Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..





ΣΤΙΧΑΚΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Για δες απόψε τη φεγγαράδα:
τι χυδαιότητα τι φασουλάδα!
Το φεγγαράκι εγώ μονάχα χαιρετίζω
το λιγνό χορταράκι γευματίζω.
Σαν πρώτος θέλω να ’ρχομαι στο μέγα τίποτα
γιατί και το φραγγέλιο
υπάρχει μεσ’ στο ευαγγέλιο
μα όμως
του Τρότσκυ τη διαρκή επανάσταση
τη γκρέμισα στου Ιησού τη διαρκή συγγνώμη.

ΤΡΥΦΕΡΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Δεν είναι πάντα το νερό σαν ξόδι και η κίνηση;
Δεν είναι μια μακρόσυρτη κηδεία το ποτάμι
κ’ οι λιτανείες των ήχων ανάμεσα
σε σκονισμένα γιασεμιά και τριαντάφυλλα;
Σου γράφω λοιπόν...
Οι άγγελοι θα γίνουν επιθετικότεροι
κι όλο το Σύμπαν από κάποιο δρόμο φρικαλέο
θα χωρέσει κάποτε σε μια δαχτυλήθρα.
Ό,τι στο στήθος μοιάζει με κειμήλιο
θέλω ναν το πετάξω.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΚΑΘΙΣΤΗ ΦΥΣΗ
Να την η θάλασσα με θρήνους γοερούς και πάλι
σωριάζεται πάνω σε βατραχόμορφους βράχους –
τι παράξενο! –
σέρνοντας δώθε-κείθε τα πλούσια μαλλιά της όπως η ξέφρενη
κι ατέρμονη κείνη γυναίκα που πέφτει στα πόδια
του τόσο φευγαλέου της έρωτα.

ΨΙΧΑΛΕΣ ΚΑΙ ΨΙΧΟΥΛΑ
1
Franz Kafka: μια στήλη αίματος που δε σωριάζεται.

2
Σ’ άνθια και κρίνα του αγρού να περισσεύεις.

3
Δε θα ξανάρθει ο καιρός που θα λαλήσουν τα σπλάχνα;

4
Μ’ έχει πολύ επηρεάσει τ’ αστραποβόλημα.

5
Ο κόσμος είναι στο άπειρο: στη ναφθαλίνη.

6
Να διώχνουμε σιγά-σιγά τις βλέψεις απ’ τα μάτια.
Να διώχνουμε λίγο-λίγο την ίδια την ποίηση.

7
Δεν είν’ γυαλί και μάλαμα η άδοξη σελήνη.

8
Κατάφωτη μια ζυγαριά η μέρα και η νύχτα.

9
Βρέθηκα στο μαβί ποθούμενο και του γκρεμού θα μείνω.

ΤΡΟΠΟΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Η νόηση κείνη που καθορίζει το πυκνότατο χιόνι της
Δουλσινέας ως να μοιάζει, θα ’λεγα, προς θανάσιμη καλλιέργεια
ή ανάθεμα της υπάρξεως.
Η νόηση κείνη που κλαψουρίζει στη γέμιση της νύχτας,
ανοίγοντας τα τρομερά κι αδάκρυτα παράθυρα, για να
πικράνει ολούθε την Ειμαρμένη δίχως κανένα ωφέλιμο σκοτάδι
και χορτάριασμα.
Η νόηση κείνη που ’χει χαλκέψει την ελπίδα, τους
αέτειους μύθους και τον αγέρωχο πάταγο της νεότερης κιθάρας.
Η νόηση κείνη που ρυθμίζει τους αέρηδες με την άδοξη σπάθη και την όποια διάρθρωση και δόμηση της δόξας.
Η νόηση της ακούραστης Αρκαδίας ή ο λεγόμενος Πάνας, που συμμετέχει ολοένα των αστραπηβόλων τράγων,
η νόηση τούτη, βέβαια, δε μας ανήκει.

ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα
εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα
και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα...











ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Το λυγερό κι αναίμαχτο νερό ναν το μιμείσαι

στην όποια σου την κίνηση στην κάθε σου χειρονομία
για να λαξεύεις έτσι την παιχνιδιάρα μας πραγματικότητα.
την αχαλίνωτη ακινησία.

Τα δέντρα που τρομάζουν ολοτρόγυρα

τρέξε ναν τα προλάβεις απ’ την καλοσύνη.

Απόγονος της νύχτας

Η πετονιά η σκοτεινιά ψάρι δεν ανεβάζει
κ’ η εργαζόμενη αδράνεια η δήθεν άπραχτη
μια ψεύτρα πυρετώδης αφυπνίζοντας
τη λάμψη στο κρασοπότηρο,
τα γοερά της αιθρίας αποφθέγματα,
γυρεύοντας να ψαύσω τον ασώματο ζόφο
τον όχι υπάρχοντα.
/ στο σημείο αυτό σαν κάτι ν’ άκουσα
μέσα μου και το μεταγράφω την ώρα
τούτη-μεσημεράκι: - Πρόσεξε ποια
νύχτα θα τηράξεις απόψε. την ψεύτικη
ή την πραγματική /

Χέρσος ο πόνος του έρωτα δίχως
του καιρού την εξάρθρωση
ο αγρός της φλόγας μου το αύθαδες έαρ
η πυροστιά του απείρου η σκέψη μας
κι ο μαστός της μητέρας παλιορκούμενος
από τέτοια γευστική ευγνωμοσύνη
/ διακοπή ρεύματος /
δάκνοντας ανεπίληπτα τους γλουτούς
της ειμαρμένης
τα νοήματα: τις ραφές τα στριφώματα
της έκπαγλης ματαιότητας
/ανάβω τσιγάρο
μόλις τ’ άναψα/

η τρομερή τοξίνη της αιτιότητας
κ’ η ανάσα μου ζεμένη χαρμόσυνα
στην αγγελούδα μου λησμοσύνη
κι ανθίζει σκότος αναδείχνεται στην όραση
ο θείος νεανίας
αστράφτοντας από γνώριμες λάμψεις
νερά κι αθάνατα πράματα.

Συντομεύοντας: το αόρατο δαγκώνει αδιάκοπα
του ορατού τον άρτο και τον λιγοστεύει
καθώς τα βλέπω που κρεμάστηκαν
τα λυπηρά μεσάνυχτα στο μαρμάρινο
λαιμό της ησυχίας
οπού γανώνει την παμπάλαια σελήνη
και εγώ
μονάχος έρχομαι στην κόλαση
το βάρος του φωτός αισθανόμενος
αυτή την κωμωδία την αλαφροσύνη
- βλογιοκομμένα σύγνεφα στου τράγου μου
τις λέξεις –
κι όπου το βάρος, κύριοι, όλο το βάρος.

Ξεχνιέμαι κάποτε στην όραση
τηράγοντας τα χαίνοντα μυστήρια
κι αναθυμιέμαι στο γλαυκό ρυζόχαρτο
τα εμπεδόκλεια
ποιήματα γιομάτα φακίδες
αυτά τ’ ακούραστα εργόχειρα της Απουσίας:
τα ποιήματα
φτερώνοντας τη ρεματιά μ’ ένα βάρβαρο
χείμαρο
θαυμάζοντας τα μελανά μου ευτυχήματα.
Στην αγέλη-καρδιά ξετρυπώνω το άγιο:
το άνθος έξω απ’ την Ιστορία.
Στην αγέλη-ματιά ξαναγίνομαι άγνωστος
/ αλάστορες ουρανοί εσείς όλο αίματα
γαλανοί φονιάδες!/

Ξιφήρης ο ανείπωτος άνεμος
τα ιδανικά μου τα ξεκοιλιάζει.
/ ράμφος ο θάνατος; /

- και μονάχα λυγίζοντας το αίμα συναδράχνεις
του κορμιού την απρόσιτην άνθηση
κι αναπάντεχα βλέπεις ένα γύρω σου
στα υπάρχοντα την έμφυτη λάμψη
πούχει μιαν όμορφη βαθειά συνέχεια
τη νύχτα με τ’ αστέρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: