Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Αλμα εις τριπλούν

στον Θανάση Δημούλη

Αν μπορείς να μας βοηθήσεις, Θεέ μου,
βοήθησέ μας τώρα. Τώρα, που ψάχνουμε
το Ι.Χ. και δεν το βρίσκουμε: τώρα,
που η μερική απώλεια της μνήμης,
έχει το ακριβές της αντίτιμο: το αγοραίο
κόμιστρο με διπλή ταρίφα. Μισή ώρα,
τριγυρίζουμε μέσα στους γνώριμους δρόμους,
έξω από το κεντρικό σκυλάδικο
και δεν το αναγνωρίζουμε. Οι εκκωφαντικές
μουσικές, τα γηγενή κι ελληνοπρεπή
κορίτσια πρόθυμα και χαμογελαστά,
να εκστασιάζονται με τα μεταφυσικά μας
αποφθέγματα: μην ευλογείς το Μπλακ Λέιμπελ,
γιατί η νύχτα είναι μικρή και η ζωή
αφόρητα μεγάλη. Αρκεί το ποτήρι
να είναι γεμάτο, να ζευγαρώνει η φιάλη
στο τραπέζι μας, μην είναι οι πότες
αθλητές, μην είναι ταυρομάχοι; Αγαπάς τη Λάρισα
όταν βρέχει, όταν φεύγεις απ’ το μπαρ
και κανείς δεν μπορεί να σε κατηγορήσει
πως κατούρησες τα πατζάκια σου,
άσχετα αν δεν θυμάσαι που έχεις παρκάρει.

Αν μπορείς να μας βοηθήσεις, Θεέ μου,
μην το κάνεις. Ούτε κραυγές, ούτε θρήνοι,
ούτε δάκρυα, στερέψαμε πια,
μόνον ο άνεμος φυσάει τα δύο τελευταία
εικοσιτετράωρα κι εμείς φυσάμε
την πρωινή μας κρεατόσουπα:
ο γάμος χρειάζεται τουλάχιστον
την επανάληψή του και μόνο τους άγαμους
να μην λυπάσαι. Αλτες του τριπλούν,
οι πότες κάθε βράδυ, φίλοι εξ αγχιστείας,
οι δύο-τρεις που ταίριαξαν τα χνώτα τους
και συνεχίζουν μόνοι τους αυτοί,
απ’ την υπόλοιπη παρέα γιατί επιμένουν
μόνο όσοι έχασαν τη μνήμη τους,
τις κατάλληλες ευκαιρίες, τη γυναίκα
της ζωής τους, τον μεγάλο έρωτα,
όλοι όσοι έχασαν κάποτε τα μυαλά τους
κι ενίοτε την ψυχή τους, μακάριοι
άνθρωποι κι ευτυχισμένοι που έτυχε
να έχουν κάτι για να το χάσουν.
Οταν πεθαίνει ένας άντρας γεννιέται
ένα γουρούνι κι όλοι εμείς, τα υπέροχα θύματα
γρυλίζουμε απ’ το απέναντι τραπέζι σου,
Κίρκη των πολλαπλών εναγκαλισμών
των ευτελών εκμυστηρεύσεων
και των ευγενών προκλήσεων,
αβίαστα σε θυμόμαστε και σε μνημονεύουμε
μέσ’ από τα ψέματά σου. Χάρισες
στον καθένα μας την ψευδαίσθηση
που ζητούσε, το χάδι που αποζητούσε,
τη λέξη που περίμενε σαν βότανο
για να γλυκάνει τις μεταφυσικές του αγωνίες,
το συγκεκριμένο του παραμύθι.
Μόνη σου απολαμβάνεις τον πατσά.

Αν δεν μπορείς να μας βοηθήσεις, Θεέ μου,
δεν πειράζει: τα καταφέραμε
κι απόψε να δούμε την αυγή, όρθιοι,
πανέτοιμοι για το τελευταίο μας άλμα:
μέσ’ από την ομίχλη θα μπουκάρουμε
στο Κάπο Βέρντε, στο Ρεσίφε,
στην κοντινή μας Λισσαβόνα, να σμίξουμε
με τις θεσπέσιες μουσικές, της Τιτίνας,
της Καισαρείας Εβόρα ή του Αγκοστίνο
Ντεπίνα, γιατί η ακριβής μετάφραση
της λέξης saudade στα ελληνικά
είναι ο άνθρωπος που χάνεται
από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας,
μέσα στον Κάμπο, μέσα στην πρωινή ομίχλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: