Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Ἀπό τά Διαβατήρια

Ι
Πόσα χρόνια ἐδῶ κάτω…
Λέω νά κάνω τή βουτιά καί νά φτάσω
ὅπως ὁ δύτης τή μάσκα τοῦ ὀξυγόνου
πού τήν ἔκλεψε ὁ ζηλιάρης βυθός
Νά σέ φτάσω γλυκιά ἀσφυξία μου

2
Βγῆκε ἕνας ἥλιος ραψωδός μές στά χαλάσματα
στάλαζε φῶς στά φυλλοκάρδια τῶν ὀνείρων μου
(φῶς ἐκ φωτός ἀπό τήν πρώτη μου νεότητα)
κι ὕστερα χρίστηκε ἀργυραμοιβός στά ἡμεροστάσια
ἥλιος μέ ἡλίαση – ἔκοβε νομίσματα
κι ἔρραινε τή θλιμμένη τσιμεντούπολη
Κι ἐγώ ἀνέβαινα νά πιάσω στά φυλλώματα τῶν ἄστρων
τούς ὑπερήχους τόσων καί τόσων ἐξαφανισθέντων.

3
Ἄλλη εἶν’ ἡ ὥρα τοῦ σπαρμοῦ καί τῶν ἀνέμων
κι ἄλλη τοῦ καρπωτῆ καί τοῦ ἀχυροσυλλέκτη
ὥρα πού ἔρχονται οἱ καννίβαλοι χορεύοντας
χοροπηδώντας μέ τά τέσσερα στή ζύμη
πάνω στό σῶμα τοῦ ψωμιοῦ
Ἔρχονται οἱ παραζυγιστές κι οἱ χαλκευτές τῆς κρίσης
Γρηγορῆτε!

4
Μέ βρίσκει ἡ νύχτα νά βυθοσκοπῶ τό ποίημα ὡς τή ρίζα του
κι ἔτσι νά βγαίνει τετραγωνισμένη ἡ ἀλήθεια του

5
Νά μοιάζαμε τ’ ἀειθαλῆ καί τά αἰωνόβια
καί κάθε τέτοιαν ἐποχή ν’ ἀλλάζαμε φυλλώματα
μελαχρινοί κορμοί κι οἱ κεφαλές ἀλεύκαντες
τά μέλη μας σέ φλογερή αἰθεροβασία
( ν’ ἄλλαζε δέρμα κι ἡ ψυχή μας πού μαράθηκε)
Καί πάλι ἡ Ἐποχή τροπαιοφόρα μέ τά κόκκινα
ὅπως ἡ μάχη

6
Ἄνοιξε τή γροθιά νά δῶ τί κρύβεις
στῆθος παιδίσκης ἤ χειροβομβίδα;

7
Εἶμ’ ἕνας πίδακας νεροῦ πού ἔγινε στήλη
καί τ’ ὄνομά μου νά τό γράφει ὁ ἄνεμος
ν’ ἀκούγεται ἡ βουή του στό διάστημα
ἀνάμεσα ἀπό τίς κεραῖες τῶν μεγαλουπόλεων
ν’ ἀναγνωρίζεται ἀπό τούς κωφάλαλους τοῦ μέλλοντος
(Μάνα ἀπό τ’ ἄφεγγα τῆς γῆς εἶδες τί γέννησες;
μιά προτομή βροχῆς κι ἀνέμου γέννησες )
ξόρκι

8
Ἔ! Ἥλιε φύλαρχε αὐτῆς τῆς τσιμεντούπολης
κατέβασε τίς λεοντοκεφαλές ἀπό τήν πύλη
φύγετε φύγετε ἀνθρωπόμορφα
νά ξαναγίνω ἄναρθρος καί δάσος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: