Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΕΣΠΕΡΑΣ



Στον Χουάν Χοσέ Αρρεόλα
Τείχη ψηλά του νερού, πύργοι πανύψηλοι,
νερά αιφνιδίως μαύρα κόντρα στο τίποτα,
νερά αδιαπέραστα, πράσινα και φαιόγκριζα,
νερά αιφνιδίως λευκά, νερά κυρίως εκθαμβωτικά.
Νερά σαν τις απαρχές των υδάτων,
σαν την πρωταρχή την ίδια την προ του ύδατος,
τα νερά που κολυμπάνε μέσα στο νερό
κι εξολοθρεύουν ό,τι επινοείται από το ύδωρ.
Ο αντίλαλος τίγρης των νερών, ηχηρός,
τα αντίλαλα εκατό τίγρεων νύχια, ηχηρά,
τα εκατό χέρια του νερού, οι εκατό τίγρεις
με τό ’να τους και μόνο χέρι κόντρα στο τίποτα.
Γυμνή θάλασσα, θάλασσα που διψάει για θάλασσες,
βαθιά από τ’ άστρα και από τους αφρούς ψηλή,
λευκός φυγάδας μέσ’ από τη φυλακή του πόντου
που πάει και σκάει πάνω σε σύνορα αστρικά,
τί μνήμες, τί βράχους, πάγους και νησιά,
τί άμορφη σύγχυση των νερών και του τίποτα,
τί θάλασσες, τί πυρπολημένοι εγκάθειρκτοι,
μέσα σου, κάτω απ’ το στήθος σου, συνεχώς τραγουδάνε;
Τί βία μυστική, απόκρυφη, τί χείλη
κινούνται πάνω στο δέρμα σου μαζί με πράσινες φλόγες;
Τί ερημωμένα νερά, τί μοναχοί αιγιαλοί,
τί αθέατες θάλασσες, θάλασσα; Ή και αλλιώς:
από πού αρχίζεις, θάλασσα, και ίσαμε πού πηγαίνεις;
από πού ξεκινάς χρόνε, ζωή μου,
στρατέ από καπνούς και από ψέματα,
πού πας, σφυγμέ και σάρκα και όνειρο; – πού;
Πού φτάνεις, δίψα για το τίποτα, πού;
Δεν είμαι η πέτρα που γκρεμίζεται,
είμαι η πτώση της και, επί πλέον, είμαι η άβυσσος,
ο κύκλος του ίσκιου που μέσα του βουλιάζει.
Χρόνος που ψύχεται, θάλασσα και τύμπανο,
της σελήνης βρικόλακας – ή μήπως στο κενό σφεντονίζεται;
Μάνα μανιακή, τεράστιο ζώο σχισμένο,
θάλασσα που ζωντανά τρως, ναι, τα σπλάχνα σου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: