Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

OI EΦIAΛTEΣ

Μὲς στὴν καρδιὰ της εἶχε τὴν ψύχρα ἡ θάλασσα,
μὲ τέτοια λαμπρὴ μέρα ἀλοῦθε,
τὸν καιρὸ ποὺ ἡ θάλασσα μυρίζει πρασινάδα
κι ἡ πρασινάδα μυρίζει θάλασσα.
Χλοϊσμένα ἕνα γύρω τὰ κοντινὰ μνησάκια κι οἱ ξέρες,
ἴσα γιὰ ν’ ἁπλώσεις τὸ χέρι πάνω ἀπ’ τὰ νερὰ
καὶ νὰ χαϊδέψεις τὴ ράχη τους.
Στὴν τσιμεντένια πολιτεία δὲν ἔμεινε κανείς.
Ποῦ νὰ γυρίζεις στὶς ἄδειες γειτονιὲς καὶ νὰ θυμᾶσαι!
Ἐτοῦτοι κλέβανε στὸ ζύγι, ἐκεῖνοι στὰ χαρτιά,
ἄλλοι σώπαιναν αἰνιγματικά.
Σκυλολόι ἀδίστακτο,
ἕτοιμο ν’ ἀλληλοφαγωθεῖ γιὰ ἕνα ξεροκόμματο.
Εἶχε τὴν ψύχρα ἡ θάλασσα μὲς στὴν καρδιά της,
τώρα ποὺ ἡ φωνὴ τῆς ζωῆς ἀρχίζει νὰ φτάνει ὅλο καὶ
πιὸ μακρινή,
ὅταν γελιοῦνται οἱ μυγδαλιὲς κι ἀνθίζουν.
Τί νὰ γυρίζεις στὶς ἄδειες γειτονιές,
σὰν τὸ τεμπέλικο σκυλί,
ποῦ τρώει, τεντὤνεται καὶ ποὺ καὶ ποὺ γαυγίζει.
Ἡ μνήμη λειτουργεῖ ὑπνοβατικά, καὶ σὲ πηγαίνει
ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα καπνίζουν ἐρείπια.
Καὶ καλά-καλὰ δὲν ξέρεις,
ἂν ρήμαξε γιὰ πάντα ἡ πόλη ἢ μόνο ἐσύ.
Τώρα στοὺς ἴδιους τόπους τριγυρνοῦν φιγοῦρες τῶν σπηλαίων.
Χοντρὰ κεφάλια μὲ μουστάκια νωρίς-νωρὶς πηδᾶνε ἀπ’ τὰ
παράθυρα,
καρπώνονται τὸ αἷμα βασανισμένων πατέρων.
Οἱ ἄλλοι κουνᾶνε στὶς πλατεῖες τὰ ἑξαπτέρυγα
κι ἀκίνδυνα σηκώνουν τὶς γροθιές?
ξανασκοτώνουνε τὸ σκοτωμένο φίδι,
ζητᾶνε, ἀδιάκοπα ζητᾶνε.
Στὴν τσιμεντένια πολιτεία δὲν ἔμεινε κανείς.
Προφτάσαμε νὰ δοῦμε τὸ λυκόφως ἐνὸς κόσμου,
τρέχοντας σ’ ἀγριεμένες παραλίες,
ξεσηκώνοντας τὰ κύματα μὲ μεγάλες φωνές,
ἕνα δέντρο νὰ δέρνεται στὸν ἄνεμο σὰν βάρκα μὲ πανί,
τὸ νησὶ τοῦ Πρίφτη, τὸ νησὶ τοῦ Ράφτη
καὶ τὰ νησιὰ στὸ βάθος, ὅταν καθαρίζει ὁ ὁρίζοντας,
τοὺς ἐφιάλτες τοῦ ἄσπλαχνου καιροῦ μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: