Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Ωδή στην κριτική


Έγραψα πέντε στίχους:
έναν πράσινο,
ο άλλος ήταν στρογγυλό ψωμί,
ο τρίτος ένα σπίτι που ξυπνούσε,
ο τέταρτος ένα δαχτυλίδι,
ο πέμπτος στίχος ήταν
κοφτός σαν κεραυνός
και γράφοντάς τον
μου άφησε στο λογικό το κάψιμό του.
Και καλώς, οι άνδρες,
οι γυναίκες,
ήρθανε και πήρανε,
το απλό υλικό,
αύρα, άνεμο, λάμψη, λάσπη, ξύλο
και με τόσο λίγα πράγματα
κατασκεύασαν
τοίχους, πατώματα, όνειρα.
Σε μια γραμμή της ποίησής μου
στέγνωσαν ρούχα στον άνεμο.
Έφαγαν
τις λέξεις μου
τις φύλαξαν
δίπλα στο προσκεφάλι,
έζησαν μ’ ένα στίχο,
με το φως που βγήκε απ’ τα πλευρά μου.
Τότε,
έφτασε ένας κριτικός μουγκός
κι άλλος γεμάτος από γλώσσες,
κι άλλοι, κι άλλοι φτάσανε
τυφλοί ή γεμάτοι μάτια,
κάποιοι κομψοί
σαν γαρίφαλα με κόκκινα παπούτσια,
άλλοι αυστηρά
ντυμένοι πτώματα
κάποιοι οπαδοί
του βασιλέως και της υψηλοτάτης μοναρχίας του,
άλλοι είχαν
μπλεχτεί στο μέτωπο
του Μαρξ και κλωτσοπατινούσαν στο γένι του
άλλοι ήταν εγγλέζοι,
απλά εγγλέζοι,
και όλοι τους
ρίχτηκαν
με δόντια και μαχαίρια,
με λεξικά και άλλα μαύρα όπλα,
με σεβαστά τσιτάτα
ρίχτηκαν
ν’ αμφισβητήσουν τη φτωχή μου ποίηση
στους απλούς ανθρώπους
που την αγαπούσαν:
και της έκαναν κόλπα,
την τύλιξαν
την κάρφωσαν με εκατό καρφίτσες,
τη σκέπασαν με σκόνη σκελετού,
τη γέμισαν μελάνι,
την έφτυσαν με απαλή
καλοσύνη γάτων,
την προόρισαν να τυλίγει ρολόγια,
την προστάτεψαν και την καταδίκασαν
της ρίξανε πετρέλαιο,
της αφιέρωσαν υγρές μελέτες,
τη μαγείρεψαν με γάλα,
της πρόσθεσαν μικρές πετρούλες,
της έσβησαν φωνήεντα,
της σκότωσαν
συλλαβές κι ανάσες,
την τσαλάκωσαν κι έκαναν
ένα μικρό πακέτο
που έστειλαν προσεκτικά
στις σοφίτες τους, στα κοιμητήριά τους,
μετά
αποσύρθηκαν ένας-ένας
εξαγριωμένοι μέχρι τρέλας
γιατί δεν ήμουνα αρκετά
λαϊκός για αυτούς
ή διαποτισμένοι με γλυκιά υποτίμηση
για τη συνηθισμένη μου έλλειψη σκοταδιών
αποσύρθηκαν
όλοι
και τότε,
πάλι,
δίπλα στην ποίησή μου
ξαναγύρισαν να ζήσουν
γυναίκες και άντρες
και πάλι
άναψαν φωτιά,
κατασκεύασαν σπίτια,
έφαγαν ψωμί,
μοιράστηκαν το φως
και στον έρωτα ένιωσαν
κεραυνό και δαχτυλίδι.
Και τώρα,
συγχωρήστε με, κύριοι,
που θα διακόψω την αφήγηση
που σας διηγούμαι
και θα πάω να ζήσω
για πάντα
με τους απλούς ανθρώπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: