Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Άυπνος

 
 
126

 
Ο ουρανός της νύχτας είναι σαν ένα φύλλο καρμπόν,
Μπλε-μαύρο, με τις πυκνοκεντημένες περιοχές των αστεριών
Που αφήνουν το φως να περνά από τρύπα σε τρύπα
Ένα φως οστέινο, λευκό σαν θάνατος, πίσω από κάθε πράγμα.
Κάτω απ’ τα μάτια των αστεριών και του φεγγαριού το δαχτυλίδι
Υπομένει την έρημο του προσκεφάλου σου, η αϋπνία
Απλώνει τη λεπτή, ερεθιστική της άμμο προς όλες τις κατευθύνσεις
 
Ξανά και ξανά, η παλιά κοκκώδης ταινία
Προβάλει ντροπές – τις βροχερές ημέρες
Της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, κολλώδεις από όνειρα,
Γονικά πρόσωπα πάνω σε ψηλά έδρανα, εναλλάξ αυστηρά και βουρκωμένα,
Ένας κήπος άρρωστα τριαντάφυλλα που του έφερναν δάκρυα.
Το μέτωπό του ανώμαλο σαν ένα τσουβάλι πέτρες.
Οι αναμνήσεις σπρώχνονται να βγουν στην επιφάνεια
σαν ξεπεσμένοι σταρ του σινεμά.
 
 
2
Έχει πια ανοσία στα χάπια: κόκκινα, μοβ, μπλε –
Πως φωτίζουν την πλήξη ενός απόβραδου που δε λέει να περάσει!
Αυτοί οι ζαχαρένιοι πλανήτες, που κέρδισαν γι’ αυτόν
Μια ζωή βαπτισμένη στη μη ζωή για λίγο,
Και το γλυκό, ναρκωμένο ξύπνημα ενός επιλήσμονος βρέφους.
Τώρα τα χάπια είναι εξαντλημένα και ανόητα σαν κλασικοί θεοί.
Τα ληθαργικά τους χρώματα δεν τον ωφελούν.
 
 
 
 
 
Το κεφάλι τους είναι ένας μικρός χώρος από γκρίζους καθρέφτες.
Κάθε χειρονομία δραπετεύει ακαριαία σε ένα σοκάκι
Από συρρικνούμενες προοπτικές και η σημασία του
Στραγγίζεται σαν νερό έξω από την οπή στην άλλη άκρη.
Ζει εκτεθειμένος σε ένα ξέσκεπο δωμάτιο,
Οι γυμνές σχισμές των ματιών του πέτρωσαν ορθάνοιχτες
Στο ακατάπαυστο αστραποβόλο πετάρισμα των καταστάσεων.
 
Οληνυχτίς, στη γρανιτένια αυλή, αόρατες γάτες
Ούρλιαζαν σαν γυναίκες, ή σαν κατεστραμμένα όργανα.
Μπορεί κιόλας να νιώσει το φως της μέρας, τη λευκή του αρρώστια,
Να ξεπροβάλλει έρποντας μ’ ένα καπέλο γεμάτο ασήμαντες επαναλήψεις.
Η πόλη είναι τώρα ένας χάρτης γεμάτος χαρούμενα τιτιβίσματα,
Και παντού άνθρωποι, με τα μάτια τους γυάλινα – ασημί και άδεια,
Καλπάζουν προς τις δουλειές τους στη σειρά, λες κι έχουν πρόσφατα
υποστεί πλύση εγκεφάλου.
 
 
[Μετάφραση: Κατερίνα και Ελένη Ηλιοπούλου]

http://www.bibliotheque.gr/article/54828
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: