Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Τοπίο

Τοπίο

— Ένα κορίτσι πνίγεται μέσα στο μαύρο
εγώ ανεβαίνω σ' έναν άσπρο ουρανό

Μέσα στον έρημο χιονιά
ένας παπάς κατάμαυρος μέσα στην παγωνιά
λίγα μαύρα πουλιά σ' ένα κλαδί
κι ένα μόνο λουλούδι
και μιά φωνή:

— Εγώ ανεβαίνω σ' έναν άσπρο ουρανό
μέσα στο μαύρο πνίγεται ένα κορίτσι






Το πρωί και το βράδυ

Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ' το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί

έξω στο δρόμο
περνάει
τ' αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι

ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος






από τη συλλογή ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ

Ο καθρέφτης

Στη Νόρα Αναγνωστάκη

Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη

βροχή

να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο

η φωτιά

να ψιθυρίζει:
— Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα

τα φτερά

κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει






Ο ποιητής

Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θά 'χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν' άσπρο πουλί, από πάνω, θ' απαγγέλλει μέσα
σ' ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.








Το χρυσάφι

Κάποτε
θα σταματήσουμε
σα μιά γαλάζια άμαξα
μέσ' στο χρυσάφι

δε θα μετρήσουμε τα μαύρα

άλογα

δε θά 'χουμε τίποτα ν' αθροίσουμε
δε θά 'χουμε πια τίποτα
για να μοιράσουμε

κρατώντας
ένα ξύλο
θα περάσουμε
μέσ' απ' τη μαύρη τρύπα

του ήλιου

που θα καίει






από τη συλλογή ΣΦΡΑΓΙΔΑ Ή Η ΌΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ

Κυριακή

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου

τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου

το πεθαμένο το παιδί

δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα

κόκκινο σκυλάκι

μέσα στο μαντίλι

τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ' τις λεμονάδες
πετάει μιά νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο

μ' ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι






Η φεγγαράδα

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο

κρυμμένο μένει το φεγγάρι

πότε πίσω από δέντρα

πότε πίσω από θηρία

πότε πίσω από σύννεφα

με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων

κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει

είναι ακόμα καλοκαίρι

όμως μιά μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα

δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις

και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό






από τη συλλογή ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ

Το ποντίκι

Ο ένας να μιλάει για ένα Μάρτυρα

κι ο άλλος ν' απαντάει για έναν ποντικό

Ο ένας να μιλάει για έναν Άγιο

κι ο άλλος ν' απαντάει για ένα σκύλο

και είναι τότε που μέσα στη μαυρίλα

είδα τον Ποιητή ολομόναχο
και γύρω του να λάμπει
το κενό






Το κεφάλι του ποιητή

Έκοψα το κεφάλι μου
τό 'βαλα σ' ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου

—Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε

τό ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει

το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου

γύριζα έξαλλος τους δρόμους

με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή








Το πράσινο απόγεμα

Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει, στόχο την αυλή μου
απ' το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσίριζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα...

τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:

— Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω




Τα χελιδόνια μου

Δε σας γνωρίζω εφέτος
καημένα χελιδόνια μου
πετάτε άραγε όπως άλλοτε
ή μήπως σε ρόδες πάνω να κυλάτε

όμως το μάτι σας γιατί έτσι μεγάλωσε
τεράστιο
τεράστιο και πορφυρό

μονάχα ο ουρανός σάς έχει απομείνει
μα νά 'ναι για σας τώρα Ουρανός;



από τη συλλογή ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)

Δεν υπάρχουν σχόλια: