Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΦΩΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΕΒΟΥΣ
Όταν άξαφνα σπάσει το νήμα γέρνουμε στο μαύρο
που δεν μπολιάζεται με τίποτα κι αφήνουμε
τις λιακάδες απόλυτα ξένες
εκεί που σβήνουμε:
στη ρεματιά μας.
Αυτό το ξέρει ο τρόφιμος της άλαλης αγάπης
λυγίζοντας τις απολαύσεις όπως
ο πειναλέος χεροδύναμος μ’ ένα σώβρακο γυμνωμένος
τα σίδερα στις λαϊκές πλατείες.
Αυτό το ξέρει κι ο λεγόμενος εκστατικός
ολέθριος απ’ την άνθηση γύρω του
τα ηχηρά ρυάκια βλέποντας ωσάν άγνωστες υποθέσεις.
Αυτό το ξέρει όποιος μένει άναυδος και λέει:
«Τι πράμα είναι τ’ άλογο σαν τρέχει
κι αστράφτει, λάμπει στους θαυμάσιους μηρούς του ο ιδρώτας
μ’ ένα μηδέν ανάερο να βγαίνει μεσ’ απ’ τα ρουθούνια
την ευγένεια να σπιθίζει στην κοιλιά του την άμωμη!»
Μα όμως έχω μια περίλαμπρη γραφή για κάθε χελιδόνι
κι άμα θα ξαπολύσω τον απαίσιο σκορπιό
βαθιά που σκοτεινιάζει ο έρωτας…
Μην τραγουδήσεις υετούς κι οπωροφόρα θλίψη,
χάνομαι, λέει ο τρόφιμος της άλαλης αγάπης,
καθώς η σκόνη χάνεται μη μπορώντας
να νικήσει τη διαφάνεια του αέρα.

ΠΕΡ' ΑΠ' ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ’ ουρανού
σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος.
Ήτανε Σάββατο κι ο φτωχός Ιησούς
ο ξιπόλητος ερωμένος της αγωνίας
ο ξέχειλος απ’ τη σκια των λαών επιστάτης
περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περιβόλια
ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός
αέρας ο υπνοφόρος.
Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ’ άλλο,
είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!

ΣΤΑ ΚΡΥΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ
Ο χρόνος είν’ ο σκελετός ο δίχως κόκαλα
στη σάρκα που δεν ξέρει ούτε καν θα μάθει
την τόση κι αδιάκοπη σωματικότητα:
τη βοερή ποιμαντική που λιώνει και τ’ αηδόνι
στην εύοσμην αγκάλη της αδειοσύνης
δίχως έχθρητα κι αγάπη κουρελιάζοντας τα διάτορα
ή χαμηλόφωνα και σιγαλέα εικοσιτετράωρα
κι ο χρόνος είν’ ακόμη θα ’λεγα
βρεγμένη θρυαλλίδα μεσ’ στην κόλαση
το σάπιο βλέμμα στην κοιλιά της τράπουλας
μαινόμενες κι ατάραχες οι αντιφάσεις.

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΣ
Το άρωμα τ’ αρχαίου θυμιάματος
μ’ εξάπτει σε τρεμάμενες από τέτοια ευωδιά
τεράστιες και νεκρώσιμες φωτοσκιάσεις
κι αδιάκοπα το αίμα μ’ ενοχλεί
μ’ αλλεπάληλα κουδουνίσματα στ’ αφτιά μου!
Συνέρχομαι τώρα και σαλπίζω στα πέρατα
τον κωφάλαλο κι αναίμαχτο νόμο της αλήθειας:
Εκείνος οπού μπορεί κ’ εφαρμόζει το χρόνο στην ύπαρξη
σαν το ευλύγιστο νερό που συμβιβάζεται πάντα
με τ’ αόμματα χώματα με τα χόρτα με τα λιθάρια
με καθ’ εμπόδιο στον κόσμο κι οπουδήποτε
καρυκεύοντας έτσι τη θλίψη μου
στα ψυχρά μάρμαρα της απουσίας –
έχει χωρέσει στ’ αλήθεια την αιωνιότητα κι όχι
τη θλιβερή κι απρόκοφτη φιλολογία της.
Αυτός είν’ εκείνος που γνωρίζει
πως η άγραφη ζωή δε θα πάψει να χτίζει
το θάνατο με καινούργια πάντα υλικά με νέα νήπια
για να ξύσει κάποτε τα ουράνια.
Είμαστε λοιπόν οι πολύχρωμες
καμπύλες ενός βεγγαλικού
με τρομερά σύντομη λιτάνευση στο χώρο
που νυχτώνει πιο πέρα κι απ’ τη νύχτα
τη γαιώδη και σπάταλη σε χιλιετηρίδες.

Η ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ
Συχνά πηγαίνοντας με τα πόδια, κουβαλώντας μονάχα
το μισογεμισμένο σάκκο μου, στα τόσο δροσερά
κι απόμακρα λαγούμια
λίγο πιο κείθε απ’ τη φαντασία σ’ εκείνη τη δεύτερη
μεγάλη και καθάρια πραγματικότητα
που γιορτάζουν έρημοι σαν όλα τ’ απόκοσμα ζούδια
οι ουρανόπληχτοι με τ’ άδικο σκοτωμένο
σαν όρνιο στην άφωνη ρεματιά την απροσδόκητη –
χάνομαι σ’ αναρίθμητα μόρια ζωής που δεν τα βλέπω.
Κάθε φορά και πιο πολλές είν’ εκεί πέρα οι γιορτάδες
κάθε φορά και πιότερα σα ν’ ακούγονται τραγούδια.
Κρατώντας την εσθήτα της Παναγίας
ο Έσχατος τ’ Ουρανού με χιλιάδες έντομα έντομα στην όραση
μ’ αξεθύμαστα γιασεμιά στο νυμφώνα
μ’ άλλα θεάματα της αγάπης από μέσα
και μ’ άλλα γεγονότα σπιθοβολώντας
αγγίζει τους ραχιτικούς και θεραπεύει την αρθρίτιδα
μαλάζει τους πρησμένους αστραγάλους
αφήνει τρυφερά την αλήθεια πάνω σ’ όλες τις αρρώστιες
και κείνες χάνονται καθώς τα ευδιάλυτα νέφη.
Σιγά-σιγά ρυθμίζεται κι ο θάνατος
αρχίζει το νταούλι μεσ’ στα πανηγύρια
κι ολούθε πια σηκώνεται στο στήθος η ρωμιοσύνη
και μας αρωματίζει μ’ ανείπωτο μοσχολίβανο.
Καίγονται τότε τα φωτερά κοντάκια μεσ’ στους ύμνους
κι ανασαίνουμε πέλαγα σε μικρή κολυμβήθρα
κι αποσπούμε τα καρφιά της Σταυρώσεως.
Εκεί μια τέτοιαν ώρα σαν ωραιότατος
εγέρθηκε καπνός ο Γελάσιος και είπε:
«Το μέλλον είναι μάτι
το παρελθόν αφτί
για τον απλό χωριάτη
και για τον ποιητή!
Το μέλλον είναι κάτι,
μα όχι κάτι που νομίζουμε…»
Γεννιέσαι και μπαίνεις μεσ’ στο αίνιγμα
πεθαίνεις και τ’ αφήνεις ανέπαφο.
Τι άλλο να προσθέσω πια στη δύναμη του έαρος;
Πλήρης από έλλειψη νόηματος
υπερέχω.
Τιποτ’ άλλο δεν έχω να εκπροσωπήσω
τη χαρά μου μονάχα και μονάχα τη θλίψη μου
σ’ αυτό τον κόσμο που τον παγιδεύει θανάσιμα
όχι το σκοτάδι κ’ η μαυρίλα
μα το βαθύ χαντάκι της προοπτικής…
Ο χρόνος είχε μόλις ανατείλει.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΤΑΡΑΞΙΑΣ
Ο δασόβιος ερημίτης οδηγούσε μ’ αόρατη
λεπτή κλωστή τον ήχο μιας μέλισσας όταν ολόγυρα
παίζοντας το σουραύλι της η σαύρα
δυνάμωνε το πράσινο και η σκέψη
δρασκέλιζε την ακέραστη μόνωση
που δεν απείλησε ποτέ τα λουλούδια.
Τα τείχη του έαρος άραγε τ’ αρώματα
τ’ αρίφνητα μύρα διανοίγονται;
Στοχάσου λιγάκι δίχως ανταλλάγματα:
δίχως αλήθεια και ψέμα.
Στοχάσου πως όλα τα ζώπυρα
κοιμούνται σ’ εγρήγορση δίχως εκτόπισμα
στην άνθηση που ξεραίνει το βιος της ώστε να ξανάρθει.
Πάσα πνοή και πάσα νύχτα δε γνώρισε
μητέρα και μάμμη και προμάμμη –
την προέλευση τη θέλει το μυαλό μας και χανόμαστε
σ’ ανύπαρχτα βάθη και μεγέθη της απουσίας
όταν ακόμη κ’ η φωτιά τεμπελιάζει
μ’ όλα της τα τριξίματα
μ’ όλες τις φλόγες που βγάζει και τ’ αποκαΐδια.
Θα σπάσω σήμερα τις ανέστιες φόρμες
τη στέγη θα ρίξω και θ’ απλώσω περίλυπα
στην ασκέπαστην ενέργεια της αθανασίας
εκεί που λαλούσαν ανέκαθεν οι τυφλές
εικόνες των πλασμάτων την πολυμίλητη βουβαμάρα
την απόδειξη κείνου που δεν αποδείχνεται
την απάρνηση του θριάμβου της γλώσσας.
Ο παρείσαχτος νους οπού χάραξε τραύματα
και τα λέμε φαράγγια
οπού δίδαξε θαύματα και τα λέμε κρημνά της ανάγκης
ήτανε κάποτε κι αυτός ανίκητος απ’ τις νίκες του
τις μεγάλες κι ανθρώπινες τις υπερύμννητες
είχε κι αυτός ολάκερη στα πλήθια μόριά του την ειρήνη
στ’ αμπέλια των κεραυνών εκτοξεύοντας
τη λάμψη της αγάπης.
Η φρόνηση που ’χε κάψει τ’ άστρα κι αφανίστη χαράματα
τον πόνο τον ξεκούμπισε
τον έβαλε στη μαύρη αλυσίδα...
Τεράστιες ώρες αγκαλιάζονταν τότε συναμετάξυ τους
και πικράθηκεν ο χάρος ο χαραμοφάης
καθώς η Παναγ’ια κυλιότανε στα κιτρολέμονα
κ’ είχε δέσει το δαίμονα
στα θεόρατα γιασεμιά της χαρμολύπης.
Τα μονήρη πτηνά ξανανοίγονται σαν αντίφωνα
ξηλώνοντας τώρα και πάλι τους αγέρηδες
οπού βρίθουν από κύκλους και κρέμονται σύψυχα
πάνω στης αγαθότατης αβύσσου τα πικρά ειωθότα
στη λαμπρότερη λευτεριά της Κοιμωμένης
αγνοώντας τους ψεύτικους ήλιους από ρυζόχαρτο
τους ευάλωτους αριθμούς και τα είδωλα
λίγο πιο κάτω στην προκυμαία των άστρων –
ανοίγονται στ’ άγραφο κι αχειροκρότητα
στον αιώνα τον άπαντα κατορθώνουν την πλάση
τιτιβίζοντας ευαγγέλια στην πανέμνοστη
κίνηση του παλαίμαχου σκούληκα
στο αθόρυβο πέσιμο που κάνει το κουκούτσι
και το χώμα τρυφερά το σαβανώνει
για καινούργια λυγερή πραγματικότητα
νέα πρόσωπα φυλλωμάτων ανάγλυφα
ν’ απιθώσει και πάλι ο κότσυφας
τα γύφτικα λιγνοπόδαρα
να σκαλίσει και πάλιν η κότα την άσπιλη μαγάρα
τυλιγμένη μ’ εκείνη τη νευρικότητα
στα πολύχρωμα κουρελάκια του ήλιου
να σκαλίσει και πάλι τον ίσκιο μας
η απόμακρη τόσο κοντά μας!
Ποιος να ’ναι τώρα λοιπόν ο άμουσος, ο ακέραστος
που ’θελε στα καλά καθούμενα ξεφλουδίσει
την καινή διαθήκη τού πόντικα στα νεογνά του,
την κρασωμένη μουσική τού ποπολάρου συνθέτη
που ’χει σταλάξει σε μιαν ακρούλα της οδύνης μας,
την αμύθητη μαγγανεία της χήνας
όπως αγγίζει τα νοσσία και τ’ αγιάζει...
Ποιος είν’ εκείνος που δεν είδε τη θάλασσα
να οφείλει στο πνεύμα τη λάμψη;
Την αλήθεια τούτη ποιος να την παρακάμψει...
Βάλε μέ μου σου την οσιότητα και των τίγρεων ακόμη
που δεν την ξέρει κανένας απ’ τις κηλίδες και τα δόντια
βάλε μέ νου σου τη μεγάλη συναδέλφωση
που δίχως τα ξεδιάντροπα μικροσκόπια μας περιμένει:
παρέες-παρέες οι πεθαμένοι
στα λιγοφώτιστα κοιμητήρια
ταιριάζουν έρημοι μεσ’ στον άκρατο ζόφο που ξεθυμαίνει
στην αχερούσια νύχτα τη μαρμαροτράχηλη
δίχως έθιμα και σπίτια δίχως άλλην ιστορία
δείχνοντας μονάχα τη μαρτυρία
πως ο Χριστός μια μέρα περπάτησε κι αμέσως
φούντωσε το συχώριο στο βαθύ κι αχάλαστο σημάδι
π’ άφησεν η φτέρνα του τ’ αστέρια για ν’ αδράξει
με καταπράσινα κλαδιά τα χέρια των αγίων
και των αγγέλων τα φτερά χιλιάδες ροδοπέταλα...
Βάλε μέ νου σου την αθρυμμάτιστη σύναξη οπού ξεγράφει
και διαιώνιζε το διάλειμμα της αγάπης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: