Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

Δημήτρης Λιαντίνης, Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ



(Από την ποιητική του Συλλογή «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, Αθήνα 2006»)





ΗΡΙΔΑΝΟΣ



Ποτάμι στον οὐρανό σέ τύλιξε καί σέ μαστιγώνει.

Τί νά γίνεται τάχατες στό Αἰγαῖο!

Ἀστράφτει ἀκόμα ἡ γύμνια τῆς θάλασσας;

Κελαϊδοῦν τά πουλιά στίς πράσινες δεντροστοιχίες τῶν βυθῶν;

Ποιός παίρνει τήν αρμύρα τῆς δίψας σου μέ δύο φτερά

στούς ὁρίζοντες,

μέ μία χαρούμενη φρίκη στά πυρωμένα μπράτσα τοῦ ἥλιου

καί τή φέρνει ὡς ἐδῶ

στῶν δασῶν τήν ὀμίχλη καί τό μουρμουρητό τοῦ ξένου.

Στή Νάξο, πέρα κεῖ στίς ἀλαργινές γειτονιές τῶν χρωμάτων,

σούς ἀτελείωτους δρόμους τῆς θάλασσας καί τῆς θύμισης.

Νοιώθω τή φτέρνα σου γυμνή ἀπάνου στήν καυτή ἄμμο

πού κάτωθέ της γλυστράει καί φεύγει

καθώς ὁ μαΐστρος στό χνοῦδι τοῦ χεριοῦ σου.

Ἕνα θρόϊσμα μνήμης στό ζαλισμένο κοχύλι τῶν αὐτιῶν σου.

Βλέπω ἀέρινη τή σιλουέττα σου μέ κινήματα θεληματικά

νά χωνεύει στό πύρωμα τοῦ μεσημεριοῦ

ὅπως τό κρύο νερό λυώνει καί λύνεται στήν ἀγκαλιά τοῦ ἥλιου.

Περπατᾶς στά βήματα τῆς παλιᾶς Ἀριάδνης

μέ τήν ἀναμονή πού ὅλο καί πιό βαθειά σέ κυριεύει.

Συντροφιασμένη τήν ἀπουσία τοῦ ἀναμενόμενου θεοῦ.

Ἐκείνου τοῦ κισσοστεφανωμένου ἀλήτη

πού ἔφτασε κάποτε νά σ’ ἀνεβάσει στ’ ἀστέρι.

Καί νά μιλήσει μαζί σου στά μεθυσμένα χαλίκια τοῦ

καλοκαιριοῦ. Στά κεντητά σπαθάκια τῶν πεύκων.

Ὕστερα σέ δίπλωσε ὁ λεβάντες στό σπειρωτό

χιτῶνα τῆς βιάσης του και σ’ ἔφερε ὡς τήν Κέρκυρα.

Ἀξεδίψαστη πάντα

δακρυσμένη ἀνάμεσα σέ χίλια εὐλογημένα χαμόγελα.

Ἐδῶ ἦταν πού μέ πρόφταξες νά σέ καρτερῶ

’ακουμπισμένος στή ράχη τοῦ σούρουπου. Κρατώντας στά χέρια

τόν ἥσυχο περίπατο τῶν πορτοκαλιῶν καί δέκα ἐλεγεῖα βροχῆς.

Μέ βρῆκες καί μέ κράτησες νά σοῦ μιλῶ μέ τίς ὧρες

τήν πικρή ἱστορία τπων βοσκῶν. Ἄκουσε τά βήματα τοῦ θεοῦ,

τά περιστέρια πού πετοῦν πιό ψηλά ἀπ’ τόν τρόμο τους

καί τό πολύ κανόνισμα στά κάστρα τοῦ θανάτου.

Νυχτοφυλακίες, τοῦ σπουργίτη σύνεση, ρεσάλτα τῶν ἀνέμων.

Τριγυρίζεις δίπλα μου μέ σκισμένο τό γέλιο σου

μέ τό ροῦχο σου πάνω ἀπ’ τά γόνατα

καθώς οἱ ἀρχαῖες νύφες, πού σκηνώναν στίς πηγές τῶν νερῶν

καί τραγουδοῦσαν.

Ἔτσι συντελεῖς τό θάμα τῆς μεταμόρφωσης.

Καί γίνεται ὁ ἄλικος πόθος κίνηση στά μακρυά σου δάχτυλα.

Φωνή στό μουσικό σου ξύλο. Καθισμένη σέ βλέπω νά παίζεις

νά μερεύεις τ’ ἀγρίμια καί νά ξαγριεύεις τά ζώδια.

Ὕστερα ἀποκοιμίζεις τόν Ὕπνο στίς ἀνοιχτές σου παλάμες.

Ὥρα πού οἱ καταρράχτες τῆς νύχτας

γίνονται σιωπηλοί γαλαξίες.



Το ποίημα ΗΡΙΔΑΝΟΣ από την ποιητική του Συλλογή «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ" του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνηδημοσιεύεται στο δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net κατόπιν αδείας της συζύγου του και καθηγήτριας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολίτσας Γεωργοπούλου - Λιαντίνη, η οποία είναι κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων. Περισσότερα για τον Δημήτρη Λιαντίνη μπορείτε να βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα liantinis.gr.




https://tovivlio.net/%CE%97%CE%A1%CE%99%CE%94%CE%91%CE%9D%CE%9F%CE%A3/

1 σχόλιο:

~reflection~ είπε...

Είναι διάχυτη και πάλι η διαπίστωση πως τη βαρύτητα του Ποιήματος την ορίζει η εκσκαφή που προηγήθηκε στην Ύπαρξη του γράφοντος, από αυτόν τον ίδιο.