Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

( Γαλήνη πάνω στην άδουσα αναλαμπή των νερών)




Γαλήνη πάνω στην άδουσα αναλαμπή των νερών
Που συγκρούονται   όπως οι ώμοι του πλήθους
Γαλήνη στη θάλασσα στα κύματα της καλής θέλησης
Γαλήνη  στων ναυαγών την επιτύμβια στήλη
Γαλήνη  στα τύμπανα της περηφάνειας και στις ζοφερές κόρες των ματιών
Κι αν είμαι εγώ  ο μεταφραστής των κυμάτων
Γαλήνη  και σε μένα.
Και να εδώ το εκμαγείο γεμάτο με του πεπρωμένου τα θρύψαλα
Το εκμαγείο της εκδίκησης
Με οργισμένες φράσεις να ξεκολλούν απ’ τα χείλη
Και να εδώ το εκμαγείο όλο χάρη
Όταν είσαι γλυκιά  και βρίσκεσαι  εδώ υπνωτισμένη απ’  τα άστρα
Και να εδώ ο ανεξάντλητος θάνατος απ’ αρχής  κόσμου
Γιατί κάποια μέρα κανείς δεν θα κάνει τον περίπατο του στον χρόνο
Κανείς κατά μήκος του απολιθωμένου χρόνου των πεθαμένων πλανητών
Αυτή είναι η θάλασσα
Η θάλασσα με τα δικά  της τα κύματα
Με τις δικές της αισθήσεις
Η θάλασσα πασχίζοντας  να σπάσει τα δεσμά της
Θέλοντας να μιμηθεί την αιωνιότητα
Θέλοντας να είναι πνεύμονας   ή πούσι  πονεμένων πουλιών
γη Ή ο κήπος των άστρων που βαραίνουν στον ουρανό
Πάνω στα ερέβη που σέρνουμε μαζί μας
Ή και που ακόμη μας σέρνουν
Όταν αίφνης πετούν όλα τα περιστέρια της σελήνης
Και γίνεται πιο σκοτεινή  απ’ τα σταυροδρόμια του θανάτου
Η θάλασσα μπαίνει στην άμαξα της νύχτας
Κι αλαργεύει  προς το μυστήριο της κάθε βαθιάς της στάσης
Και μόλις που ακούγεται  ο θόρυβος των τροχών
Και η φτερούγα των άστρων που πονούν στον ουρανό
Αυτή είναι η θάλασσα
Χαιρετώντας εκεί πέρα μακριά την αιωνιότητα
Χαιρετώντας τα λησμονημένα άστρα
Και τα  γνώριμα άστρα
Αυτή είναι η θάλασσα που ξυπνά όπως το κλάμα ενός μωρού
Η θάλασσα ανοίγοντας τα μάτια της και γυρεύοντας τον ήλιο με τα
τρεμάμενα χεράκια  της
Η θάλασσα σπρώχνοντας τα κύματα
Τα κύματα της που ανακατεύουν  τα πεπρωμένα σαν τραπουλόχαρτα
Σήκω να απευθύνεις  χαιρετισμό στην αγάπη των ανθρώπων
Άκου τα γέλια μας κι επίσης το κλάμα μας
Άκου το βήμα των χιλιάδων σκλάβων
Άκου την ατέρμονη διαμαρτυρία
Ετούτης της αγωνίας που ονομάζεται άνθρωπος
Αφουγκράσου   τον χιλιετή πόνο των σάρκινων στηθιών
Και την ελπίδα που αναγεννιέται μέσα από τις ίδιες της τις στάχτες κάθε μέρα
Κι εμείς επίσης σε αφουγκραζόμαστε
Μηρυκάζοντας  τόσα άστρα πιασμένα στα δίχτυα σου
Μηρυκάζοντας  αιωνίως τους ναυαγισμένους αιώνες
Κι εμείς επίσης σε αφουγκραζόμαστε
Όταν στριφογυρνάς στο κρεβάτι του πόνου
Όταν οι μονομάχοι  σου χτυπιούνται μεταξύ τους
Όταν η οργή σου κάνει τους μεσημβρινούς σου να τέμνονται
Ή όταν δονείσαι όπως  ένα μεγάλο γιορτινό παζάρι
Ή όταν βλαστημάς τους ανθρώπους
Ή προσποιείσαι πως κοιμάσαι
Τρεμάμενη στον τεράστιο ιστό σου περιμένοντας το θήραμα σου
Κλαις δίχως να ξέρεις γιατί κλαις
Και μεις κλαίμε νομίζοντας πως ξέρουμε γιατί κλαίμε
Υποφέρεις όπως υποφέρουν τα ανθρώπινα πλάσματα
Που ακούνε τα δόντια σου μες τη νύχτα να τρίζουν
Και στριφογυρνάς στην κλίνη σου
Γιατί  η αϋπνία δεν αφήνει να μερέψουν οι οδύνες σου
Γιατί  η πιτσιρικαρία πετροβολά τα παραθύρια σου
Γιατί  σου ξεριζώνουν τα μαλλιά
Βήξε βήξε κάνε το αίμα να ξεσπάσει  στα πλεμόνια σου
Γιατί  τα ελατήρια σου οξειδώνονται
Και βλέπεις να σε ποδοπατούν όπως το γρασίδι του τάφου
Όμως εγώ είμαι περιπλανώμενος και φοβάμαι μη μ’ ακούσεις
Με κυριεύει ο φόβος της εκδίκησης σου
Ξέχνα τις κατάρες μου κι ας τραγουδήσουμε αντάμα ετούτη τη νύχτα
Γίνε πλάσμα ανθρώπινο όπως κάποιες φορές εγώ γίνομαι θάλασσα
Ξέχνα τους θανατερούς οιωνούς
Ξέχνα των λιβαδιών μου την έκρηξη
Κι εγώ τα χέρια μου σου τείνω σαν άνθη
Να γίνει ανακωχή μεταξύ μας σου λέω
Εσύ είσαι η πιο δυνατή
Να σφίξω εγώ τα χέρια σου μέσα στα  χέρια μου
Και να γίνει ανακωχή μεταξύ μας
Πλάι  στην καρδιά μου σε νιώθω
Όταν ακούω των βιολιών τα στενάγματα
Όταν είσαι εδώ απλωμένη σαν το κλάμα ενός μωρού
Όταν στέκεσαι  συλλογισμένη απέναντι στον ουρανό
Όταν πάσχεις  μέσα στα μαξιλάρια σου
Όταν σε νοιώθω να κλαις πίσω από το παραθύρι μου
Όταν κλαίμε δίχως λόγο  όπως κλαις εσύ
Να  εδώ είναι η θάλασσα
Η θάλασσα που κάνει να εκραγούν  οι μυρωδιές των πόλεων
Mε τo ντύμα της γεμάτο βάρκες και ψάρια και άλλες χαρές
Ετούτες τις  βάρκες που ψαρεύουν στην όχθη του ουρανού
Ετούτα τα ψάρια που ακούνε κάθε φωτεινή αστραπή
Ετούτα  τα φύκια με τα αιώνια όνειρα
Κι ετούτο το κύμα που τραγουδά καλύτερα από τα υπόλοιπα
Να εδώ είναι η θάλασσα
Η θάλασσα που απλώνεται  κι αρπάζεται απ’ τις όχθες της
Η θάλασσα που τυλίγει τα άστρα στα κύματα της
Η θάλασσα με το μαρτυρικό της δέρμα
Και  τα τρομάγματα  των αρτηριών  της
Με τις γαληνεμένες μέρες της και τις υστερικές της νύχτες.
Και από την άλλη μεριά τι υπάρχει από την άλλη μεριά
Τι κρύβεις θάλασσα στην άλλη μεριά
Την αφετηρία της ζωής μακρόσυρτη όπως ένα φίδι
Ή την αφετηρία του θανάτου βαθύτερη  από σένα την ίδια
Και πιο ψηλή απ’  όλα τα όρη
Τι υπάρχει στην άλλη μεριά
Η αιώνια θέληση να φτιάξουμε ένα σχήμα και ένα ρυθμό
Ή η αιώνια δίνη των θρυμματισμένων ανθοπετάλων
Να εδώ είναι η θάλασσα
Η θάλασσα ορθάνοιχτη απ’ άκρου σ’  άκρο
Να εδώ είναι η θάλασσα ραγισμένη ξάφνου
Για να δει το μάτι την αφετηρία της οικουμένης
Να η θάλασσα
Από το ένα στο άλλο κύμα υπάρχει ο χρόνος της ζωής
Από τους κυματισμούς της  στα μάτια μου υπάρχει η απόσταση του θανάτου.

****************************************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Βισέντε Γκαρσία Ουιδόμπρο Φερνάντεζ (Χιλή, 1893-1948) υπήρξε ποιητής και μυθιστοριογράφος . Μαζί με τον Μπόρχες θεωρούνται οι μεγάλοι αναμορφωτές της ποίησης της Λατινικής Αμερικής στις αρχές του 20ου αιώνα. Είναι ο θεμελιωτής του κινήματος του επινοητισμού (creacionismo) που είχε ως βασικό του εργαλείο την μεταφορά και σύμφωνα με το οποίο, όπως ο ίδιος ο Ουιδόμπρο θα πει,  «Ο ποιητής είναι μια μηχανή υψηλής πνευματικής συχνότητας, είναι αυτός που δίνει ζωή σε ό,τι δεν έχει (ζωή). Κάθε λέξη, κάθε φράση αποκτά  στο στόμα του μια δική της, ιδιαίτερη  ζωή». Τη  θεωρία αυτή  την παρουσιάζει ο ίδιος για πρώτη φορά το 1916 στο Μπουένος Άιρες και συνοψίζεται στους  στίχους  του : «Γιατί υμνείτε το ρόδο ω, ποιητές!/ Να ανθίσει κάντε το μέσα στο ποίημα./Για μας μονάχα /ζούνε τα πράγματα όλα κάτω απ’ τον ήλιο./Ειν’ ο ποιητής ένας Θεός μικρός». Το πιο σπουδαίο του έργο, ώριμος καρπός αυτής της ποιητικής οπτικής,  είναι χωρίς  αμφιβολία η ποιητική σύνθεση  (γράφτηκε το 1919, δημοσιεύθηκε το 1931) που φέρει τον τίτλο Altazor και είναι ένα από τα πιο σημαντικά ποιήματα της Λατινιοαμερικάνικης ποίησης.  Έγραψε επίσης μυθιστορήματα μέσα στο πλαίσιο των πρωτοποριακών ρευμάτων της εποχής όπως το Cagliosto, ένα μυθιστόρημα με δομή κινηματογραφικού σεναρίου.  Η οικογένεια του ήταν εύπορη γεγονός που του εξασφάλισε το προνόμιο μιας υψηλού επιπέδου μόρφωσης καθώς και την άνεση να ταξιδεύει ανά τον κόσμο κυρίως στα μέρη που αποτελούσαν τα μεγάλα πνευματικά κέντρα της εποχής: Μπουένος Άιρες, Παρίσι, Μαδρίτη, Βερολίνο, Νέα Υόρκη. Παράλληλα  δημοσιεύει από πολύ νέος τα έργα του ενώ διεύθυνε  κατά καιρούς πολλά σημαντικά περιοδικά της εποχής, κάποια από αυτά με διεθνή κυκλοφορία και απήχηση . Το 1917 αποτελεί ένα έτος σταθμό στη διαδρομή του καθώς συναντιέται, στο Παρίσι, μέσω του περιοδικού Nord–Sud με εμβληματικές προσωπικότητες της ποιητικής πρωτοπορίας όπως ο Απολλιναίρ,  ο Μπρετόν, ο Κοκτώ καθώς και των εικαστικών τεχνών όπως ο  Μοντιλιάνι, Πικάσο, Μιρό που θα επηρεάσουν την σε μεγάλο βαθμό την ποιητική του δημιουργία. Αξιοσημείωτη πάντως είναι η ιδιαίτερα  κακή σχέση  που είχε με τον συμπατριώτη του Πάμπλο Νερούδα, μια αντιπαλότητα με μεγάλη ένταση και βαριές προσβολές εκατέρωθεν,   η  οποία  εξομαλύνθηκε σε μεγάλο βαθμό όταν και οι δύο θα πάρουν ενεργά μέρος στον Ισπανικό Εμφύλιο. Ο Ουιδόμπρο παίρνει ενεργό μέρος και στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο όπου στέλνει ανταποκρίσεις από το Παρίσι στην Λατινική Αμερική και το 1945 μπαίνει με τα συμμαχικά στρατεύματα στο Βερολίνο. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Καρταχένα όπου πεθαίνει το 1948.  Το  ποίημα της  παρούσας μετάφρασης  είναι  ένα από τα τελευταία της ποιητικής του παραγωγής και προφανώς έχει άμεση σχέση με την επιθυμία να ενταφιαστεί  σε ένα λόφο απέναντι στη θάλασσα, όπως και έγινε.



   



Δεν υπάρχουν σχόλια: