντάκης, «Ανθολογία γαλλικής ποίησης. Από τον Μπωντλαίρ ώς τις μέρες μας», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000, σελ. 196.



Δεν υπάρχουν σχόλια: