Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

ΜΑΙΝΑΔΑ..

Μαινάδα

Κάποτε ήμουν συνηθισμένoς άνθρωπος :
Καθόμουν πλάι στη φασολιά του πατέρα μου
Τρώγοντας τα δάχτυλα της σοφίας.
Τα πουλιά κατέβαζαν γάλα.
Όταν μπουμπούνιζε κρυβόμουν κάτω από μια
επίπεδη πέτρα.

Η μάνα των στομάτων δεν μ’ αγάπησε.
Ο γέρος μίκρυνε κι έγινε κούκλα.
Ω είμαι πολύ μεγάλη για να πάω προς τα πίσω:
Γάλα πουλιού τα πούπουλα,
Της φασολιάς τα φύλλα μουγκά σαν χέρια.

Σ’ αυτό το μήνα ταιριάζει το ελάχιστο.
Οι νεκροί ωριμάζουν στ’ αμπελόφυλλα.
Μια κόκκινη γλώσσα υπάρχει ανάμεσά μας.
Μάνα, κρατήσου έξω απ’ την αυλή μου,
Γίνομαι άλλη.

Σκυλοκεφαλή, καταβροχθιστή:
Τάισέ με τα μούρα του σκοταδιού.
Τα βλέφαρα δεν θα κλείσουν. Ο χρόνος
Ξετυλίγει το ατέλειωτο λαμπύρισμά του
Απ’ τον μεγάλο αφαλό του ήλιου.

Πρέπει να το καταπιώ ολόκληρο.

Κυρία, ποιοί ειν’ αυτοί οι άλλοι μέσα στου φεγγα-
ριού τον κάδο –
Ναρκωμένοι απ’ το πιοτό, τα μέλη τους στήνουν καυγά;
Σ’ αυτό το φως το αίμα είναι μαύρο.
Για πες μου τ’ όνομά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: