Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

ΜΥΘΟΣ..

ΜΥΘΟΣ..

Θα' ρθει η μέρα που ο νεαρός θεός θα γίνει άντρας,
χωρίς πόνο, με το νεκρό χαμόγελο του άντρα
που κατάλαβε. Ό ήλιος προχωράει συνεχώς, μακριά τώρα,
κοκκινίζοντας τις ακρογιαλιές. Θα' ρθει η μέρα που ο θεός
δεν θα ξέρει πια που ήταν κάποτε οι ακρογιαλιές.

Ξυπνάς ένα πρωί και το καλοκαίρι είναι νεκρό,
όμως τα μάτια σου σαστίζουν από το αμείλικτο φως
του χτες, και στα αυτιά σου ακούς τον θόρυβο του ήλιου
που έγινε αίμα. Το χρώμα του κόσμου άλλαξε.
Το βουνό δεν ακουμπάει πια τον ουρανό- τα σύννεφα
δεν μαζεύονται πια όπως τα φρούτα- μέσα στο νερό
δεν φαίνονται πια τα χαλίκια. Το σώμα ενός σκεπτικού άντρα
γέρνει εκεί όπου ένας νεαρός θεός ανάσαινε.

Ο μεγάλος ήλιος έφυγε και η μυρωδιά του χώματος,
και ο ελεύθερος δρόμος, χρωματισμένος από κόσμο
που αγνοούσε το θάνατο. Κανένας δεν πεθαίνει το καλοκαίρι.
Εάν κάποιος εξαφανιζόταν, υπήρχε ο νεαρός θεός
που ζούσε για όλους και αγνοούσε το θάνατο.
Πάνω του η θλίψη ήταν μια σκιά από σύννεφα.
Το βήμα του ξάφνιαζε τη γη.

Τώρα μια κούραση
βαραίνει πάνω σε όλα τα μέλη του άντρα,
χωρίς πόνο: η ήρεμη κούραση της αυγής
ξεκινάει μια βροχερή μέρα. Οι ακρογιαλιές είναι σκοτεινές
και δεν γνωρίζουν τον νεαρό, που κάποτε έφτανε
να τις κοιτάζει. Η θάλασσα του αγέρα δεν ξαναζεί
στην ανάσα. Τα καρτερικά χείλη του άντρα σφίγγονται,
για να χαμογελάσουν μπροστά στη γη.


Οκτώβριος 1935

Δεν υπάρχουν σχόλια: