Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΠΕΝΘΗΜΑΤΑ
ΠΕΝΘΟΣ ΠΙΟ ΨΗΛΟ ΚΙ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
Ο καιρός της μάνας μου όταν δεν υπήρχα
ο καιρός του επόμενου βλέμματος
ο άφαντος καιρός των φύλλων
της πλαϊνής πορτοκαλιάς
τι φρικτές ελευθερίες.
Θυμάμαι τις προάλλες καθόμουν
απέναντι στη θάλασσα
σ’ ένα βραχάκι.
Ένιωθα την τύχη.
Τίποτα δεν οδηγούσε τα φαινόμενα σε αρμονία.
Ούτε το μοβ εκείνο που περιστοίχιζε τον ορίζοντα
με τόσες ελκυστικές αποχρώσεις
καθώς ο ήλιος είχε κατσουφιάσει στη δύση
καθώς ο ήλιος ανίσχυρος
ακουμπούσε πάνω στά βουνά
και βύθιζε
λίγο-λίγο.
Ερευνούσα μέσα στον πόνο
αναλύοντας κάπως τις αισθήσεις.
Ο ήχος όμως του κύματος χωρίς πολλά
έσμιγε την πιο τρομερή αρχαιότητα
με την τελευταία στιγμή του
χαρίζοντας όλη την ευγένεια
της μεγάλης φτώχειας που είναι η φύση.
Ο ήχος του κύματος ολόιδιος όπως οι θόρυβοι
στις ευρύχωρες μυριστικές εκκλησίες
μεσ’ στην πλήρη σιγή
από κάποιο στασίδι που πέφτει
από κανένα βήχα έρημο στην άκρη.
Τι επιμένει στο χρόνο;
Η σοφία της βροχής – όχι.
Ούτε το τραγούδι της αντιλόπης
με τους όρκους του ήλιου στη ράχη της
όταν σπαράζεται ηδονικά
μέσα στου λιονταριού το ερωτικό στόμα.
Ίσως επιμένει η κατάσταση
όπου ο θάνατος γίνεται μοιρασιά
στα βραχυκυκλώματα των σπλάχνων.
Οι γητειές που μπαινοβγαίνουν στα σώματα.
Δεν ξέρω.
Με το καυλί της σιωπής ανατινάχτηκα.
Γαλήνη.

ΑΝΤΙΘΕΤΟΣ ΥΠΝΟΣ
Χυμένη η καρδιά μου στο θαυμαστό ηλιοβασίλεμα.
Πόσες φορές συλλογιστήκαμε τη νηνεμία
του πάθους και του πόνου μέσα μας;
Ω σοβαρά και ιδεώδη χρώματα!
Πέρα στη δύση έχουν λιώσει τα βουνά
μόλις που διαγράφονται στον καμβά του αέρα
και μονάχα οι αιθέριες γραμμές τους βαυκαλίζονται
στο βεβαιότερο έρωτα της παρουσίας.
Ο πόνος απ’ τη μεριά του είναι ήσυχος
κι ατάραχο το πάθος
οι φιόγκοι της φωτιάς στα ξύλα του χειμώνα.

Η ΑΝΕΣΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Αδειάζουμε τα πάντα στην πανσέληνο.

Ο ΠΛΩΤΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΤΟΥ ΠΛΩΤΙΝΟΥ
Το Ένα ρέει. το Δύο απορρέει.
Κι ο πανάρχαιος Μόνος επιστρέφοντας
ανθίζει τρεις φορές –
όσο κι αν φωνάζετε! –
για να μοχθεί η Άνοιξη των Αριθμών
εξουσία μονήρης.
Και κάπου-κει σταβλίζει τους σαλούς η έκσταση
σε γοερές ακινησίες των αγγέλων
όταν, αλήθεια, νιώθουμε το ρήγος του θανάτου
καθώς
ανακλαδίζεται του κόσμου το ρυάκι
που μέσα του βρέχονται οι φυλλωσιές
και μέσα του
φωτογραφίζονται τυχαία τα πουλιά στο πέταγμά τους
όλα τα έντομα ψάλλοντας αιωνιότητα
στις ολοένα κατάφωτες αυθαιρεσίες.
Και βγαίνει κάποτε απ’ τις εύρωστες χλόες
η θολωτή ομιλία των πεθαμένων.
«Είχαμε κ’ εμείς έναν καιρό
την άπλωση στο σακκούλι του στήθους.
Τώρα χανόμαστε βαθιά σε γκρεμισμένα νιάτα:
στα ύψη που λικνίζεται ο τάφος
και μοιάζει η μεγάλη ωραιότητα
σαν πεταλούδα που ψυχομαχεί
στις μαρμαρυγές των άστρων»
θρόιζαν οι πεθαμένοι.
Και στα μικρά μου όρια συνάκουσα
εννέα πετεινούς
χαϊδεύοντας το κρύο μάρμαρο της αυγής.

Ο ΑΣΚΟΠΟΣ ΔΙΑΒΑΤΗΣ
Στα σπλάχνα του σκιρτούσε το αδιέξοδο.
Δεν ένιωθε τις αποστάσεις περπατώντας.
Και τραγουδούσε ολομόναχο το στόμα του.
Παράμ παμ παμ
παρίμ παμ πομ...
Ο θάνατος θέλει τα πουλιά και τα βαρίδια.
Παράμ παμ παμ
παρίμ παμ πομ...
Υπάρχει αύριο
υπάρχει και μεθαύριο.
Καινούριο φέρετρο η καινούρια μέρα.

ΔΟΝΗΣΕΙΣ
Μακάριος εκείνος όταν
τον κατάκλυσε ο θάνατος
γκρεμίζοντας τη λαλιά του
σα να μπουκώθηκε με χιόνι
και μούδιασε η φτερούγα του κόσμου.
μακάριος ο ταραγμένος απ’ το αίνιγμα του δυόσμου.

Μακάριος ο Θεόφιλος που άγιασε με περικεφαλαία.
Μακάριος ο Διονύσιος κόμης Σολωμός
άγων φάος αγνόν απ’ το αλωνάκι, μακάριος,
όταν έπαυε να γράφει
κ’ έγραφε μέσα-μέσα στην ψυχή του
πίνοντας.

Γι’ αυτό η ποίηση βγαίνει με τα πρόβατα
θωπεύει τις αγιάτρευτες σκυλίτσες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: