Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

«Γλυκύτατη μητέρα, είναι η ώρα που κατεβαίνουν οι ομίχλες,
ο Ναβίλιο χτυπά ανάκατα στα φράγματα,
τα δέντρα φουσκώνουν απ' το νερό, καίγονται απ' το χιόνι·
δεν είμαι θλιμμένος στο Βορρά: δεν είμαι
και σε γαλήνη με τον εαυτό μου, μα δεν περιμένω
συγγνώμη από κανέναν, πολλοί μου έδωσαν δάκρυα
σαν άνθρωπος με άνθρωπο. Ξέρω ότι δεν είσαι καλά, ότι ζεις
σαν όλες τις μανάδες των ποιητών, φτωχή
και σωστή στο μέτρο της αγάπης
για τα ξενιτεμένα παιδιά σου. Σήμερα είμαι εγώ
που σου γράφω.» Επιτέλους, θα πεις, δυο λόγια
από 'κείνο το αγόρι που 'φυγε μια νύχτα με μια κοντή κάπα
και μερικούς στίχους στην τσέπη. Φτωχό, σχεδόν έτοιμο για κατορθώματα,
θα το σκοτώσουν καμιά μέρα σε κανένα μέρος.
«Αλήθεια, θυμάμαι, ήταν σ' εκείνο το γκρίζο σταθμό
των αργών τρένων που μετέφεραν αμύγδαλα και πορτοκάλια,
στις εκβολές του Ιμέρα, το ποτάμι ήταν γεμάτο καρακάξες,
άλατα, ευκαλύπτους. Μα τώρα σ' ευχαριστώ,
αυτό θέλω, για το σαρκασμό που έβαλες
στα χείλη μου, μειλίχιο σαν το δικό σου.
Εκείνο το χαμόγελο μ' έσωσε από πόνους και κλάματα.
Και δεν ενδιαφέρει αν τώρα έχω ένα δάκρυ για σένα,
και για όλους εκείνους που σαν κι εσένα περιμένουν,
και δεν ξέρουν τί πράγμα. Αχ, ευγενικέ θάνατε,
μην αγγίξεις το ρολόι της κουζίνας που χτυπά πάνω στον τοίχο,
όλα τα παιδικά μου χρόνια πέρασαν πάνω στο σμάλτο
της δικής του πλάκας, πάνω σ' εκείνα τα ζωγραφισμένα λουλούδια:
μην αγγίξεις τα χέρια, την καρδιά των ηλικιωμένων.
Μα μήπως απαντά κανείς; Ω συμπονετικέ θάνατε,
ντροπαλέ θάνατε. Αντίο, αγαπημένη, αντίο γλυκύτατή μου μάνα.»

Μαριάννα Τζανάκη Μετάφραση:

Δεν υπάρχουν σχόλια: