Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ


Είναι ένας απογοητευμένος γέρος, γιατί γέννησε το γιό του
πολύ αργά. Κοιτάζονται κάθε τόσο στα μάτια,
αλλά κάποτε έφτανε ένα χαστούκι. (Ο γέρος βγαίνει έξω
και γυρίζει με το γιό του, που σφίγγει την πλάτη
και δεν σηκώνει πια τα μάτια.) Τώρα ο γέρος κάθεται
ως αργά τη νύχτα μπροστά σ' ένα μεγάλο παράθυρο,
αλλά κανένας δεν έρχεται, και ο δρόμος είναι έρημος.

Σήμερα το πρωί το αγόρι το 'σκασε και θα επιστρέψει
απόψε. Θα γελάει ειρωνικά. Σε κανέναν
δεν θα θέλει να πει αν έφαγε ή όχι το μεσημέρι. Ίσως
θα' χει τα μάτια του κουρασμένα και θα πάει στο κρεβάτι σιωπηλός:
δύο λασπωμένες αρβύλες. Ύστερα από ένα μήνα βροχής
το πρωινό ήταν γαλάζιο.

Ένα πικρό άρωμα φύλλων
χύνεται από το ανοιχτό παράθυρο. Όμως ο γέρος
δεν κουνιέται στο σκοτάδι, δεν έχει ύπνο το βράδυ,
και θα' θελε να κοιμηθεί για να τα ξεχάσει όλα,
όπως όταν επέστρεφε μετά από μια μακρινή πορεία.
Κάποτε, για να ζεσταθεί, φώναζε και χτυπούσε μόνος του.

Το αγόρι που θα γυρίσει σε λίγο δεν δέχεται πια τα χαστούκια.
Το αγόρι αρχίζει να γίνεται άντρας και κάθε μέρα
κάτι ανακαλύπτει και δεν μιλάει σε κανέναν.
Δεν υπάρχει τίποτα στο δρόμο που να μην το γνωρίζει
καθισμένος σ' αυτό το παράθυρο. Όμως το αγόρι περπατάει
στο δρόμο όλη μέρα. Δεν ψάχνει για γυναίκες, όχι ακόμα,
ούτε παίζει με τα χώματα. Κάθε φορά επιστρέφει.
Το αγόρι έχει τον τρόπο του να βγαίνει από το σπίτι, που όποιος
μένει μέσα, νοιώθει ότι δεν μπορεί να κάνει πλέον τίποτα.

1935

Δεν υπάρχουν σχόλια: