Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΤΙ ΕΙΠΑ ΚΑΠΟΤΕ Σ' ΕΝΑΝ ΙΠΤΑΜΕΝΟ
Σαν αφαιρέσεις απ’ τον ήλιο τη λαίμαργη αστρονομία
δεν είναι πιότερος από μια πυγολαμπίδα που διαστέλλει
την κίνηση μεσ’ στο άναυδο σκοτάδι.
Δεν έχει πόσιμη σημασία να σταλάζουμε
τσιγγούνικες αλήθειες και σταγονίδια βεβαιότητας
δεν έχει ούτε μια πρωτοτυπία η ξεμυαλίστρα η εξυπνάδα
πρωτότυπος είν’ εκείνος που δικάζει τις λέξεις
εκείνος οπού βάζει ποινές ολοένα στα δάχτυλά του
την ώρα που σέρνουν έρημα την άλαλη πένα.
Δεν έχει μητρότητα ο ίλιγγος
δεν έχει πατρότητα η νύχτα.
Μίλησα κι άλλοτε γι’ αυτά τα χαρτόνια.
Οι σκοτεινοί μας σύντροφοι: οι άκρες και τα μάκρη
με του κύκλου τ’ άγρια δώρα μας κοροϊδεύουν.
Έχοντας τώρα πια ξεπέσει ο γέροντας Ευκλείδης
είν’ απόβλητο το μήκος ως πράξη του σύμπαντος
και το ύψος ανεύρετη μελωδία στα πλάτη...
Τράβηξα τη σκονισμένη αιωνιότητα σαν κουρτίνα
με τόση ευκολία και τα ’χασα βλέποντας
το λάγνο τίποτα της αναφρόδιτης καμπύλης!
Ο άγγελος τότε του έαρος μου φώναξε: - Μη στενεύεις,
αγίαζε μονάχα, μη σκοπεύεις, κι απ’ το μειλίχιο
δαιμόνιο της αγάπης πιο περ’ ακόμη τράβα κι ας είπες.
θα κομματιάσω τον κόσμο για να ματιάσω
τη δύναμη της αλήθειας.
Έλα, λυτρώσου τώρα κι απ’ του Ερωτήματος την έλλειψη
να γίνεις ομορφότερος να μείνεις όντως μόνος...

Η ΠΑΓΙΔΑ
Δε μαθαίνει το φεγγάρι ποιήματα
δε θα μάθει το λαμπρό ποτάμι τα νερά του.
την ομορφιά του κοπετού την κόβει ο λατόμος
και κείθε προς τα μνήματα ξεράθηκε
το γάργαρο κακό π’ ολόγυρα συχναντηχούσε.
Κανένα φως δε φώτισε με φως τον εαυτό του
την ώρα που φιλούσε με τ’ αφίλητα
φιλιά μου την Ανάμνηση στο άστραμμα της λύπης.
Κι τώρα κλείθρο πού θα βρω και κρίνο να μυρίσω;
Μα η Φωνή μ’ απάντησε: Και κλειδωνιά δεν έχει!

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ ΜΕ ΤΑ ΙΝΔΑΛΜΑΤΑ
...Τότε σηκώθηκε λοιπόν απ’ τη μεγάλη σπασμένη πολυθρόνα
δίχως αίμα στη σχοινένια σάρκα την ανάλαφρη
θα ’λεγα μάλιστα και δίχως έλεος
Εκείνος που δε γυρίζει ποτέ το διακόπτη
μασώντας ένα μπαγιάτικο σκοτάδι
στα φρεσκοφουντωμένα λιβάδια
μαζί μ’ όλους τους καθαιρεμένους φωτοδότες
που ’χαν αποκηρύξει με το δίκιο τους τον Πυρσοφόρο
γιατί – καθώς έλεγα στην αρχή και θα πρέπει
να το κρατήσετε για πάντα στη μνήμη σας –
πουλούσε το ανέσπερο φως ο αλιτήριος με τη λίτρα
κ’ έβγαλε χρήμα με ουρά στη Νέα Τυραννούπολη.
Βέβαια, κείνη την ίδιαν εποχή – πώς πέρασαν τα χρόνια! –
μπήκε στη μέση το ζήτημα: Πυρφόρος ή Πυρσοφόρος
μα οπωσδήποτε δεν τη λύγισε την πούληση.
Πώς πέρασαν, αλήθεια, τα χρόνια που χαιρόμασταν άδολα
την άγρια πατημασιά τ’ αλόγου δίπλα στο λουλουδάκι
τα πουπουλένια βήματα της Ήρας όταν
ο καταπράσινος Γελασίνος και οι Άγιοι Αίγαγροι
πιότερο κι από μια τοποθεσία
γίνονταν εύοσμες διάρκειες της αγνότητας
όπως ο ήλιος κρεμότανε σαν έρημη φράουλα
στη δύση της Σαλαμίνας...
(Ευρύτερο φανταστικό περιεχόμενο:
σκοντάφτω στο θαλάσσιο αγέρι.)
Πώς πέρασαν, αλήθεια, τα χρόνια που φιλούσα
τα μύρα της Μαίρης ανάμεσα στ’ ανθισμένα κλωνάρια
που μ’ εμπόδιζαν εύκολα κ’ έβλεπα τον άνεμο
να κομματιάζεται σε τόσα φύλλα θροΐζοντας...
Έλεγα τότε να φτάσω και ν’ ανοίξω τις ηλιόπορτες
κι ας γυρίζει ο Μάο τον κόσμο σαν καλόγερος
με μια τρύπια ομπρέλα.
Είν’ άλλος, έλεγα, ο διάβολος...Εκείνος
που θέλει τη ζωή μας όλη να την ξεσηκώνουμε
για να λάμπει η τέχνη.
Σ’ αυτό το σώμα που βρεθήκαμε
κείνο που ξέρουμε μονάχα είν’ η ομορφιά!
Προσπαθώ να γυρίσω την αίσθηση
και ν’ ακούσω του ήλιου το συναξάρι
μα όταν κανείς πεθάνει είναι τόσο μακριά...
Δροσερή κόλαση η μη χρονικότητα του χρόνου
κι ο γονατιστός αντίκρυ καταρράχτης ουρλιάζοντας
ωσάν κεραυνοβόλο ευαγγέλιο.
Τι ωραίος ουρανός, ο λαύρος ουρανός
που δείχνει πιο μεγάλος απ’ την Ελλάδα!

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Στη δρακολίμνη του κακού ρεματιανός ο κόσμος...
Εκεί θολά χαράματα, βλαμμένα μεσημέρια
και των στοιχειών το μάλωμα τεράστιο φαράσι!
Βλέπω βουνά χαρούμενα, μαβιά σαν πετραχήλια,
βλέπω ξανά στην άσφαλτο τ’ άγρια λυκοράχια
τον άτιμο διαφεντευτή που βόσκει τα λεφτά του
τι να ’ναι γιδοπρόβατα τι να ’ναι καμινάδες...

ΤΑ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΟΥ SCARDANELLI
Κάπου πρέπει να βάλω το Amen –
όχι στο τέλος
ούτε στην αρχή
θα βάλω το Amen απάνω σ’ ένα φύλλωμα...
Ο Scardanelli κατάφυτος –
μα όχι τόση λυρικότητα
κάποια έκφραση πιο φυσική:
κατάξανθος αφέθηκε στους παγετώνες
είχε πολλά και σπάνια ουρανόσημα
κράξιμο νεαρού θανάτου τον άρτο και τον εύοσμον οίνο
τα βέλη της ωραιότητας βαθιά μέσα στο στήθος.
Μετέωρος νίκησε τους επισήμους τα επίχρυσα πρόσωπα
την ανούσια δοξολογία στη μητρόπολη
τα στιλβωμένα ύψη του Γκαίτε τη Βαϊμάρη στο σύνολό της
είν’ αυτός που αφέθηκε
κάπου μέσα στον άκρατο κίνδυνο
μόνος και δίπτερος που ’νιωθε πως η φιλάρεσκη τύρβη
δεν κατάχωσε της καρδιάς το δουκάτο
(σοβούσε μέσα του τυφλός αετός όταν έρημος δάγκωσε
τα ολόχρυσα μήλα των Εσπερίδων)
έριξε σαν ένα κουρελάκι την ασθένεια στην άβυσσο
σχεδόν ασκεπής, αλλά τι λέω; δίχως καν το κεφάλι του
το εξαϋλωμένο
πραγματικός Φρειδερίκος
εκείθε στον ορίζοντα της Θήβας ωρυόμενος
δίχως ιμάτιο διψαλέο για καταιγίδα
δίχως το κλειδοκύμβαλο του Τειρεσία
μα ολόσωμα σαβανωμένος απ’ τη Διοτίμα
στην τρισυπόστατην εκκλησία στο θαλερό θυσιαστήριο:
Πτωχεία Έρωτας και Πλούτος μ’ ένα στέμμα περίεργο
σαθρό φεγγάρι της ανάστατης παραμονής των Χριστουγέννων.
Ως πότε θα ’ναι, μα τον Ήφαιστο, μυστικός ο Ελικώνας
η μονάζουσα Λάμψη...
Στη μέση τ’ ουρανού: στο fatum
ο ήλιος θα περάσει τα μεσάνυχτα
στο βάθος τ’ ουρανού
με δεκανίκια.
Στη μέση του κεραυνού μεθώντας ο ειδωλοθραύστης
αγγίζει παταγώδη μυστήρια κι αστράφτει
λίγο πιο πάνω απ’ τις κνήμες της Αλήθειας
η όλως ορφική πορεία προς τον Άδη
που δεν έχει όμως τον Ορφέα της.
Ο ανάπηρος ήλιος αντηχώντας ολοένα στο πέλαγος
ανοιγοκλείνει τη βίβλο της πυράς της δυσανάγνωστη
λείψανα τα νερά τον καθρεφτίζουν
ελεύθερα και γαλανά νερά σαν Υπόθεση
στα νοερά κι αόρατα μάτια.
Σάρμα εική κεχυμένον ο κάλλιστος κόσμος.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ
Το σκοτάδι μοιάζει πάντα με πηγάδι.
Το ζαρκάδι τρέχει πάντα προς τον Άδη.
Το ποτάμι μοιάζει πάντα με ποτάμι.
Το καλάμι κιτρινίζει σαν καλάμι.
Το ζουλάπι δεν αρνιέται το δρολάπι.
Το χαλίκι δεν ηξέρει χαμαλίκι.
Το πηγάδι μοιάζει όμως με υφάδι.
Το ζαρκάδι τρέχει τώρα προς το χάδι.
Το ποτάμι μοιάζει πάντα με ποτάμι.
Το καλάμι δεν αρνιέται το ζουλάπι.
Το δρολάπι ξετυλίγει την αγάπη.

ΚΥΚΕΩΝΑΣ
1
Όλο το αίμα που περνά μεσ’ απ’ τους πνεύμονες
αφήνει κάτι για το ποίημα στο στήθος.

2
Είν’ ένα γράψιμο το δικό μου σαν το φτάρνισμα
το βήξιμο ή το ρούφηγμα της μύτης.

3
Κάθε βιβλίο που τυπώνω με γκρεμίζει περισσότερο
βαραίνει στην καρδιά μου σαν κατάμαυρο λιθάρι.

4
Τι ωραία κι αργά κατηφόριζε
στον ουράνιο θόλο το φεγγάρι
πλένοντας άλλη μια φορά την τόση πραγματικότητα.

5
Θα ’μαστε πάντα ένα πέσιμο μα δίχως
να μην είμαστε ταυτόχρονα το ύψος.

6
Ο θάνατος με συδαυλίζει κι ολοένα λιγοστεύω.

7
Βαραίνουν άραγε τα χιόνια στα θεόρατα βουνά
κ’ οι καταρράχτες τάχα ναν τα εκνευρίζουν;

8
Έχει πέτρες ακόμη σαν εκείνες του Αμφίονα;

9
Στα χρώματα ποτέ του δεν κουράστηκε
να λάμπει ο ξουραφομύτης.

Ο ΑΚΕΡΑΙΟΣ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.
Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος έλληνας που κράτησε
τον πόνο στο σωστό του το ύψος
αγνοώντας και δημοτικισμούς και εξελικτισμούς και μόδες
αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια
την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων
αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας
ο ανοδείξωτος.
Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει
πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο
κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα
πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.
Μα είν’ αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξιπόλητα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.
Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος
εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης
και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.

ΤΟ ΕΥΚΡΑΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ SAINT-JUST
Ένας ακοίμητος επαναστάτης μεταφέρει στο κεφάλι του
το πεπτικό του σύστημα και χωνεύει περίφημα
τα πικρά ιδεώδη και θεωρήματα
φορώντας το πορτοκαλί σακάκι του Μαγιακόφσκι.
Τέτοιος υπήρξε κι ο σκοτεινός Άδωνις του παρόντος ποιήματος
μ’ εκείνη την ανοιχτόχρωμη εικασία στην όσφρηση
ρεκάζοντας ή κάλλιο ρεμβάζοντας
ανάμεσα στους αέρηδες του Γιώργη Couthon και
του Ροβεσπιέρου.
Δεν πρόφτασε κανένα κίνδυνο για καρδιόπαθεια
ή νεφρίτιδα ή συκώτι λογουχάρη
στην πηχυαία ζωή την απέραντη
μερικές πιθαμάδες απ’ την άδηλη κούνια.
Είχε πράξει το μέλλον όταν έβαλε
τον τρυφερό του τράχηλο στην ακόπαστη καρμανιόλα
τη λάμψη του σκότους με τέτοια καθαρότητα λουσμένος...
- Μια τρομερή κλωτσιά τι ξάστερη! Το ίδιο κ’ ένα χάδι;
Να, κάτι, σκεφτότανε, που φέρνει συνήθως
ημικρανία στα τριαντάφυλλα
κ’ η συχνότητα της αηδόνας αλλάζει.-
Μα όμως ό,τι κρύσταλλο και να σπάσει κανένας
το στήθος είναι το πτηνό στον άνθρωπο
το δώρο του θηλαστικού στην Ιστορία
το πήλινο δοχειάκι που δέχεται την ταραχή των αθώων.
Είχε βραδιάσει στο Παρίσι της Convention και οι κότες
ενοχλούσαν τη νύχτα κουρνιάζοντας.
Ένας μεγάλος νερόλακκος είχε κιόλας αρχίσει
να καθρεφτίζει τ’ αστέρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: