Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Ελένη Ν. Γαλάνη, Ποιήματα







Ελένη Ν. Γαλάνη, Ποιήματα / Eleni N. Galani, Gedichte (μετφρ: Dirk Uwe Hansen & Γιώργος Καρτάκης)





`

Αραχάβη*

Ανήκω στα χειλανθή η μητέρα

μυρίζει χώμα στο στόμα της

ανθίζει δενδρολίβανο κλωνάρια μέντας
την εμποδίζουν να μιλάει γι΄αυτό
μένει σιωπηλή
τα καλοκαίρια τής πιάνω τα μαλλιά τα τραβάω
είναι πλατύφυλλα
μοσχομυρίζουν τα δάχτυλα ευωδιά
από βασιλικό έχει
μια θλίψη ανεξήγητη χρόνια
πίστευα πως είναι ίδιον αριστοκρατικό
ευγενών
βασιλιάδων
να εκβιάζουν αγγίγματα να μυρίσουν
έμαθα αργότερα πως η θλίψη δεν
είναι βασιλικό προνόμιο δεν
έχει πρωτόκολλα δεν
τηρεί τα προσχήματα δεν
κάνει διακρίσεις δεν
είναι κληρονομικό
δικαίωμα είναι
φυτό οικιακό
γονιμοποιεί ανάσες φωτοσυνθέτει
συντριβές ριζώνει στρογγυλοκάθεται όπου ενδημούν
φλέβες φιλιά πληγές ανοικτές ρωγμές αδιόρατες φθορές
φθαρτών ζωές
ζώντων με το έτσι θέλω
κρατά το άρωμά της καιρό
αφού έχει μαραθεί δεν
μιλάει σχεδόν ποτέ
σε κανέναν σπάνια μόνο

γελάει δυνατά
με ένα γέλιο σαρδόνιο
εγγαστρίμυθο
τρομακτικό

μέσα από σφραγισμένα στόματα
μέσα από σώματα τάφους



*

Acharavi*

Ich gehöre zur Gattung der Lippenblütler meine Mutter

riecht nach Erde in ihrem Mund

blüht Rosmarin Minzestengel
hindern sie daran zu sprechen daher
bleibt sie stumm
in den Sommern fasse ich ihre Haare ziehe sie glatt
sie sind breitblättrig
an den Fingern bleibt der Duft
von Basilikum sie hat
einen unerklärbaren Kummer seit Jahren
ich hielt das für eine aristokratische Eigenart
von Adligen
von Königen
dass man gezwungen wird sie zu berühren an ihnen zu riechen
später habe ich gelernt
dass Kummer kein königliches Privileg ist
kein Protokoll dafür geschrieben wird
er den Schein wahrt
keine Unterschiede macht
kein vererbtes Recht ist
es ist eine Pflanze für Innenräume
die Atemzüge befruchtet Photosynthese betreibt
mit Niedergeschlagenheit wurzelt und sich hemmungslos breitmacht
wie es ihr gefällt
wo Adern Κüsse offene unsichtbare Risse leben
die Leben sterblicher
Lebender ihr Geruch hält lange an
nachdem sie verblüht ist
sie spricht seitdem nur ganz selten einmal
mit jemandem

sie lacht laut
mit dem hämischen
erschreckenden Lachen
eines Bauchredners

aus versiegelten Mündern
mitten aus Körpern die wie Gräber sind.
_____________
* Αχαράβη: χωριό στην Κέρκυρα / Acharavi ist ein Dorf auf der Insel Korfu.

`

**

Γυναίκες με ψυχή κήπου

Υπάρχουν γυναίκες με ψυχή κήπου
ανθίζουν, μαραίνονται, φυλλορροούν, αιμορραγούν,
αναπαράγονται
με κιρκαδική ροή, με αυτιστική πλήξη
μέχρι να σβήσουν οριστικά ως
τον αφανισμό τους

κι αν τις ρωτήσεις το ίδιο θα έκαναν από την αρχή
οι γυναίκες με ψυχή κήπου
θα πρόσφεραν τον εαυτό τους γύρη τροφή στα
λεπιδόπτερα
να γέρνουν ξένοι πάνω τους να γεύονται γεννήτορες να
γεννούν να γίνονται εραστές ξενιστές
της καταστροφής τους

έτσι περιμένουν καρτερικά χωρίς ποτέ να παραπονεθούν
αγκιστρωμένες στη ζωή
ρίζες τραχιές
οι γυναίκες με την ψυχή κήπου

ζουν για τη θαυμαστική στιγμή που τα χρώματα
προσπερνούν
που τα φτερά ξεδιπλώνονται
και η λεπίδα του πόθου επικρέμεται
κοφτερή,
δαμόκλειος των εραστών η αποδημία

*

Frauen mit Gartenseele

Es gibt Frauen mit der Seele eines Gartens
sie blühen welken, werfen die Blätter ab sie bluten
sie vermehren sich i
in circadianem Rhythmus in autistischer Langeweile
bis sie endgültig verlöschen
nach ihrem Verschwinden

Und wenn man sie fragen würde sie hätten von Anfang an dasselbe getan
die Frauen mit den Gartenseelen
sie hätten sich selbst wie Pollen als Futter
den Schmetterlingen angeboten
damit die sie besuchen sich zu ihnen neigen sie genießen sie
befruchten Liebhaber werden Wirtstiere
ihrer Vernichtung

so halten sie geduldig aus ohne sich je zu beklagen
festgeklammert ans Leben
wie raue Wurzeln
die Frauen mit der Seele eines Gartens

sie leben für den wunderbaren Moment
in dem die Farben an ihnen vorübergehen
in dem sich die Flügel ausbreiten
und die scharfe Klinge des Verlangens hängt
über ihnen als ein Damoklesschwert,
die Trennung von den Geliebten

`

**

Default

Ήταν αβάσταχτη η νύχτα μέσα στα χέρια σου
ασήκωτη η μνήμη
δάνειζε τα δέντρα της στα πουλιά
κι είχαμε μείνει χωρίς δάχτυλα
τόσο πολύ μπήκαμε μέσα ο ένας στον άλλο βαθιά
ώσπου στο τέλος δεν έμεινε τίποτα
από μας στο δωμάτιο
άρχισε η θλίψη τότε να γεννάει παράθυρα
χιλιάδες παράθυρα αναρίθμητα
ασταμάτητα άνοιγαν
στο φως που έμοιαζε ανίκητο
τόσο που πλήγιασε η ψυχή μου

Δοκίμασα
Την αλλαγή (ALT )
Toν έλεγχο (Ctrl )
Τη διαγραφή (DEL )

Μάταια

Τα συναισθήματα πληθωρίστηκαν
Κράσαρε το λογισμικό

Τελευταία δοκίμασα τη διαγραφή (ESC)
όμως τα νομίσματά μου
σπαταλήθηκαν άδικα
και οριστικά

Χρεοκοπία (Default)

*
Default

Unerträglich war die Nacht in deinen Händen
bleischwer die Erinnerung
die lieh ihre Bäume den Vögeln
und wir standen da ohne Finger
so tief drangen wir einer in den anderen ein
dass am Ende nichts blieb
von uns in dem Zimmer
dann fing die Traurigkeit an Fenster zu gebären
tausende Fenster unzählige
öffneten sich unaufhörlich
dem Licht das unbesiegbar schien
so sehr dass meine Seele wund wurde

Ich versuchte:
Ändern (ALT)
Kontrollieren (Ctrl )
Löschen (DEL)

Vergeblich

Die Gefühle nahmen überhand
Das Programm stürzte ab
Zuletzt versuchte ich die Flucht (ESC)
aber meine Münzen waren verschwendet für nichts
und unwiderruflich

Bankrott (Default)

`

**

Τerrarium (Το πείραμα του Ward).

Υπάρχουν φυτά που ζούνε σαν ψάρια
Ψάρια που ζούνε σαν φυτά
Άνθρωποι με φτερά, άνθρωποι με βράγχια
Άνθρωποι με φύλλα, με αγκάθια
Ανθίζουν, μαραίνονται, πολλαπλασιάζονται
στοιβάζονται, συστεγάζονται σε τερράρια
ακουάρια, γραφεία, στριμώχνονται
σε γυάλινα δωμάτια
μνημεία μοιάζουν θερμοκήπια
μέσα σε τραμ, μετρό, λεωφορεία
το οξυγόνο τους λιγοστεύει
η ανάσα σώνεται
το φως τους τελειώνει

Αιώνες κοιτάζουν πίσω από τα τζάμια μαραίνονται
οι μέρες στις κιβωτιόσχημες
προθήκες που ασφυκτιούν
δαγκώνοντας έρωτες, τυμβωρύχοι του ερέβους,
σπρώχνονται βίαια
με δόντια, με ράμφη
προϊστορικά θηρία στο μουσείο
της λήθης τους σκάβουν το χώμα με λύσσα
τη μοίρα τους έρποντας
όνειρα ξύνουνε μύχια με νύχια
τον τάφο τους

πόθοι σουγιάδες, λέξεις καρφιά,

Δεν βρίσκουν βυθό

*

Terrarium ( Das Experiment von Ward )

Pflanzen gibt es die leben wie Fische
Fische die leben wie Pflanzen
Menschen mit Flügeln, Menschen mit Kiemen
Menschen mit Blättern, mit Dornen
Sie blühen, welken, vermehren sich
bilden Haufen, wohnen unter einem Dach in Terrarien
Aquarien, Büros, drängen sich
in gläsernen Zimmern
in Baudenkmälern die sehen aus wie Treibhäuser
in den Straßenbahnen, der Metro, den Bussen
der Sauerstoff geht ihnen aus
ihr Atem schwindet
ihr Licht verlischt

Jahrhundertelang schauen sie von innen durch die Scheiben welken
die Tage in den kistenförmigen
Schaufenstern in denen sie keine Luft bekommen
an Liebschaften kauen, Grabräuber der Finsternis,
stoßen sie einander heftig
mit Zähnen, mit Schnäbeln
prähistorische Wildtiere im Museum
wühlen sie in der Erde ihres Vergessens voller Wut
kriechen sie ihr Schicksal
scharren am Inneren ihrer Träume mit den Nägeln
ihr Grab

Begierden wie Klappmesser, Wörter wie Nägel

Nie stoßen sie auf Grund

`

**

24.00 pm (Post mortem)

Αυτή τη σκάλα στο αίμα σου την κατέβηκα με όλες μου τις φλέβες
Νύχτα πιάστηκα από την κουπαστή όπως ο πνιγμένος
απ΄ τα μαλλιά του

Το ήξερα. Δεν οδηγούσε πουθενά

Υπάρχουν σκάλες που οδηγούν σε ταράτσες και σκάλες που
οδηγούν σε γκρεμούς και σκάλες - καράβια σε βυθούς που
σιωπηλά κατεβαίνουν

Έτσι κύλησα αργά και ανάλαφρη σαν μια μικρή βόλτα
στην εξοχή
χέρια δε με άγγιξαν

Υπάρχουν χέρια κουπιά και χέρια κατάρτια και χέρια ρίζες μανδραγόρα,
σκάβουνε μέσα σου, σε ρημάζουν, θηλιές σε σέρνουνε στα έγκατα ως μέσα
βαθιά στο χαμό τους

Στιγμή δεν φοβήθηκα

Σκέφτηκα τα δόντια του νερού
Πώς αρπάει τα λουλούδια στον τάφο του
Γλυκά, απαλά, αθόρυβα,

Την άγρια της πείνας του χαρά

Υπάρχουν λουλούδια της βάπτισης και λουλούδια του θανάτου,
και υπάρχουν λουλούδια της Ανάστασης
κι ένας καιρός για όλα

Εκεί στο σκοτάδι θυμήθηκα

Έχει η νύχτα τον δικό της ήλιο
Έχει ο βυθός τον δικό του ουρανό

*

24.00 Uhr (Post mortem)

Diese Treppe in deinem Blut bin ich hinabgestiegen mit allen meinen Adern
Habe mich nachts an der Reling festgehalten wie der Ertrunkene
an seinen Haaren

Ich habe es gewusst. Es führte nirgendwohin

Es gibt Treppen die führen auf Dachterrassen und Treppen die
führen in Abgründe und Treppen — Schiffe in der Tiefe die
still hinabgehen

So rollte ich langsam und federleicht hinab wie ein Spaziergang
aufs Land
Hände haben mich nicht angerührt

Es gibt Hände wie Ruder und Hände wie Masten und Hände wie Alraunenwurzeln,
die graben in dir, verwüsten dich, wie Schlingen
schleifen sie dich ins Innere bis tief in ihre Verlorenheit

Ich hatte nicht einen Moment Angst

Ich dachte an die Zähne des Wassers
Wie es die Blumen wegschnappt an seinem Grab
Süß und sanft und still
An die wilde Freude seines Hungers

Es gibt Taufblumen und Totenblumen,
und es gibt Blumen der Auferstehung
und es gibt eine Zeit für alle

Dort in der Dunkelheit erinnerte ich mich

Die Nacht hat ihre eigene Sonne
Die Tiefe hat ihren eigenen Himmel

`

**

Είκοσι επτά ιστορίες φαντασμάτων

Όσο αδειάζει τόσο μεγαλύτερο γίνεται το δωμάτιο
οι αγαπημένοι φεύγουν
κρατούν την ψυχή τους αναμμένο κερί
στην παλάμη τους
τη φρόντισαν τη βάσταξαν όπως μπόρεσαν
κίτρινο λουλούδι μαλακό στο ρέοντα κόσμο
σε καιρούς αγονίας
πλημμυρών

ανάχωμα

τώρα περιμένουν καρτερικά
τον μεγάλο κατακλυσμό
το ξερίζωμα
κι σειρά όλο μικραίνει
οι σκιές εγκαθίστανται
το σκοτάδι όλο κερδίζει

Ο τελευταίος θα διηγηθεί την πιο παράξενη ιστορία

θα πει για τα παιδιά που τα βρήκε η νύχτα
να παίζουν ξυπόλητα
στους ασπάλαθους
για τις φωνές και τα γέλια τους
που αντηχούσαν δυνατά
μες στους κήπους
θα την αφηγηθεί με φωνή στεντόρεια καθαρή
σα να΄ναι αυτή η πρώτη ιστορία του κόσμου
η ομορφότερη
κι ας ξέρει πως δεν έχει μείνει πια να την ακούσει κανείς

ύστερα θα κλείσει την πόρτα πίσω του
απαλά παίρνοντας μαζί
και το φως του

**

Siebenundzwanzig Gespenstergeschichten

Je mehr es sich leert desto größer wird das Zimmer
die Geliebten verlassen es
tragen ihre Seele wie eine brennende Kerze
auf der flachen Hand
sie haben sich um sie gekümmert
haben sie gehalten so sorgfältig sie konnten
eine gelbe Blume weich in der fließenden Welt
in Zeiten von Unfruchtbarkeit
und Überschwemmungen

ein Damm

jetzt warten sie geduldig
auf die große Sintflut
auf die Entwurzelung
und die Reihe wird immer kleiner
die Schatten nisten sich ein
das Dunkel gewinnt immer

Der letzte wird die seltsamste Geschichte erzählen

er wird sprechen von den Kindern die von der Nacht überrascht wurden
als sie barfuß spielten
in den Ginsterbüschen
von ihren Stimmen und ihrem Lachen
die kräftig widerhallten
in den Gärten
das wird er berichten mit reiner und hoher Stimme
so als wäre es die erste Geschichte der Welt
oder die schönste
auch wenn er weiß dass niemand mehr da ist um sie zu hören

dann wird er sachte die Tür hinter sich schließen
und dabei auch sein Licht
mit sich nehmen

`

************************************************************

Η Ελένη Γαλάνη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στην Αθήνα, στο Παρίσι και στη Βαρκελώνη. Στις μεταπτυχιακές της σπουδές εξειδικεύτηκε στη μουσειολογία. Έχει εργαστεί σε μουσεία και γκαλερί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2013 ζει στην Φρανκφούρτη.

*

Eleni Galani wurde 1976 in Athen geboren. Sie studierte Archäologie und Kunstgeschichte in Athen, Paris und Barcelona. Nach Abschluss ihres Studiums spezialisierte sie sich auf die Museologie. Sie hat in Museen und Galerien in- und außerhalb Griechenlands gearbeitet und lebt seit 2013 in Fankfurt/M.

Δεν υπάρχουν σχόλια: