Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΔΙΟΣ


%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b4%ce%b9%ce%bf%cf%83


ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΔΙΟΣ:ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟΣ ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ


Συνέντευξη στον Γιώργο Χριστοδουλίδη


O Γιώργος Ταρδίος* (George Tardios) είναι Κύπριος. Γεννήθηκε και ζει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μιλά «βαριά» κυπριακά όπως του τα έμαθε η μάνα του τη δεκαετία του 40 και δεν έζησε ποτέ μόνιμα σε αυτήν που θεωρεί με όλη τη δύναμη της ψυχής του, πατρίδα του-την Κύπρο.
Οι γονείς του George Tardios ήταν Ελληνοκύπριοι, η μητέρα του από τη Μόρφου και ο πατέρας του από το Βαρώσι. Το 1939, μετά τον θάνατο του πατέρα της, η μητέρα του ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου και παντρεύτηκε. Εκεί γεννήθηκε ο George.
Το νήμα της ταραγμένης του ζωής ξετυλίχτηκε ολόκληρο στην Αγγλία. Είναι όμως ένα καθαρά κυπριακό νήμα δεμένο με σφικτούς κόμπους γύρω από τα παλούκια της μνήμης. Μιας μνήμης οικοδομημένης αφενός πάνω στις ιστορίες που του έλεγε η μάνα του, αφετέρου στα πρώτα σκληρά, σε μια ξένη χώρα, χρόνια, στην οποία μικρός έτρωγε ξύλο επειδή ήταν Κύπριος και εν τέλει εκδιώχθηκε από το σχολείο.
Όμως δεν είναι αυτός ο λόγος που κάναμε τη συνέντευξη. Ο βασικός λόγος είναι ότι ο Γιώργος Ταρδίος γράφει ποίηση μοναδική και ανεπανάληπτη, τολμώ να πω. Έχοντας διαβάσει πολλούς και πολλά, δεν διστάζω να κατατάξω τον Ταρδίο στις πιο ψηλές κορυφές της ποιητικής κλίμακας, τόσο για την άρτια τεχνική του όσο και για τη ρωμαλέα εικονοπλαστική ικανότητα η οποία διαπερνά την τέχνη του.
Εμποτισμένος με τις καλύτερες παραδόσεις της αγγλικής λογοτεχνίας, υμνεί και αναπλάθει έναν τόπο κι έναν χρόνο που χάθηκε, την παλιά Κύπρο των συλλογικών και ατομικών τραγωδιών, των αποσιωπημένων δραμάτων. Με ένα σχεδόν «θεϊκό» άγγιγμα, «πείθει» τις λέξεις του να πουν όχι αυτό που είναι προορισμένες να πουν, αλλά εκείνο που ο ίδιος τις εντέλλει να τραγουδήσουν.
Διόλου τυχαίο που ο σπουδαίος Αγγλος ποιητής Τέντ Χιουζ, με τον οποίο ο Ταρδίος συνδεόταν με βαθιά φιλία, μίλησε αποθεωτικά για την ποίηση του.
Μια σειρά ποιημάτων του Γιώργου Ταρδίου που στεγάζονται υπό τον τίτλο «Κουμπωμένα Σχήματα» (Βuttoned-Up Shapes (2015 St Ursin Press, UK), σε μετάφραση της Δέσποινας Πυρκεττή, αφού ο ποιητής γράφει μόνο στα αγγλικά, θα εκδοθεί σύντομα για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα.


Ακολουθεί η συνέντευξη:


. Είστε γενικά άγνωστος στο κυπριακό κοινό. Αν σας ζητούσα να «συστηθείτε», τι θα λέγατε για τον εαυτό σας;

Απ. Αν και γεννήθηκα στο Λονδίνο, το αίμα μου είναι – χωρίς καμία αμφιβολία – κυπριακό. Και οι δύο γονείς μου ήταν Κύπριοι. Έχω ανατραφεί ως Κύπριος. Στα πέντε μου, όταν πήγα για πρώτη φορά στο δημοτικό στην Αγγλία, δεν ήξερα καθόλου αγγλικά. Ήμουν εμποτισμένος με τις παραδόσεις του νησιού, όπως τις ήξερε τότε η μάνα μου. Θα μπορούσα να πω – σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν οι αυτόχθονες – ότι εμείς οι νοσταλγικοί εξόριστοι νιώθουμε πιο Κύπριοι απ’ τους Κύπριους. Και σίγουρα δεν θεωρούμε ότι είμαστε «τσάρληδες».

Ερ. Μέσα στην ποίηση σας διασταυρώνονται οι τραγικές ιστορίες ανθρώπων της «παλιάς Κύπρου» και απεικονίζονται τρομακτικά, συνήθως κοινωνικά αποσιωπημένα συμβάντα, που καθόρισαν τη μοίρα αυτών και των οικογενειών τους. Πόσο επώδυνη ήταν αυτή η διαδικασία «μεταφοράς» και άντλησης από ένα χρόνο και τόπο που δεν υπάρχει πια; Αποκομίζω την αίσθηση ότι η μνήμη σας είναι ένα φλεγόμενο καζάνι που ακόμα αχνίζει…

Απ. Όντως, η μνήμη μου μοιάζει με αχνιστό καζάνι. Έχει σπαρθεί από τη μάνα μου, που ποτέ δεν έπαψε ν’ αγαπά την Κύπρο. Η συλλογή είναι αφιερωμένη σ’ εκείνην. Οι αναμνήσεις μου γίνονταν επώδυνες όταν οι πρωταγωνιστές ήταν συγγενείς μου. Εκεί πράγματι αισθάνθηκα να λυγίζω – ειδικά γράφοντας τα ποιήματα «Ουρανία» και «Ο Δάσκαλος». Στην ολότητά της, η συλλογή Κουμπωμένα Σχήματα μιλά από μόνη της, δείχνει ακριβώς πώς για τους Κύπριους (ίσως και για οποιονδήποτε ανά τον κόσμο) ορισμένα οικογενειακά συμβάντα πρέπει να αποσιωπούνται. Επικρατεί, δηλαδή, η εσφαλμένη αντίληψη ότι αν ειπωθούν, θα βλάψουν κι άλλους.

Ξένο Φως
Λάπηθος.
Στη Λάπηθο
το φως διπλώνει τη θάλασσα στο μέλι
Νυσταγμένα κύματα ξεπλένουν το γαμήλιο γλέντι.
Τρεις μέρες περιδρόμιαζαν οι ξένοι, τώρα κυλιούνται στην άμμο
σαν τα γουρούνια
Διεσταλμένοι ήλιοι σκάνε στα μάτια τους
Ξένο φως
μεστώνει όσους κοιμούνται κι αντανακλώνται στον χαλκό.
Απόμακρες
μαρμαρυγές ρευστού γυαλιού
σπάνε στα δυο τους άντρες.
Ένσωμος ο αέρας σαν το κρασί
Οι μεθυσμένες πνοές του περιτυλίγουν τα βιολιά
Βυζαίνουν οι κατσίκες παρατημένες φλογέρες
Στις αυλόπορτες τα παλούκια χορταριάζουν.
Ακόμη κι οι παπάδες έπαιρναν γυναίκα στη Λάπηθο.
Καταπονώντας το γαϊδούρι με τη χάρη του
ο Ξενοφώς, λεβέντης του χωριού, άπιαστος,
χόρευε στο γόνατο τεράστιο καθρέφτη
δώρο καμαρωτό, σ’ ασφαλισμένη αγκάλη.
Πλαισιωμένος απ’ του γυαλιού το παιχνίδισμα, έγνεθε τραγούδια να ημερέψει τα πουλιά
διασχίζοντας θαλασσοζαλισμένους λειμώνες κι ουρανούς.
Υπέρκαλος ταξίδευε απ’ τη Μόρφου τ’ όμορφο χωρκό
στη Λάπηθο για να γινεί κουμπάρος.
Λάπηθος!
Λευκά τραπέζια παραταγμένα στην ακτή
Στερεώθηκε ο καθρέφτης στην άμμο αντίκρυ στην παλίρροια.
Κρατιούνταν απ’το στριφτό μαντήλι μ’ αντικριστές παλάμες
και χόρευαν τη νύφη κουμπάρος και γαμπρός
καθώς άστατο νεφέλωμα κέντριζε τη θάλασσα.
Σαν σεληνιασμένος σκάρωνε ο Ξενοφώς τραγούδια για τον γαμπρό τον φίλο
φύλακα των αλλόφρονων στη Λάπηθο.
Τα λόγια του σφιχτόραβε ο βιολάρης.
Το πώς δεν το κατάλαβε κανείς, μπορεί να ρούφηξε την όρασή τους το κρασί
την τρίτη αυγή του γάμου, καθρεφτισμένους στο γυαλί
τους βρήκαν, πρωτοκουμπάρο με τη νύφη.
Τον έδεσαν ανάποδα στο γαϊδούρι του και μεθυσμένο
τον απέπεμψαν πάνω απ’ τους βράχους της Κερύνειας
ταξίδι μιας βδομάδας.
Το γαϊδούρι πέθανε μα όλο τραγούδαγε ο Ξενοφώς
κι έβλεπε τη μορφή της να γεννιέται κάθε μέρα σε πράγματα αιχμηρά
κι αστραφτερά.
Έκλαψε πάνω από λακκούβες, θρύψαλα, πηγάδια
που νότιζαν τη νύφη του.
Του ονόματός του ξένο φως εισχώρησε στον νου του.
Από ντροπή ο πατέρας αντίστρεψε στον τοίχο την εικόνα του
σκέπασε το γυαλί με μαύρο
και τον παρέδωσε στον μόνο τόπο που είχε υπόψη για τρελούς
στη Λάπηθο.


Ερ. Γράφετε στην αγγλική γλώσσα ενώ έχετε τον ψυχισμό του Κύπριου της διασποράς, του Κύπριου που πότισε τη ρίζα του με βαθιά υπομονή, εξαντλητική επιμονή και πίστη ώστε να μη μαραθεί. Αυτή η αντίθεση, πόσο επηρέασε την ίδια την ποιητική σας;

Απ. Σύμφωνα με τη γυναίκα μου, που κατάγεται απ’ το Γκέρνσεϊ, είμαι ένας αυθεντικός Κύπριος που πάλεψε για να διατηρήσει την ταυτότητά του, παρά τις αντιξοότητες. Με απέβαλαν απ’ το σχολείο επειδή ήμουν Κύπριος. Είμαι ένας εξόριστος που πιστεύει στις βαθιές ρίζες της πατρίδας του. Αυτή η νοσταλγία του παρελθόντος, προφανώς, έχει επηρεάσει την ποίησή μου, την οριοθετεί ως κραυγή απ’ τα μύχια της καρδιάς. Ποτέ δεν θεώρησα ότι είμαι Άγγλος, θα ήταν ανάθεμα για μένα.

Ερ. Η πρώτη σας συλλογή που μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα και βρίσκεται σε διαδικασία έκδοσης, φέρει τον τίτλο Κουμπωμένα Σχήματα. Πείτε μας λίγα λόγια για τον τίτλο, αλλά και τα αισθήματα που σας συνοδεύουν τώρα που σας δίνετε η δυνατότητα να βλέπετε τα ποιήματά σας και στα ελληνικά.

Απ. Δεν ήταν εύκολο να γράψω το ποίημα «Κουμπωμένα Σχήματα». Πέρα από το αυτοβιογραφικό περιεχόμενο, προσπάθησα να καταγράψω μια χρονική περίοδο στην απαρχή της κυπριακής διασποράς στην Αγγλία, τότε που στο Λονδίνο ζούσαν περίπου 15 Κύπριοι. Ήταν άνθρωποι τρομαγμένοι, καταπιεσμένοι και κουμπωμένοι: ήθελαν απεγνωσμένα να αφομοιωθούν και να κάνουν το «πρέπον», να μοιάσουν στα Κουμπωμένα Σχήματα των Εγγλέζων. Η ελληνική εκδοχή αποτυπώνει καταπληκτικά την πνευματική διάσταση κάθε ποιήματος.

Οι Πνιγμένοι
Η θάλασσα ήταν κόκκινη.
Στον κόλπο ξεχυνότανε χαλκός απ’ τα μεταλλεία.
Ήλιος επίπεδος καθόταν
στ’ ακροθαλάσσι κι έσπρωχνε
τα κύματα στην όχθη.
Επάνω στη βουνοκορφή
κούρνιαζε η γριά στα μαύρα
Τα πόδια της ξέγδερναν τον βράχο
έτσι που κρυφοκοίταζε της θάλασσας το αίμα.
Αμύγδαλα απ’ τα δάχτυλά της κυλούσαν
στο νερό.
Ασάλευτα τα κύματα.
Ο εγγονός, λευκό
αδράχτι στo εκτυφλωτικό φως
Καταδύθηκε στο κουφάρι του δουλεμπορικού
Να δει λέει τους πνιγμένους.
Η γριά στη θάλασσα σκόρπιζε ρόδια.
Δεν υπήρχαν πνιγμένοι.
Έτσι όπως έψαχνε στ’ αμπάρι
Άγγιξε τον αγκώνα του ο καιρός
και ρούφηξαν οι δίνες
γούβες στην επιφάνεια.
Άφησε η γριά στάρι να πέσει απ’ τη μαύρη της μαντήλα
πάνω απ’ τη θάλασσα.
Δεν υπήρχαν πνιγμένοι.
Μα έφτυσε ο ήλιος στα μάτια της.
Σφιχταγκαλιάστηκε κι έκρωξε
Πέταξε σταφίδες κατάμουτρα του ήλιου.
Κι ο εγγονός αναδύθηκε στο ηλιόφως
με το στόμα ανοιχτό
κεφάλι φλογισμένο
τη σάρκα σκεπασμένη από χαλκό.
Τον είχαν φιλήσει οι πνιγμένοι
Απαλά
Σαν τα φιλιά της μακαρισμένης της γιαγιάς του.

Ερ. Διαβάζοντας τα ποιήματα της υπό έκδοση συλλογή σας, αποκομίζω την αίσθηση ότι καταφέρνετε να συναρμόσετε ομαλά το ύφος μια γραφής σαφώς οριοθετημένης από την αισθητική της αγγλικής ποιητικής αφενός, με μια θεματική καθαρά κυπριακή, αφετέρου. Οι λέξεις καθυποτάσσονται στην ποίηση του Ταρδίου, αφοπλίζονται από τα δικά τους όπλα και τις οπλίζετε με τα όπλα της ποιητικής σας για να πουν επακριβώς αυτό που θέλετε εσείς, όχι αυτό που θέλουν εκείνες, να αναδείξουν τη δική σας οδύνη και όχι αυτήν την οποία ήταν προγραμματισμένες να περιγράψουν…

Απ. Έχετε απόλυτο δίκαιο. Και τα ποιήματα όντως μεταφέρουν τη δική μου αγωνία παρά την αγωνία που είναι προορισμένες να απεικονίσουν. Κουβαλούν τον πόνο μου, τη θλίψη μου για τις αλλαγές που σημειώθηκαν στην Αγγλία, την Κύπρο, στους ίδιους τους ανθρώπους. Μπορεί ν’ ακούγεται παρωχημένο, αλλά ο κόσμος πάσχει από έλλειψη πνευματικότητας.

Ερ. Κάνατε ένα μυθικό ταξίδι στην Αφρική, που διήρκησε δύο χρόνια. Πείτε μας γι’ αυτήν σας την εμπειρία.

Απ. Το οδοιπορικό ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Επέστρεψα στο Λονδίνο υποφέροντας από μετατραυματικό άγχος λόγω επιθέσεων από άγρια ζώα, από ληστές, από ανθρώπους που αποπειράθηκαν να μας σκοτώσουν. Η πνευματικότητα και η αθωότητα που ήλπιζα πως θα βρω ήταν ανύπαρκτες – παρεκτός από έναν Κύπριο απ’ την Κερύνεια, τον Τζέιμς Αλέξανδρο Νικήτα, που είχε ζήσει όλη του τη ζωή στην Τανζανία. Ήταν βγαλμένος μέσα απ’ τον Αλέξη Ζορμπά, ένας άνθρωπος μεγαλόστομος, γεμάτος καλόβολες προκαταλήψεις και εκκεντρικές ιστορίες. Έγινε ο αγγελιαφόρος μας, συμβουλάτορας και ψυχαγωγός.

Ερ. Ήσασταν φίλος με τον σπουδαίο Άγγλο ποιητή, Τεντ Χιουζ, που κατ’ ακρίβειαν
μίλησε με πολύ θερμά λόγια για την ποίησή σας. Με δεδομένη την ταραχώδη προσωπική του ζωή, θα ήταν ενδιαφέρον να ακούσουμε τη γνώμη σας γι’ αυτόν.

Απ. Μου ήταν συμπαθής ο Τεντ Χιουζ. Είχαμε κι οι δυο ταπεινή καταγωγή και καταλαβαινόμασταν, μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον. Εκείνη την εποχή, οι περισσότεροι ποιητές στην Αγγλία προέρχονταν από εύπορους κύκλους, είχαν την πολυτέλεια να ασχοληθούν εξ ολοκλήρου με την ποίηση. Ο Χιουζ έχει κατηγορηθεί ότι ήταν γυναικοθήρας, αλλά ο ίδιος πίστευε – καλώς ή κακώς – ότι οι παράνομες σχέσεις ήταν εκείνες που έτρεφαν και αναζωπύρωναν το ποιητικό του τάλαντο.

Ερ. Ποιες οι σύγχρονες τάσεις στην αγγλική λογοτεχνία; Ποιους ποιητές ξεχωρίζετε και ποιοι άσκησαν επιρροή στην ποίησή σας;

Απ. Η ποίηση έχει κάνει ανοίγματα, έγινε προσιτή σε όλες τις τάξεις (σήμερα γράφουν πολύ περισσότεροι άνθρωποι απ’ ό,τι στο παρελθόν), ενσωμάτωσε ακόμη και την ραπ. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτή την απεγνωσμένη προσπάθεια να περικλείσει τα πάντα, έχει γίνει πιο πεζή, η δομή της δεν είναι πια σφιχτοδεμένη. Δεν υπάρχουν εικόνες! Γι’ αυτό τον λόγο, δεν εκτιμώ ιδιαίτερα κάποιον απ’ τους σύγχρονους νέους ποιητές. Επιμένω στον Τεντ Χιουζ, τον Τ. Σ. Έλιοτ, τον Ντύλαν Τόμας, τον Τζεράρντ Μάνλεϊ Χόπκινς, που μέσα απ’ τα χρόνια έχουν επηρεάσει τη δουλειά μου.


Κουμπωμένα Σχήματα


i.
Πρώτοι Κυπραίοι μετανάστες, 1938.
Δεκαπέντε ξένοι σαστισμένοι κουκουλωμένοι στα παγωμένα εργοστάσια της Λόντρας
πασκίζουν ν’ αναφανούν.
Μπαμπακόσκονη φράζει τα λαρύγγια
απροσδιόριστο ασύρματο βουητό κοπανάει το μυαλό
Σιροπιαστά τραγούδια, να κροταλίζει της τηλεόρασης το αγκομαχητό
κι οι μηχανές
να διαπερνούν το ύφασμα να πάρει σχήμα.
Κουμπωμένα σχήματα,
η προσδοκία του μετανάστη.
Τσίμπημα από βελονιές που ξεγλίστρησαν της δαχτυλήθρας «Καθαρές ραφές!
Καθαρές ραφές! Τελειώνετε!»
Καίνε όπως σπάνε οι κλωστές, αχνοφίλητες πρέσες
Ραμμένα δάχτυλα που στάζουν
«Πάμε! Πάμε! Φουστάνια πολλά!
Τελειώνετε!»
Στη δουλειά ομονοούν.
Τέλος της ημέρας
Χτύπησαν κάρτα κι αποτέθηκαν πίσω στη βραδινή βροχή
σπεύδουν να γίνουν αρεστοί, εκφέρουν λέξεις ξένες
που τους συνθλίβουν τα δόντια
Λιώνουν ξανά σαν παπαγάλοι που έχασαν τα λόγια τους.
Δρόμοι με σκιές σαν αβγοθήκες, κουπόνια
ντελικάτα φλιτζάνια – «Καθείς τη δουλειά του»
Τηγανητά χαμόγελα ανοχής, αβγά σε σκόνη
χαιρετισμοί αβρών αντρών, σηκώνονται για να καθίσεις
Ουρές
Σου ανοίγουν πόρτες
Ουρές
«Γαμ… ξένοι…!»
Ακόμα και στον ύπνο
πονούν τα πόδια μα όλο και πιέζουν το πετάλι.
Σαββατοκύριακα ντυμένα την ελπίδα
πλυμένα σε ουράνια τόξα στον Χορό
Κυπριακή Αδελφότης Λονδίνου –
Θερμά παραφυλάνε στο σκοτάδι
αποπειρώνται να πετάξουν πάνω απ’ το είναι τους.
Μπάλες από χρυσόσκονη περιφέρονται καθρεφτίζουν νεραϊδόσκονη
πάνω από ζεύγη γοητευμένα πνιγμένα στα όνειρα
Χορεύουν μέχρι λήθης φοξτροτ, βαλς
ταγκό, κουΐκ στεπ, σάμπα
Κι έλκουν τις συνευρέσεις των δύο δημιουργών μου.


ii.
Χορός τρενάκι το έναυσμα
Έπειτα Λάμπεθ Γουόκ και ξέφρενα τσάρλεστον
σε σοφίτες με φως από υγραέριο…
Ανέτοιμος της πατρότητας
ο άντρας την σπρώχνει κάτω από βόμβες γοερές
σε καταγώγια οι τέσσερις εκτρώσεις.
Τα ουρλιαχτά της μάνας μου είναι σειρήνες αεροπορικών επιδρομών.
Ήμουν το πέμπτο μπασταρδάκι
Βρήκα τρόπο και γλίτωσα.
Ο πατέρας έφυγε όταν εγώ ήμουν δύο.
Πάντα μου επωμιζόμουν την ευθύνη.


iii.
Η μάνα μου είναι 92 και άνους.
Κάθε που μ’ αντικρίζει, βλέπει τον άντρα της.
Τόσο, που λέει τ’ όνομά του, αργά
«Χα-ρά-λα-μπος…»
Η αγάπη πήζει τα χείλη της.
Είναι εδώ ο Ρίτσαρντ, ο Νεκροθάφτης.
Του λέει πως θέλει ν’ αγοράσει τάφο από τώρα.
Γνωρίζονται καλά οι δυο τους.
Διαυγείς κουβέντες για ιπτάμενες βόμβες, ένα νοικιασμένο διαμέρισμα στην οδό Γκουτζ
Συσκοτίσεις
Η Εβραία σπιτονοικοκυρά, σφιχτοδεμένη στον κορσέ μοιρολογεί «Άβε Μαρία»
σε ξεκούρδιστο πιάνο.
Προειδοποιητικές σειρήνες
Αϋπνία σε Υπόγειους Σταθμούς
Νοτισμένα ροχαλητά, ποδαρίλα
Βομβαρδισμένα κτίρια, τσαλακωμένοι ήχοι.
Ο σπιτονοικοκύρης, με γιλέκο και ρεπούμπλικα
πήρε εντολή απ’ την «Κυρά» να φέρει μέσα τον γάτο Μπρούνο.
«Όλα Εντάξει»
Παγωμένο φως
Δρόμοι ολόκληροι μετακινήθηκαν στο μάκρος της νυχτός.
Κραμποσαλάτα στο Λάιονς Κόρνερ Χάουζ
Ο Τσάπλιν τρεμοπαίζει σε άσπρο-μαύρο
Νίκες σε Διαγωνισμούς Χορού
Χορός χορός χορός πανάθεμά τον…
Κι ύστερα το αναπόφευκτο «Πανάθεμα τον άντρα μου!»
Τα φαντάσματα στριμώχνονται σαν σχίνα σε στεγνούς χερσότοπους.
«Σαν ήμουν έγκυος το τζορτζ
Κλοτσούσε και κλοτσούσε για να σκοτώσει το μωρό».


iv.
Βρίσκομαι μέσα στη μήτρα
Γδούποι συσπαστικοί απ’ έξω
Έρχονται μέσα.
Είμαι δύο
Καβάλα σε κουρδιστά τραγούδια
Στο καινούριο μας γραμμόφωνο, ακουμπημένο καταγής.
Γυρνάει το πικάπ και περιφέρομαι.
Θολός κρεμανταλάς με ρίχνει καταγής
κι εκσφενδονίζει το γραμμόφωνο μέσα απ’ το παραθύρι
κάτω στον πίσω κήπο τον κοινόχρηστο, απ’ το ύψος του τετάρτου ορόφου.
Είμαι τριών.
Πιασμένος απ’ τη σκάλα.
Ρίχνω κλεφτές ματιές μέσα απ’ τα κάγκελα της κουπαστής.
Κάτω, η πόρτα είναι ανοιχτή και κιτρινίζει το πέρασμα
Εκρήγνυται σε κόκκους σκόνης, κραυγές γλάρων
Αγκαλιασμένες φιγούρες που κολυμπούν με άχθος.
Απών ο πατέρας μου χτυπάει τη μάνα μου
μέχρι το ακαριαίο διαζύγιο.
Είμαι τεσσάρων
σταθμευμένος στο καρότσι έξω απ’ την Έξοδο του εργοστασίου φουστανιών.
Βράδυ στην οδό Γουόρεν, θα’ πρεπε να κοιμάμαι.
Η μάνα μου καραδοκεί στις σκιές.
Ρίχνει κάτω τη μακρυμαλλούσα αγαπητικιά του
παίρνει τις παραμάνες μου, της χαρακώνει τα στήθη.


v.
Κάθομαι αποσβολωμένος.
Δεν έπρεπε να ξέρω τόσα.
Το παρελθόν
είναι η λαβή του κροκόδειλου
που σε χτυπάει με την ουρά του βαθιά στη λάσπη.
Σου χαλαλίζει μια τελευταία ανάσα.
Κι ύστερα κάτω σε τραβά.
Πολύ αργά
για ν’ αποτινάξω τα αδιάσειστα πιστεύω της μάνας μου.
Να ξυπνήσω τον πατέρα μου απ’ τους νεκρούς.
Το παρελθόν είναι αυτό που είναι.
Τα χρόνια – η επιλογή μας – κεντήθηκαν μαζί
και με προσκόπτουν.
Δεν βιάστηκαν καθόλου.
Η αλήθεια, σαν έτοιμη από καιρό.


Ερ. Στο επιβλητικό ποίημά σας «Έτσι μου λεν», λέτε σ’ έναν στίχο «κάπου στην Κύπρο κρέμονται ακόμη τα πόδια μου». Μήπως ήρθε ο καιρός τα πόδια να σταματήσουν να κρέμονται ή αυτή η εκκρεμότητα θα σας ακολουθεί σε ολόκληρη τη ζωή σας;

Απ. Έχει λυθεί η εκκρεμότητα. Η μητέρα μου έταξε στον Άγιο ότι θα ερχόμασταν στην Κύπρο και θα προσκυνούσαμε κάθε ιερό τόπο. Όταν βγήκε το διαζύγιό της και πήρε 300 λίρες, τις ξόδεψε για τα εισιτήρια του πλοίου και για να ενοικιάσει δύο λεωφορεία στη Μόρφου. Ήμουν εφτά χρονών τότε. Κάναμε τον γύρο του νησιού, επισκεφτήκαμε όλα τα ιερά προσκυνήματα. Πίστεψα ότι η Κύπρος ήταν παράδεισος.

Έτσι μου λεν


i.
Κάπου στην Κύπρο κρέμονται ακόμη τα πόδια μου
Έτσι μου’ λεν.
Ονειροπαγίδες αεροπλέουν απ’ το ταβάνι
κλοτσούν κέρινα μέλη
κιτρινισμένα από θυμίαμα
καπνιά
ανθρώπινη σκόνη
απανωτές προσευχές στον Απόστολο Ανδρέα.
Το μοναστήρι, αρχαίο μετακάρπιο οστό
γραπώνει την απόληξη μιας χερσονήσου θαλασσοδαρμένης
πιστής ακράδαντα στη φήμη του για θαύματα
παραταγμένης απέναντι στη Μέκκα, στο ερυθρό ημισέληνο κεντρί του εισβολέα ήλιου.
Κάθε χρόνο, ανήμερα της γιορτής του στο Πανηγύρι
όταν οι συνονόματοί του κεραστικά μοιράζουν
κλείνουν λογαριασμοί.
Εγώ είμαι μάρτυρας
Έτσι μου λεν.

ii.
Φθινόπωρο στο Λονδίνο, δακρύζει ο καιρός.
Κουκουλωμένοι, αθέατοι
ξεχασμένοι δρόμοι κοιμούνται παρά το φως του θέρους
το Σόμερς Τάουν γρυλίζει στη σπηλιά του.
Καινούριο παντελόνι στο πρώτο μου σχολείο, περίκλειστη αυλή
με κυκλώνουν ρουθούνια ωμά με ξηραμένη μύξα
μούτρα σαν πισινοί μπαμπουίνων γυρεύουν λεία.
Μια κλοτσιά με πρόκες ανάμεσα στα σκέλια
παγώνει την ημέρα.
Παρέλυσα. ιατρικό μυστήριο.
Προσταγή επανειλημμένως να σταυρώνομαι
Η μάνα μου καίει φύλλα ελιάς καπνίζει τ’ άψυχά μου πόδια.
Περνούν τρεις μήνες.
Μου’ παν πως
συστημένα χρήματα ταχυδρομήθηκαν μακριά
στην Κύπρο –
Στη φωτογραφία, κεντήτριες στις σκιές
Καμήλες καραβάνια
Λευκά μουστάκια στάζουν καφέ –
στη μαυροφορεμένη Γιαγιά που ψήνει στον υπαίθριο φούρνο
καλουπώνει τα πόδια σε κερί μέλισσας
τάματα στον Άγιο.
Εκλιπαρώντας, τάζει η μάνα μου
πως μόλις αναρρώσω θα επισκεφτώ την Κύπρο
Να προσκυνήσω στο μοναστήρι
Και σ’ όλα του νησιού τ’ άγια μέρη.
Αυτό. αντί θυσίας.
Κρεμάστηκαν τα πόδια μου, πέρασε μια βδομάδα, και περπάτησα.
Θαύμα
Έτσι μου λεν.
Χωρίς ταμείο, λίθοι οι υποσχέσεις.
Είμαι πέντε χρονών.

iii.
Πέρασαν δύο γενέθλια, συναίνεσε η μάνα για διαζύγιο
Ο αχνιστός διακανονισμός μάς απαλλάσσει απ’ το Λονδίνο ευχαρίστως
σφυροκοπά καθώς διασχίζουμε το υδάτινο κενό.
Παραδέρνουμε μέσα από κερματισμένες στεριές
ακόμη και στον ύπνο.
Ούτε να δω, ούτε να πω, θαμπώθηκα απ’ τις περιπέτειες του ουράνιου τόξου.
Αφήνουμε πίσω τη Νάπολη της κατήφειας
με τα δρομάκια που χωλαίνουν απ’ τα απλωμένα ρούχα
ο Βεζούβιος, ξέχειλος από φωτιά, εκστομίζει αστέρια στα ουράνια
Επιπλέουμε στο κέντρο της εγχώριας θάλασσας
Σιωπηρά έλκουμε το σκοτάδι στην αποβάθρα της Λεμεσού
όπου αθέατοι τζίτζικες γυρεύουν ν’ αποκριθούν στο τραγούδι της φάλαινας
στο βάθος των άστρων.
Κάτω από τούτο το τρεμάμενο φως, η γη αποβάλλει βραδινή κάψα.
Η θέρμη των βοτανιών μας τυλίγει και τους δυο σαν φτερούγα
Προσκυνητές σε ηλιοκαμένη γη καθ’ ύπνους
στη μέση θάλασσα της μέσης γης
Ταγγά κατσίκια, γαϊδούρια με λόξιγκα, εύρωστοι κόκορες
στρώματα απλωμένα σε επίπεδα δώματα –
τείνουν ατρόμητο δάχτυλο στη μουσουλμανική ακτή.
Το πρωί, οι πλανόδιοι πωλητές εξυμνούν την πραμάτεια τους.
Ένα νησί θαυμάτων έρμαιο κρότων.

iv.
Στη σκονισμένη πλατεία της αγοράς
«Κυρία εκ Λονδίνου» η μάνα μου
προσλαμβάνει οδηγούς και δύο λεωφορεία με ξύλινο σώμα
που τρέμουν σαν παλιοί μέθυσοι
κι ανασαίνουν ασθματικές αναθυμιάσεις
ζυμωμένες με προσκεκλημένους χωρικούς
καρπούζια, βραστά αβγά
κακαριστά κοτόπουλα.
Σταυροί, ξόρκια, φυλαχτά
σπαρταρούν μέσα απ’ τους ραγισμένους καθρέφτες.
Ελιές, ξινό ψωμί, τυρί
δεμένα κόμπο σε μαντήλια πλυμένα στη γούρνα.
Ξυπόλητοι χωρικοί
τώρα φορούν καμαρωτοί τα κυριακάτικά τους.
Πότε ξανά να δουν τον κόσμο;
Προσεκτικές μύγες αναρριχώνται οι προσευχές
και αντηχούν μέσα απ’ τα όρη του Τροόδους.
Προσκυνητάρια σε ελικωτούς δρόμους δείχνουν τη θέση των νεκρών
λιωμένο μέταλλο πολύ πιο κάτω.
Κάθε κορφή και τραγούδι.
Καβάλα σε γαϊδούρια εκτός της πεπατημένης
κατάχαμα στις εγκλείστρες των ερημιτών
εκεί όπου σμίλευε το σώμα τους κοιλότητες στη γη –
το ίδιο μέγεθος χωράει τους πάντες ως εκ θαύματος
Έτσι μου λεν–
Το φιλί γυαλίζει τα καύκαλα
Τα καφετιά κόκαλα
στιλβωμένα από στόματα φλεγόμενα της εξιλέωσης.
Στις εκκλησιές, παγιδευμένοι ανάμεσα στους πιστούς
Ιδρώτα και καπνό
Προσκυνάμε εικόνες ματωμένες με κοκκινάδι
μ’ αγίασμα στη χούφτα
Και πάντα σταυρώνουμε
Και ξανασταυρώνουμε
Αγίους και θαύματα του παλιού καιρού:
Άγιος Χρυσόστομος
Σταυροβούνι
Άγιος Γεννάδιος του χωριού Μωρό Νερό – θεραπεύει τα κρυώματα (πέθανε απ’ το κρύο)
Άγιος Αντύπας για τον πονόδοντο
Άγιος Προκόπιος για τους κάλους
Παναγία Αφέντρικα – ιαίνει την αρρώστια κάθε γυμνού νέου που αλείφεται δημόσια με πήγμα από κερί
Παναγία Γαλατούσα – ανανεώνει το γάλα στους ανθρώπους και στα ζώα
Αγία Μαρίνα του Μέσα Χωριού – Ηρεμεί τις γκρινιάρες συζύγους
Άγιος Γεώργιος Μαυροβουνίου– συνεφέρνει τις ιδιότροπες κλώσες
Άγιος Ιωάννης Βαπτιστής της Σιλίκου – θεραπεύει την ελονοσία στα παιδιά αν τα κυλήσουν πάνω-κάτω στο κλίτος της εκκλησιάς
Η Παρθένος της Φανερωμένης – βρίσκει τα χαμένα αντικείμενα, και κατάλληλους γαμπρούς (Μουσουλμάνους και Χριστιανούς)…
Στην εξάντληση της μέρας ξεφορτώνουμε σ’ ορεινές μονές
Σανιδωτά κρεβάτια – δικαίωμα των προσκυνητών για τριήμερη διαμονή με διατροφή –
Αποδρούμε απ’ τις ιδρωμένες μερίδες των γενειοφόρων μοναχών, φασόλια
Έξω, αναμμένες φωτιές εμβολίζουν τη νύχτα
αρωματίζουν κατσίκια παραγεμισμένα με βότανα, σουβλισμένα κοτόπουλα.
Ακούω πρόσωπα φλεγόμενα του κρασιού
να κροταλίζουν ιστορίες αγάπης κι απάρνησης.
Ενώ πάντα σταυρώνουν
Και ξανασταυρώνουν
Προσκυνητές στην άκρη του δρόμου με τα δώρα τους
καβάλα πάνω σε γαϊδούρια ή πεζοί τα τρία τελευταία μίλια
τραβούν απ’ το λουρί πρόβατα και κατσίκες.
Παρατηρώ γυναίκες να εκπληρώνουν όρκους
να σέρνονται στον ουρανό με πληγιασμένα γόνατα.
Βρεγμένες από κουβά, τα ριγμένα τους σώματα σκουπίζουν τις πέτρες καταγής
χτυπιούνται σαν τα φίδια όπως συρίζει πάνω τους το νερό
παραληρώντας ξινισμένες προσευχές.

v.
Ώσπου να φτάσουμε
στην άκρη της λαβής ανήμερα της γιορτής του –
αντίσκηνα με φοινικόφυλλα σκιάζουν τον ήλιο
φυλαχτά κρέμονται
Διαλαλούν σπασμένο πάγο με αρωματικό σιρόπι.
Παστέλι, λοκμάδες τηγανισμένοι
μελένιες σφαίρες σε χάρτινους κώνους
Ρεβίθια ψημένα σε κρούστα αλατιού, κολοκυθόσποροι, κανναβούρι.
Πλοκάμια από σουτζούκο αιωρούνται σαν τους αγίους.
Γλυκιά μυρωδιά του χαρουπόζουμου, ενσίρωμα.
Σερνόμαστε στη σειρά κατηφορίζοντας
πηγή με βρύση παρά θιν’ αλός
Υπάκουα πίνω απ’ την παλάμη της μάνας μου
θολό θαυματουργό νερό
που κάποτε ανάβλυσε κάτω απ’ τα πόδια του Αποστόλου
ξέπλυνε την όραση στα μάτια καπετάνιου.
Η μάνα μου λούζει το κεφάλι μου να γίνω πιο έξυπνος.
Και, φυσικά, τα πόδια μου.
Τρεμάμενο μοιρολόι χωρίζει τα πλήθη…
Μασώντας φόβο, μαρτυρώ
κάτω απ’ τα σκαλοπάτια του μοναστηριού, μια διαβρωμένη χήρα
πεσμένη σ’ άλικα γόνατα που στάζουν σ’ αρχαία πέτρα
να ψιθυρίζει σε φαντάσματα που δεν βλέπει κανείς.
Κάθε φορά που πασκίζει ν’ ανέβει τα σκαλιά
σαν να την ρίχνουν από ψηλά γιγάντια χέρια
πισωγέρνει, κουλουριασμένη σφιχτά σαν μήλο
μέχρι που πέφτει και σκάει ποτάμια δάκρυα
εκλιπαρώντας συγχώρεση απ’ τον άδειο αγέρα.
Με τα κεφάλια σκυμμένα, οι πιστοί σταυροκοπιούνται για ν’ αποτρέψουν το κακό
«Όλο και κάποιοι θ’ αποτύχουν», ψιθυρίζουν, «και προσπαθούν να τον γελάσουν».
«Σαν θεραπεύτηκε ο γιος της ο κουτσός, εκείνη πάτησε τους όρκους της.
Ύστατη σκέψη να προσφέρει τιμωρημένα γόνατα».
Αποστρέφοντας το βλέμμα απ’ τον διάπλατο ήλιο
ο Απόστολος έδειξε την οργή του που τον αρνήθηκαν
της σφάλισε την είσοδο στο μοναστήρι.
Θαύμα
Έτσι μου λεν.
«Θα μπορούσε αν το’ θελε
να τσακίσει άνθρωπο σαν το καλάμι πάνω στα γόνατά του».
Μέσα, σταυρώνοντας και ξανασταυρώνοντας συγχρονισμένα με τους ψαλμούς
σαν θαλάσσιες ανεμώνες σε ρεύματα
νερουλά σώματα, μάτια ανασηκωμένα, πλανώνται πάνω
σ’ αιωρούμενα ανθρώπινα μέλη.
Ανιχνεύω θολά ύψη
μα δεν μπορώ να βρω τα κέρινα μου άκρα.
Χρόνια μετά –
επιθετικός ήλιος και καυτή πίσσα
αφάνισαν τα λιόδεντρα
Το μοναστήρι τρίζει σε μουσουλμανική γη.
Τέλεψαν τα θαύματα εδώ.
Έτσι μου λεν.
Κάπου όμως
Κάπου
Πρέπει να κρέμονται τα πόδια μου.

vi.
Σε έναν πολύβουο δρόμο του Λονδίνου, ο κήπος μπροστά ποτισμένος προσευχές
Το γιγάντιο γιασεμί της μακαρίτισσας της μάνας μου τυλιγμένο καμάρα
σπόροι απ’ την Κύπρο
τραβά όλους τους περαστικούς.
Προσέρχονται στο γλυκό του άρωμα που δελεάζει
σαν να φιλούν εικόνα
Θυμούνται πώς είναι ν’ αναπνέεις, σιγοτραγουδούν μυρωδάτα
φτεροκοπούν σαν πεταλούδες, υπερβαίνουν εαυτούς.
Το ορμητικό άρωμα που ζαλίζει
σαν μουσική από άλλους κόσμους
μπορεί να ρίξει ξόρκι λυτρωτικό
να καθαρίσει τους δρόμους απ’ το κακό
να καλέσει τον ήλιο ν’ αναφανεί
να λογικέψει τους τρελούς.
Ακόμη και στο Λονδίνο.
Ακόμη και στο Λονδίνο,
Έτσι μου λεν.


*Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε έξι Ανθολογίες του PEN/Arts Council, εκδόσεις Hutchinson. Στο “Puffin Book of Salt Sea Verse”, σε επιμέλεια Charles Causley. Στο “The Way to Write” των J. Moat και J. Fairfax, εκδόσεις Elm Tree. Στο “English for me” του Eric Boagey (University Tutorial Press). Στα “Apple Fire” και “On Common Ground” της Jill Pirrie.
Επιτέλεσε Διευθυντής του Totleigh Barton, του πρώτου κέντρου φιλοξενίας Δημιουργικής Γραφής στο Ντέβον. Οργάνωσε τον πρώτο «Κρατικό Διαγωνισμό Ποίησης» για την Λέσχη Ποίησης στο Earl’s Court και για το Arvon Foundation/Observer. Ήταν κριτής στον Διαγωνισμό Ποίησης της τηλεοπτικής εκπομπής “South Bank Show” του BBC2.
Συμμετείχε στο πρόγραμμα «Οι Ποιητές στα Σχολεία».
Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στα περιοδικά Cadences (Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου), «Νέα Εποχή» και The London Magazine.
Το 1984 ηγήθηκε αποστολής στην Τανζανία, ιχνηλατώντας το ταξίδι του Χ.Μ. Στάνλεϊ (1871) προς αναζήτηση του Δρ Ντέιβιντ Λίβινγκστον. Το οδοιπορικό διήρκησε δύο χρόνια και δώδεκα μέρες ενώ η όλη εμπειρία περιγράφεται στο βιβλίο του Ταρδίου, Lay down your heart. Εξέδωσε επίσης τη συλλογή ποιημάτων BullSong και Βuttoned up shapes (Charlotte Press).
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ και  http://georgechristodoulides-2010.blogspot.gr/2016/09/blog-post.html
https://www.blogger.com/blogger.g?blogID=4554539145733007242#editor

Δεν υπάρχουν σχόλια: