Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ WILLIAM BLAKE
Είμαστε όλοι στον αέρα του Αναξιμένη.
Σ’ αυτή τη νέα βλάστηση στο κεντητό απριλοπάνι.
Χρησιμοποιώντας ολόκληρη την οικογένεια σαξοφώνων.
- Τις ει; - Ογδονταπέντε κιλά
του συμπαντικού βάρους.

Η ΑΤΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Ας είμαστε ραγισμένοι στους ανημέρευτους έρωτες
με ζοφερό μαστίγιο την ώρα την ουρανοβόρα
δαμάζοντας το σώψυχο σπιθομάνι.
Βουνά εσείς που καμαρώνετε το ύψος είναι λέξι-ξέφτι
στα μάτια χαντακώνεται γογγύζει απ’ τον πόνο και χωλαίνει
όταν εσύ κατά τη μαύρη συμφορά γιομάτος δάκρυα
γέρνεις χαροκαμένε και ξαναβουλιάζεις άξαφνα
στων λουλουδιώνε την απόρρητη απόκαρδίωση.
Αχ μη θελήσεις όνομα διδάσκοντας
νά βρεις αγνάντια σου το νάμα της βουβής ανωνυμίας.
Έρεβος ή απώτερο συμπέρασμα -: ο σκοτεινός (ανάσκελα) τάφος
ρημαδιακό βαρβάτο τριαντάφυλλο τραύμα σιγής στο κοιμητήρι
μ’ εκατομμύρια νοσταλγικά σαπίσματα
στους επιτύμβιους χειμώνες κλινήρη
καθώς πεντάρφανος ωρύεται ο άγραφος αγέρας
αντρομαχώντας με κοντοπίθαρα και σπαστικά χαράματα
λυόμενα κλωνάρια μέσ’ στο Άφωνο
βλαμμένα δέντρα.
Νύχτες που διαπρέπουν αστροχίτωνες εκείθε προς το μέγα μαύρο
την αρνησιά την κάνουν έλευση
τη φυλλωσιά μου δεν την έχουν ανταμώσει.
Το ζήσιμο ολισθαίνει βαθιά στην Ηλιοφίλητη κι όποιονε τρώσει
η γιασεμένια αστραπή
θα υποκύψει σε δονούμενα
ρέοντα μέσα στην αφή του αρχαίου Ίμερου στήθη.

ΠΑΝΑΚΕΙΑ
Η άρθρωση του Μόνου Ορατού με διασαλεύει
ανάμεσα στη γλώσσα και στον άνυδρο ουρανίσκο
όταν τα χρώματα ψοφούν και ξάφνου πυρπολιέται
ο κύβος της ομοιογένειας
ακαριαίος διαρκής και τίποτ’ απ’ τα δύο τούτα:
τριαδικότητα-μαστός.
Κι ολούθε σφήκες πρόθυρα σφαγής αυτά τα στήθια
είναι από πέρδικα
νεροπότηρα δεξιά σου
μια φράση που ακούγεται σχεδόν αριστερά σου
«τα ’χα βάλει τα παγωτά στο ψυγείο»
πιο κείθε λυγερή κυράτσα μεταφέρει την καρέκλα της
απ’ τον ήλιο τον άπρεπο την πάει δίπλα
στη σκια σ’ ένα δύστυχο πεύκο
δεν επιμένει – πώς σας ήρθε – ο θεός ναν τον αναγνωρίσουμε
μύθος παλλόμενος ας τον πούμε και σούρουπο
απαλήθεια όπως λέμε απαρέσκεια
παλλόμενος ίσον υπάρχουμε
μύθος ίσον υπάρχουμε δίχως κουρελοθάνατο.
Πρέπει σε μένα η μακροζωία.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΜΕΣΑ ΣΤ' ΟΝΕΙΡΟ ΜΙΑΣ ΑΘΛΙΑΣ ΠΕΜΠΤΗΣ
(Διήγηση)

Je suis reellement d’ outré-tombe,
et pas de commissions.
RIMBAUD, Illuminations

Ο σκελετός εκείνος ο τεφρώδης και νυχτιάτικος
που μπήκε μέσα στο δωμάτιο πανύψηλος
περασμένα μεσάνυχτα βγαίνοντας
από κάτι τεράστιους καπνούς ολοπράσινους
τυλιγμένος μ’ αναρίθμητες μονόχρωμες κορδέλες
θυμάμαι τώρα πώς, αλήθεια, θρόιζαν
απάνω στα διάφανα κόκαλα... –
τράβηξε μια καρέκλα και κάθησε μ’ ευγένεια
κρατώντας τη μελωδία του γάργαρου Τίποτα
στα δάχτυλά του τα ξεβιδωμένα
καθώς ανάβλυζε μεγαλόπρεπα στο θώρακα
σα μέγα φύλλωμα σε λαίμαργα ξερόκλαδα
μια σπαραγμένη κι αξόδευτη φωτοβολίδα...
Είναι πολύ παράξενο κι απίστευτο
μα όμως κάθισε, δίχως να ταράξει
το άναρθρο σκοτάδι που τον έψαχνε κατάστηθα
σαν αστρική κατάντια της άβυσσος.
Είμαι τυφλωμένος από χιλιάδες λεύγες άπειρο –
ψιθύρισε, καθώς ακούστηκαν ολάξαφνα
τα τύμπανα της κολάσεως αγριεμένα
και ξέφρενες ανοίγαν οι φλογώδεις ολοένα
κι αναστάσιμες ασωτείες των χρωμάτων
όπως μπορεί να γίνεται, φαντάζομαι,
στην κατάμαυρη πίσσα των αρίφνητων θανάτων.
Είμαι τυφλωμένος απ’ τον αγέρα, ξαναχτύπησε
τα γαλάζια σαγόνια με δύο-τρία μετέωρα
σκουριασμένα δόντια καν τέσσερα
κι αναπάντεχα μεσ’ απ’ το δεξί του το μάτι
ξεπετάχτηκε ζωντανός ο φόβος και πολύχρωμος
κ’ ήτανε μια χαρούμενη σε λάμψεις ακανθυλλίδα
σαν απ’ την αγνότητα της φρίκης που κόβει τα ήπατα φτερακίζοντας.
Τι θέλεις; - είπα – τι μαυρίλα προμηνύεις;
Υπάρχει, βέβαια, μια μαυρίλα, ψιθύρισε, μα όχι σαν το πιάνο...
Τρίζεις, του είπα, κι αυτό με φοβίζει.
Δεν ειμ’ ο διάβολος, είπε, δύστροπα, η ανάσταση τρίζει. –
Κι άξαφνα δίχως κανένα λόγο χλιμιντρίζει
με φρικαλέο τρόπο έν’ αόρατο μεγάφωνο:
«Ν’ αδειάσουν οι διάδρομοι! Ν’ αδειάσουν οι διάδρομοι!»
Τι συμβαίνει; - απόρησα τρέμοντας...
«Οι διάδρομοι!» - σκούζει και ξανασκούζει το μεγάφωνο
κι ασυγκράτητα τότε μια πολυάριθμη χορωδία στα υπερώα
ξεχειλίζοντας αρχαιότητα σ’ έναν άγνωστο θρίαμβο
ψαλμωδούσε περίεργα πράματα που δεν τα ’νιωθα
μα θυμάμαι μονάχα τρεις λέξεις,
βραδυόνια λουξόνια ταχυόνια, τιποτ’ άλλο δεν κράτησα.
Τι συμβαίνει; - ξαναρώτησα τουρτουρίζοντας.
Ήρθε μήπως η ώρα της ψυχής κι ο έρμος πρέπει
να διαπλεύσω τη νερένια κλωστή την αόρατη
κι αδιάφορη μητέρα της γεωμετρίας
κείνη την άφραστη σε όλα μας τα έργα και ερείπια
σε όλες μας τις φλόγες την ακοίμητη
κι αξύπνητην Ουσία;...
Σαν κάτι μου φαίνεται πως ελλοχεύει στην ύπαρξη.-
Μη δειλιάζεις, μου λέει, μην τρέμεις ανέστιε.
Δεν είδες ολάκερο, λοιπόν, από θειάφι
τον πύρινο θώρακα τον υακίνθινο
χωνιασμένο τόσα χρόνια στο αστραποπήγαδο
που δεν μπόρεσα χίλια χρόνια να τον φορέσω;
Μα γιατί με κοροϊδεύεις, είπα, τότε, κύριε...
Τα λόγια τούτα, κάπως έτσι, τα χω
συντύχει μέσα στα πνιγερά δόγματα
κ’ είχα τρομάξει από δαύτα θυμάμαι.
Πάντως να ξέρεις, του φώναξα με δύσπνοια,
πρέπει ναν το ξέρεις πως εγώ τα δόγματα τ’ αλαλιάζω,
μάλιστα! πρέπει ναν το ξέρεις πως εγώ
τα δόγματα ή τα καίω ή τα κοπρίζω
τα ξανθά θεωρήματα και των Όντων το κατάμαυρο Τέλος
τα φριχτά και τ’ αζώητα συστήματα –
βρυχήθηκα κ’ εκείνος ολόχαρα χειροκρότησε
σα να ’σπαγε μεγάλα και λεπτά παξιμάδια
γρυλίζοντας «Εύγε! και εγώ τα κοπρίζω!»...
Μα μπορείς, είπα τότε, να κοπρίσεις; Κι άθελα του ’δειξα
τ’ ασπρισμένα του τα κόκαλα στο μισόφωτο.
Δεν είπε τίποτα σ’ αυτό μα τοξεύοντας
το πλατύ μέτωπό του το κίτρινο
μ’ ένα φως αχαλίνωτο
σηκώνει μακάβρια σε βαθύ μειδίαμα ένα πάλλευκο
κι αλησμόνητο μεταξωτό μαντίλι που διάβασα
κεντημένη τη φράση της ακάνθινης αλήθειας:
Ο δε μείζων υμών έσται υμών διάκονος...
- Α, μάλιστα, πήδησα χαρούμενος,
ειν’ η λύτρωση η μεγάλη,
σε γνωρίζω, ω θεσπέσια Γηραλέο Νήπιο!
Στα μάτια της σάρκας αστράφτει το λάθος...
Πώς να ξέρεις, αλίμονο, το πρόσωπο
που φτερούγιζε κάποτε
στη μόνη υπάρχουσα δημοκρατία:
έναν ειρμό από κόκαλα... -
μ’ αποκρίθη ξύνοντας την υπόσταση ο ανύπαρχτος,
τον ίδιο αέρα τον άπιαστο,
πανωκατίζοντας τον αντίχειρα
κι ακουγότανε – τι μυστήριο – το γρατζούνισμα...
- Ξέρεις ωστόσο τι είναι όλη κι όλη η ζωή που μας έλαχε; -
Ίσως να ξέρω, τόλμησα να ψελλίσω,
δίχως να στερεώνω τους ήχους μέσα μου, σα να ’χα κιόλας
ολάκερος αναλυωθεί σε όλα μου τα πριν και τα μετά,
τα μύρια μου και λιγόχνωτα δευτερόλεπτα, είναι μήπως εκείνες
οι μικρούτσικες ευτυχίες του έρωτα;...
Ρηχάδα, ρηχάδα! με σταμάτησε τότε και χάθηκε
το φως όπου χάιδευε την παρουσία του την ακατάσχετη
κ’ εγώ αναπάντεχα ρουφήχτηκα μεσ’ στην εξουδένωση
σαν σε μεγάλο βάλτο.
Ρηχάδα, ρηχάδα! ξαναντήχησε και μου ’δειξε στο μάκρος
τα πιο αιφνίδια ουράνια της ζωής μου
μέσα σε κάτι τερατώδη οράματα ξετυλιγμένα.
Δες εκείνο το νέφος! είναι τάρανδος, είπε,
λυγίζοντας ωσάν αρχαίο διαβήτη το δεξί βραχίονα.
Σήκωσα ψηλά τα μάτια κ’ ήτανε πράγματι τάρανδος
που γίνηκε σε λίγα δευτερόλεπτα κροκόδειλος
κ’ ύστερα γίνηκε μια πολύφυλλη κλάρα.
Δεν ένιωσα όμως τι μπορούσε να σημαίνει
που μ’ έριξε δίχως λόγο σε τέτοιες εναγώνιες οπτασίες
και ρώτησα κάπως χαμηλόφωνα: - Τα δέντρα,
θα ’θελα να μου πεις αν κάτι ξέρεις, έχουν και κείνα τ’ αλάλητα
κόλαση σαν εμάς και παράδεισο; Κι ακόμη θα ’θελα
να μάθω κάποτε. τι γυρεύει
γυμνή στ’ αγκάθια η θρησκεία;
για να μην αγριεύουμε μήπως ολωσδιόλου;
Τι λες εσύ, τι θα ’λεγες απόψε με τις λέξεις...
Κι όπως δεν είχα καλά-καλά προκάνει (βλέποντας
πάνινα κι ατσαλάκωτα βιολοντσέλα που κυμάτιζαν εξαίσια)
να βάλω στην περίτρομη φωνή μου τ’ αποσιωπητικά της
μ’ακατάστατο πάθος αρχίνησε να λέει
ο βαθίσκιωτος εκείνος πεθαμένος
την «Ανθισμένη αμυγδαλιά» και τη χαντάκωνε
σαν κάτι κοιλαράδες κρασοτενόρους τα σαββατόβραδα
όπως παλιότερα τους ακούγαμε στα υπόγεια κουτούκια.
Τον κοίταζα τώρα ταραγμένος αλλ’ αυτό το κέρατο
μόλις απόσωσε το ένα ρίχτηκε συνέχεια σ’ άλλο
ψευτοτράγουδο κι απόκαμε ν’ απαγγείλει στο τέλος:
«Ο κόσμος είν’ ένας αεροπόταμος...
Αχ μοίρα μας και μαύρο ριζικό μας
πώς να σε μάθει κι ο ιπποπόταμος...»
Κι άξαφνα τότε μ’ έναν παταγώδη τρόπο θυμήθηκα
τα ωραία σκέλεθρα της μεγάλης ερημιάς των ορέων
επωάζοντας τα τρίμορφα γεράκια
της απέραντης μορφής που δεν αντίκρισα
κι αποσπώντας ένα σύγνεφο θέλοντας με δαύτο να τον τυλίξω
- σχεδόν απέναντι στου διπλανού μας Κένταυρου το Άλφα,
κάτι δεκάδες εκατομμύρια τρυφερά χιλιόμετρα,
στου γαλαξία μας το φρικαλέο Παγκράτι –
ρώτησα δύσκολα κι ανέλπιδα: μήπως είσαι
κάποιος από κείνους; μήπως είσαι ο πάναγνος Αφθόνιος;
Εκείνος όμως έμπηξε τα γέλια
στενεύοντας τον άδειο θώρακα: - Βρε έλληνα
δε με γνώρισες ακόμη; Είμ’ ο Γιάννης
ο στρατηγός Μακρυγιάννης απ’ την Ακρόπολη...

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΘΛΑΣΗ
Ποτέ μου δεν τη μεθόδευσα την απελπισία μου.
Σε κάθε χυτήριο δυνατότητας /αυτή η διαβόλισσα…/
υπήρξα ο απόμερος άλλ’ ανθηρός αντίγνωμος
απαγγέλοντας απλώς τη δική μου υπέρβαση
στα συχνά της εφήμερα φανερώματα
υπερήφανος από δίχως επίθετο αυθεντικότητα ώς το θάνατο
σύμφυτος της αγάπης που συνοψίζεται στην
άνευ ουδενός ονόματος τελετουργία: τη στύση μου
θερίζοντας το Απόλυτο στα σώματα
σμήνος υδάτινο γυναικώνε.
Δρώμενα συνουσίας λατρείες αστραπιαίες στα μάτια μου
δεν έχει κι άλλα προτερήματα ο έρωτας.
Λιθοβόλησα την προοπτική και μεινέσκω ήσυχος.

ΥΠΗΚΟΟΣ ΚΥΑΝΩΣΕΩΣ
Ε λοιπόν εσείς οι θρησκείες – αναρριχώμενα –
τύψεις ανωφερείς της αιτιότητας
εσείς τα πιο όμορφα αλόγατα τηλεφωνήτριες Βαλκυρίες
εσείς οι ανώφελες γιάτρισσες
των εξωφρενικών εκατοντάδων
εγώ θα απομείνω περίεργος μια και δε χάνω κύριοι Φένακες
απολύτως τίποτα.
Βαβέλ από λαγνεία ουρανού και στυγνές ποικιλίες
από λουλούδια πολυώνυμα της Πεντηκοστής
ανάμιχτα με δάκρυα στα φαρμακεία
η μια τα ύψη που ορέχτηκε
η άλλη
κρουνός Ηράκλειτου από ψηλά οπού το χώμα καταδέχτηκε.
Παραπλήσιες ομορφάδες -: η νομοτέλεια κ’ η αμέριστη
κατακρεούργηση.
Να θωρακίσουμε του άλγους την εναντίωση:
το μεράκι της παρδαλής αιωνιότητας ανυφαίνοντας
σε ελάσσονες τόνους στο λιλά μικροσκόπιο.
Μεγαλόπνευστος ετούτος ο αγέρας ερχόμενος
απ’ τη μετεμψύχωση
παροτρύνοντας η αγάπη σε εξέγερση τα υποσύνολα
έαρ και νόστιμον ήμαρ
καθώς του κουρασμένου αίματος ο θρήσκος της μαυρίλας
/τον ύπνο εννοώ/ που θηρευτής του κύκλου δεν κατόρθωσε
να διαλευκάνει ούτε τη ζελατίνη του τέττιγα
ναυαγός ιχνηλάτης που διαχέεται στο αιδοίο της Στύγας
/τέτοιο βαθύ λακωνικό δεινοπάθημα/.
Ζενίθ ανάστροφο στα σπλάχνα μου
περιτείχιση των κυττάρων ένας εξαίσιος
ορμαθός από ασίγαστους χημικούς τύπους
ο τερατώδης υπόκοσμος-: οι λεπτομέρειες
πληγιάσματα στη φαλακρή ευμάρεια της σφαίρας
οι λεπτομέρειες: αποβάθρες της αποπλέουσας Ολότητας
/κινίνο μεταφυσικό στ’ αλήθεια/
οι έμφυτες ακρότητες της μέλισσας ανοιξιάτικες βαρκαρόλες
κ’ η κατάξανθη Λάνα Τάρνερ γειτόνισσα γνωστή της Παναγίας.
Είναι φριχτά σατανικό μηχάνημα η διαίσθηση
δεν καταρρέει στα παλιόνερα του αποχετευτικού μας συστήματος
νίβοντας ο ημεροδείχτης τα χέρια σε τραγούδια.
Ζήτω το μυαλό-ανεμόμυλος!

Δεν υπάρχουν σχόλια: