Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΓΛΑΦΥΡΟ ΤΟΥΦΕΚΙ
Γηράσκω πάντα στην ελάσσονα κλίμακα
με λύσσα ξεσχίζοντας τα σκουτιά της χαρμολύπης
ν’ αποδίνουμε δίκαιο: η χειρότερη ανοησία μας –
κολατσίζω πρωινό απόλυτο Μηδέν ακουμπισμένος
απάνω στη συμφορά μου να υπάρχω.
Σ’ αυτό δεν έχω συντροφιά δεν έχω σπάργανα
για τον Υιό του Φανταχτερού Ζώου
δεν εξυμνώ κροκόδειλους λυτρώνω σαχλαμάρες πέρσι
στην Ταγκανίκα
κι όπως το είπα κι άλλοτε η βλακεία είναι απολύτως αναγκαία
είν’ η αποπάτηση του νου με ανακούφιση.
Κάθε γλώσσα σημαδεύει περιπέτειες απ’ το δεινόσαυρο
έως εμένα
μέχρι τη γάτα της γειτόνισσας την αχρωμάτιστη
κάθε πρόσωπο ιδρύει το χαμόγελο στα πιότερο ηλίθια χείλη
κάθε αντίλαλος και μυστικισμός κάθε γυναίκα και βασιλεία
κοφίνια με θάλασσα κουβαλημένα στον κατάμαυρο σκύλο.
Θ’ αγιάσουμε γονατίζοντας αντίκρυ στα νωπά γιασεμάκια
ταραγμένα συνέχεια απ’ τα έμορφα μύρα τους
τιποτένια διάτορα καθόλου πραχτικά κι ασυλλόγιστα
τρομερό κι απέριττο μεγαλείο.

ΤΥΜΒΟΣ
Εκείθε πέρα στην άξεστη γενέτειρα
στ’ ανοιξιάτικα ξέφωτα της ηρεμίας
δεν την αντέχεις εύκολα την άνθηση
της Ήρας οπού δεν κρατιέται τη νυμφομανία –
πας να πεθάνεις απ’ το άρωμα των πορτοκαλιώνε.
Εκείθε πέρα θυμόμουνα μια μέρα περιδιαβάζοντας
ωσάν άρρωστος απ’ αρίφνητην ύπαρξη
τα φιλιά της αβύσσου μη χορταίνοντας: τις πνοές με τα μύρα,
θυμόμουνα την παλιά συχωριανή μου την Τελέσιλλα
οπού σκάμπαζε η θεότρελη να συναλλάζει
τη λαμπράδα του στίχου με μιαν άτρομη σπάθα
τέτοια βαθειά κι ακόρεστη γυναίκα μέσ’ στο ένδοξο Άργος
τηνέ θυμόμουνα θρυμματίζοντας το ρόδι της ομιλίας
κ’ έλεγα μέσα μου πόσος έρωτας άραγε ναν της έλειψε
μη γνωρίζοντας τους πλημμυριστούς
μ’ ένα αήττητο πράσινο πορτοκαλιώνες...
Κι ωστόσο τίποτα κανείς δεν χάνει (το πιο σπουδαίο).
Τ’ ανθρώπινα είν’ ανέκαθεν πλήρη.
Στην Ελευσίνα σήμερα οργιάζουν από λάμψεις
τα βιομηχανικά μυστήρια.
Βακχεύει η πολιτική και λάμπει η σελήνη.
Πεθαίνουμε γεννιόμαστε μπαινοβγαίνουμε στο Κοσμικό Κλάμα.
Γι’ αυτό κ’ εγώ μ’ ένα τσεκούρι τα ’χω ρημάξει τα νοήματα
κρεουργημένα κι άταφα τ’ αφήνω μέσ’ στα έρημα δάση.
Σταφύλι λέω ναν την κάνω την πραγματικότητα –
έμπα σ’ αυτό το ιερό δευτερόλεπτο. ρίξε κλαριά
κι άλλα κλαριά στην ανεξέλιχτη φωτιά
ρίξε μ’ αυτά στη φλόγα της
και τον πελώριο βλάκα τον Προμηθέα.
Η οπλή του Κενταύρου τα μεσάνυχτα
σπιθίζει στο φυτρωμένο στερέωμα.
Είν’ ώρα να διώξεις όληνε τη σκέψη απ’ το κορμί σου.
είν’ ώρα τα κατάμαυρα κι ανύπαρχτα φτερά σου να βλαστήσεις.
Το φως είναι μόνον εικόνισμα
η τραχηλιά της νύχτας: το φεγγάρι.
Πάρε χαμό στα χέρια σου και πλάσε
τη ζωή που σε θάνατο δεν πλαγιάζει.
Της σιγής το μονοπάτι μοιάζει να ’ναι ο φαλλός του Βούδδα.
Στον κόσμο που βαθιά υπάρχουμε διάδημα η φρίκη.

Η ΚΟΥΦΙΑ ΠΥΡΚΑΓΙΑ
Τι ημέρες και εκείνες της αγάπης...
Κάθε σου τηλεφώνημα γλυκόλαλο
τι ομορφιά μεγάλη ο χρόνος περιμένοντας
να κουδουνίσει ξαφνικά η συσκευή
να πλημμυρίσει η μαυρίλα της απ’ τη φωνή σου
στα ευρύχωρα δευτερόλεπτα στο δικό σου βραδάκι.
Μα είν’ ο χαλασμός ανείπωτος ήρθε το τέλος
γυρίζουμε στην κλειστή μοναξιά του ο καθένας
τα φουστάνια σου θ’ αγγίξουν το πολύ μέχρις αύριο
άλληνε σάρκα.

ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΣΤΟ ΘΩΡΑΚΑ ΜΟΥ
Τεκμηριώνουμε χαλάσματα η μετάληψη στοιχίζει
πεθαίνω κάθε μέρα από ζωή κι όχι από θνητότητα
η πλάση με κατακορόιδεψε στίγμα χυτής παλινωδίας
κ’ εγώ οικτίρω ο δαρβίνειος τα ωδικά σκουλήκια
/τραγούδι τους τα σπλάχνα μου θρήνος εσώτερα
στην ωμοπλάτη/.
Κακόφωνος ο άνεμος απ’ τα πιο πέρα κορφοβούνια που καίνε
η ώρα του άρτου τιμημένη ανάλωση σε γλώσσα υλική
φεύγουμε κάποτε προς την Άνω Ασία για ξεκοκάλισμα αλήθειας
δεν καταγόμαστε από καμιάν εξομοίωση δεν επιπλώνουμε
οι φιλόσοφοι σας το φώναξα είν’ αγριόσκυλα -, απάνω τους,
τα οστά τους εγώ θαν τα κάνω καυσόξυλα για το χειμώνα
θα πέσει τεράστιο γέλιο που ν’ ακούσει κ’ η Ανταρκτίδα.
Πιάσε το ξυράφι κόψε το λαιμό στα γρήγορα του Έγελου
δεν υποφέρεται μα το Χριστό η λογική του φαντασίωση
δεν ξέρει από δυστυχία ο έρημος είναι τρομερά κακομούτσουνος
παίζει αρνούμενος το παιχνίδι κι όταν το παιχνίδι ανυψώνεται
βαθιά μέσ’ στη συνείδηση, δεν παίζει τότε.
Τι γλυκειά Φυσική που μας έρχεται απ’ την άχρονη ωριμότητα
ολόιδια με κόλαση χρωματιστών διαστάσεων...
Ένα παλτό γυρεύω που να μη λέγεται όμως επενδύτης.

BASSO CONTINUO
Το γιασεμί ωραΐζει τα οπτικά μυρωδικά μας
αποστρέφεται στ’ αλήθεια το δημοτικό τραγούδι
μαρτυρεί αφόρητα την αυτοκτονία του Άγιου Δημητράκη
που έπεσε απ’ το αδιάβροχο ύψος μ’ ένα βιβλίο-μυστήριο
στον ορφανό του κήπο κυριακάτικα
είν’ ερωτευμένη η ρίζα του άνθους με τ’ απογέματα
η ανάπνια τού ντάρμα συσσωρεύεται στον τενόρο της αεράκη
κάπως έτσι τρελάθηκα και εγώ διαστέλλοντας εφύμνια
γαντζωμένος απ’ την απρόσιτη μετοχή: θεασάμενοι
δεν είναι όμως δυνατό να συνθλιβόμαστε εμείς οι ανελέητοι
ανάμεσα σε απόλυτη και σχετική υπεραξία
οσφράδιον οπού δεν αποτείνεται στη βαθμολογία η σολωμική ποίηση
μα οι φονιάδες έραναν τις εβδομάδες άφρονες όσο δε γίνεται άλλο
θυμόμαστε το Τρεις Χιλιάδες εξαποστειλάρια ή και ιδιώνυμα
καταστρέφουμε τα πολυμήχανα γεγονότα σημαιοστόλιστα.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Δώσε έναν κόκκο ειρήνης να απολαύσεις
ένα βουνό δικαίωση
σαν κόκαλο αιωρούμενο σε σκύλο η αγάπη
που δείχνει τα δόντια της.
Εγώ ξεκρέμασα τη ζωή μου από κάθε προοπτική
πέταξα τα μανταλάκια απ’ το σύρμα
τελευταία νότα της αληθοσύνης: η αθωότητα
ενυπάρχουσα στο άπειρο ο χρόνος
απορρυθμίζει
σχηματίζει μέσα του
το αμάρτημα:
τη φοβερή διαιρετότητα.
Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους
αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών
αλητεύουμε στη μιλιά μας
αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα.

ΣΩΣΙΒΙΟ
Λέω φως και προφέρω σκοτάδι
τα Άλγεα φορτωμένα σε λεκτικά γαϊδουράκια
οι Λωτοί μουδιασμένοι και οι Υάκινθοι
μ’ αλύγιστους κραδασμούς απέχοντες απ’ την κίνηση
καθώς υψώναμε βαθουλωμένα αινίγματα δίχως άρμη
κι αναδεύαμε παροιμίες όπως: πολλοί πεθαμένοι
κάθονται στου αρρώστου το κεφάλι
και με εκτρώματα-χειρονομίες κοροϊδεύαμε
κάθε ιερατική συνέχεια και έξαψη
θα ξαναφύγω απ’ το πορτάκι του χαμόγελου μισόγυμνος
τα σκιάχτρα δεν τα υπολήπτεται στ’ αμπέλια ο δραγάτης
πονώντας αλφαβητικά στο κύλισμα του γερο-χρόνου
δυσανάγνωστος που μοιράζει τα κελιά του στις ώρες
κάπως αλλιώτικος από μοναστήρι
χασομερώντας ανάμεσα σε κείνη τη λιπόθυμην αντηλιά του
με τρεμάμενες φωτοσκιάσεις
κι αχαμήλωτες καλαμιές μακρόσυρτες προς το ποτάμι
χωρίς αμερικάνους πεζοναύτες δίχως
τις άγριες πολεμικές γέφυρες που παντρεύονται δυναμίτη
κάκοσμος είν’ ο δυόσμος πίσω απ’ τη νόηση
κι ο ουρανός απάνω διφορούμενος
η φύση τρέφεται από κυανοπώγωνες και σκληρότητα
σεισμικές γυναίκες στο έβδομο φιλί.
Κατορθώνουμε άπειρο -

ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΣΤΟ ΓΕΛΑΚΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Η ευπάθεια είν’ ο κλώνος να πιαστούμε μισότρελοι
να σταλιάσουμε στο χειρότερο.
Προσκέφαλο ευωδερό του καημού το κυμάτισμα όνειρος
κι αναστρέφω ίσκιους ηλιόλουστους
τα μοιρολόγια τα ’χω γράψει στα παλιά μου παπούτσια
ευτυχώντας ο έρημος από μέσα μου
σ’ αυτό το αφρισμένο μαστίγωμα τη βροχερή μου απόγνωση.

ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟ Ή ΟΧΙ ΧΙΟΥΜΟΡ
Ξανάρθαν στα λογικά τους οι αστροφένακες.
Λήθαιος αγέρας τ’ αγριοβότανα στη μισοπάρθενη ημέρα
σύρει σε χαμηλή απογείωση
Μέδοντες της Ανάγκης χαλκεώνες της νύχτας του Ησίοδου.
Έτοιμοι κι εμείς να παίξουμε καμπύλες αστροτοξίας
απάνω στην οθόνη-λεχώ που χαίρεται
την Εικόνα-Βρέφος.
Πέρα στα μουσικά μας συμφέροντα ο απομόναχος
παραφράζοντας το Υπέρτερο
(η μετάφραση είν’ αδύνατη)
το αποδίδει σωστά στην πραγματικότητα ξεχνώντας
ολάκερη τη Λήθη
τραβώντας ωσάν κλωστές κουκλοθέατρου
τις γελαστές ανωφέρειες.
Δοκίμασε αντίθετο δοξάρι πέτα τώρα στα σκουπίδια
τα κυριακάτικα φτερά σου.

ΒΑΘΥΦΩΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οι αριθμοί μου δε θα συμπληρώσουν ένα σύνολο
δάκρυα συνωστίζω στα καιόμενα μάτια μου
δεν έχω τώρα πια τίποτ’ άλλο απ’ την πραγματικότητα
ξεφεύγοντας όλες τις αθλιότητες της μαγείας
αισθάνομαι κωμικά τα συμβόλαια τους ανέραστους νόμους σας
οπού σαλιώνει με χαρτόσημα η νοησιαρχία.
Σε όλα ενάντιος -, ιδού ο ένσαρκος νόστος που το ύψος του
το Θαβώρ υπερβαίνει ανησύχαστος.
Τύμπανα όρια χλευαστικά τα λοίσθια η θανατοπληξία πνέει
κυρίες μ’ ακριβά χειροκροτήματα από ίσως
κι ωστόσο παλαίοντας εγώ ναν τις αποδιώξω
κείθε στα ρέματα της συντριβόμενης ασκητείας
κατρακυλώντας στα κατάμαυρα φαράγγια των Ουπανισάδων.
Επιτέλους βαρέθηκα τη στύση μου
δέχομαι να εκτίσω μακρόπνοη ματαιότητα.

Ο ΧΡΟΝΟΣ-ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ
Βγαίνει και η Κυριακή σιγά-σιγά
οι ώρες είν’ – αλήθεια – τρομερά μακρόσυρτες
θέλει ψαρόκολλα-εγκαρτέρηση το πράγμα.
Πόσο λαχτάρησα να φτερουγίσω σ’ Εκείνο
δεν έχει όνομα δυστυχώς ούτε υπόσταση
δεν υποφέρει από καμιά χυδαιότητα όπως
οι νόμοι της φύσεως ή η κακούργα διαλεκτική
κάθε γυναίκα είναι μια καινούργια
νύξη του Απόλυτου
τη βλέπω μαγεμένος και κατατάσσομαι αμέσως
εθελοντής στην αλύπητη ματαιότητα.
Μ’ ένα ρομαντικό τσιγάρο θα άλλαζα διάβολε
κατεύθυνση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: