Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Δυσάρπαγος θεσμός απ’ τους θεούς η ανθρώπινη φύση
χτισμένος απάνω σε αιωρούμενες πιθανότητες
τυχάλωτος και εύθρυπος ανάμεσα στους συνωμότες
τόπος που ευωδιάζουν αγιοκλήματα
στομαχικές θεωρίες και νεύρωση της άτεκνης διαλεκτικής
εσένα όμως παλίρροια του έρωτα
(σπαραχτικό κειμήλιο η επείγουσα συνουσία)
την άσκοπη ομορφιά σου αρωματίζοντας με όνειρα
σε ψάλλω σε δοξάζω σε τραγούδησα
στα γενετήσια σχήματα στους αρχάριους
οίστρους της ατέρμονης μαβιάς γυναίκας που ίδρυσε
στην πεμπτουσία τα μάτια μου στην οργιώδη της βλάστηση.
Τόπος της θύελλας η Ιστορία
την ώρα που φιλώ τα χείλη σου με γιασεμιά μπερδεμένα
πέρα απ’ τις ρωγμές και πέρα
απ’ τα συνθήματα με τ’ όνομα εξουσία
φτερουγίζοντας ωσάν ορειχάλκινος πετεινός
απάνω στην κατάλευκη ράχη σου το θεσπέσιο
μάρμαρο του σπασμού σου από τριαντάφυλλα
χύνοντας ηλιαχτίδες στο δωμάτιο
πράξεις οπτασίας οι πανάρχαιες φλόγες του σώματος.

ΦΕΓΓΑΡΟΣΚΟΝΗ ΦΕΡΜΕΝΗ ΑΠ' ΤΗΝ ΚΑΛΚΟΥΤΑ
της Μαίρης
Η όσφρηση προς το Μάιο τα δοξάρια φυλλοβόλα
ο χρόνος είναι: ήτανε –
ο χρόνος (ας τον ανατιμήσουμε) ειν’ ωσάν ησυχαστής
από ψυχρότητα λαύρος μαστιγωτικός
η ελπίδα τερματίστηκε.
Κλαψουρίζει το σύντομο εκείνο νήπιο τηλεγράφημα
οξύχολα εκμαγεία η απονέκρωση πιάνο για τέσσερα χέρια
τα θηλυκά λογοπαίγνια της μυστικής θεολογίας ενίοτε
τριαδική παράλυση μα όχι τρυφή γνωσιολογική
πικραινόμαστε συνεχώς ανάβοντας
μαύρα αβγά βραχμανικά
μνησικακία σου η Άνοιξη βρε μπαγάσα Κρίσνα περιπαίχτη
με τρομερούς αλαλαγμούς στα θλιβερά
ξεβλάσταρα του Γαλαξία
πάλι τα ρούχα μου σήμερα στο καθαριστήριο
πάλι σιδέρωμα για λανθασμένο αύριο
δεν είμαστε στα καλά μας να υπάρχουμε έτσι ανελέητα
κοψίδια της θάλασσας τα κύματα
ο ήλιος θριαμβεύει
ο νους τον ταριχεύει
ο δυόσμος με το ευώδιασμα παλεύει.
Βόσκω τ’ ανήμερα της διάνοιας μεγάλες εκατοντάδες
ακούρευτες και κατακόκκινες (ελέχθη)
πριν ακόμη να φέξει
στο ξεψύχισμα του όρθρου
χέρια και πόδια η ρητορική του Ιουγούρθα
ηρεμούν εκεί κάτω στο θάνατο
μουχλιάζει το ακουστικό αναβλύζοντας
ο Άγιος Μόναξ αφορεσμένος
με χτένισμα επιληπτικό ακονίζοντας
των κρίνων τα ξεσπαθώματα.
Συμέων ο κανίβαλος του φωτός ο μελανιάρης
ετοιμόρροπος από τρεχάτα ουρανισκόφωνα
γυαλιστερά στην έρημο τραπουλόχαρτα – Είθε.

ΛΑΦΥΡΑΓΩΓΙΑ
Οτιδήποτε αναιρεί τη θέληση θέλοντας
ανήκει στην τυραννία.
Οικειώθηκα την απελπισία μου επί αιώνες
εγώ ο τολμητίας του ανυπόστατου
την οικουμένη του ήλιου την περιγέλασα
(και δικαίως)
καθώς επιτέλους εισχώρησα στον έρωτα του τίγρη
στα ορύγματα της ηρωίδας Αφασίας
αποσπόρι του απείρου με ιώβειες διαστάσεις
θηρεύω τιποτένιος
ανιχνεύω διάτορος.
Μια σύνθεση για άρπα του Ερρίκου του Όγδοου.
Τι μένει από όλα αυτά;
Μερικά βλακώδη κόκαλα.









Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ-ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ
ΘΑΛΑΣΣΑ: Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος
μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είν’ ο βαρυστέναχτος ωκεανός...
Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας
του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη
που νυχτερεύει σ’ ακατέργαστον έρωτα διδάσκοντας
ερημία στην ένταστρη γλαφυρότητα της καμπύλης
κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια
με την ψηλόφλογη κι απορομοίαστη άλγεβρα
τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα –
ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει
το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων
εκείνος οπού ποτέ του δεν την έμαθε
την αθάμπωτη ψωταψία της ακατάκριτης τίγρης
κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη
βρομίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα
τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.

Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα τα βάραθρα
τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα
στη μονοκόμματη σιγή στ’ αξήλωτα τα βάθια...
Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας
τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει
μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή
στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας
έστω και ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο
στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη
στου γέρο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο
μη στέργοντας το ίδιο το στασίδι –
μακρόσυρτο και άναυδο μυστήριο
που ρέπει μ’ άφαντους χορούς απ’ αναρίθμητα
τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια
στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.

Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μέσ’ στη θάλασσα
την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη
τα ερεβώδη γεγονότα δίχως
του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή
το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη.
Βλέπεις τη μανα τρικυμία σαν αρχόντισσα
να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της
τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο
τον αναμάρτητο με τ’ άστρα.

Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή
σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα
κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγίδα
να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν
ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως
ο μέγας υετός απ’ του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,
το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει
ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα
χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας
προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης
και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει
γιατί είν’ αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα
την έχει στη δική του τυραννίδα
την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο
με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ώς το θάνατο
τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη
κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα
κι αν είν’ το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι
καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα
στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα
κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα
πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια
σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει
του ποιήματος ο ήχος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: