Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..



LAHOUT
Αναδεύουμε κατάλοιπα της μυθιστορίας
ποίμνιο από φυσαλίδες τα νοήματά μας
κι ο ποιμένας
κανένας.
Ενορία μου δε σ’ έχω πια στην καρδιά μου.
Συνέχεια αιμορραγεί το Άπειρο κριθαρένιο
κ’ η ποίηση όλο κι όλο
η σφιχτή εξάρτυση της απέραντης υγείας μου.
Χαραχτήκαν ένα-ένα τώρα στου πόνου μου το κρατίδιο
τα βαρβαρικά μου δάκρυα.
Η ώρα είναι ένατη κι αχνοτρέμει η αδειοσύνη
μεροκαματιάρηδες οι άνεμοι αλφαδιάζουν ορίζοντες
εδάφια με κρέας απ’ το ευαγγέλιο η οσμή τους
καθαγιάζει πάντοτε
τις αναφαίρετες γιορτάδες
κ’ η αγωνία μου παγκοσμίου φήμης παγιδεύοντας
τα ξυπνητά μου ονειρώδη
νωθρότητα με δίχως ναργιλέδες.
Το μπόλι της αγάπης δεν το δέχτηκε ο κόσμος
υστέρημα η Άνοιξη
ανύπαρχτο πουγγί
μπλόφα χοντρή η Άνοιξη το θαλασσί
εγγύηση χωρίς εγγυητή.
Καλά βρε αδερφέ μην κάνεις έτσι, δε μας βλέπεις;
Επισκευάζουμε τώρα την κοσμοθεωρία.

Η ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Δαγκωματιές τα κύματα μαινόμενα της απριλιάτικης θάλασσας
απάνω στα αγριάνθρωπα βράχια.
Δίχως ενήλικα μιλήματα μαθαίνουμε καλύτερα την αλήθεια
λογχίζοντας τον τρόμο της ζωής μ’ ένα άγραφο βλέμμα
πεισματάρα μαυρίλα στη θλίψη μου πιασμένη
στο δόκανο του ενδόμυχου
δεν έβγαλε ποτέ του δόντια ο καιρός μα είναι αμετάπειστος
ξυλοκοπώντας ο μεγάλος μαστρωπός την ατίθασην αιωνιότητα
/λέξη να σου πετύχει.../.
Ζαλώθηκα τους χωρισμούς κι αναπνέω λυπηρά συμπεράσματα
μην τυραννιέσαι σκισ’ το γρήγορα το εξώφυλλο της ειμαρμένης
μαράθηκα λέει μόνη της η νύχτα δείχνοντας με το δάχτυλο
τ’ αστέρι της πρησμένο, τον ωτακουστή,
και μόνη της η μαύρη ξεχειλίζει από χρησμούς υδραργύρου
δεν είναι όπως τη λένε φόνισσα είναι μονάχα η φιλαρέσκεια του απείρου
θηράματα βοερής απουσίας τα πράγματα τσέπες από τίποτα
γκέμια γερά του Φαέθωνα οι αόρατες κλωστές των σωματιδίων
ένα τέτοιο πλήγιασμα στην υπεξαίρεση του πειράματος
η αιμόφυρτη σφαδάζει επιδερμίδα /βάραθρα που ανοίγουν
έρημα οι νηφάλιες κι αδίκαστες μαχαιριές.../
το μαθηματικό μας μονόπρακτο. Κι όμως
εγώ χαιρόμουνα την αναστάτωση κλονίζοντας την κοπριά της αγωνίας
που θέλει κάποτε να ευνουχίσει την άρνηση για να μην επανέλθει
/κανένας τίποτα δεν καταβροχθίζει, ματαιοπονία/.
Ο κύκλος είναι λυτρωτής εξολοθρεύει την κακούργα αιτιότητα
ο κύκλος
τριχιά στο λαιμούδι του φιλόσοφου δυόσμος στα ρουθούνια του φωτισμένου
διανύοντας υποδιαιρέσεις πικραινόμουνα δεκάδες απογεύματα
δεκάδες γοερά τηλεφωνήματα οι αναρίθμητες γόπες απ’ τα τσιγάρα
στους επαιρόμενους καταρράχτες τα στομφώδη νερά της γεωγραφίας
καθημαγμένη κι ανώνυμη μέλισσα στα χώματα...
Ο φριχτός εφιάλτης θεραπεύει τις οκάδες.
Εωσφόρος και Έσπερος τα ενώτια του Ερέβους-,
χαλάρωση, χαλάρωση.

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΚΑΠΩΣ ΑΡΠΑΧΤΙΚΑ
Θα προκαλέσουμε συγκινήσεις ή θα συνθέσουμε λογισμούς; Αδιάφορο. Βρισκόμαστε πάντα στην αντίφαση: την ακρόπολη της λογικής. Πρέπει να χαιρόμαστε στο ανοιξιάτικο ύψος της Μεγάλης Τετάρτης τη γλυκειά μελανότητα. Να λοιπόν ένα συμμέτοχο σκουλήκι. Προέλευση και απόληξη-: δυο πελώριες ηλιθιότητες. Τι να προσθέσουμε την ώρα τούτη στο συγκεκριμένο σκουλήκι; Να προσθέσουμε άραγε το θάνατό του; Τι ναν τον κάνει; Ναν το ξέρεις άλλωστε-: χειρότερους απ’ όλους τους δρόμους το αυτοσυναίσθημα. Στου στήθους θα ’λεγα την απανωσιά, στου νου τη βαρβάτη σοροκάδα. Μικρή πατουλιά – μεγάλος λαγός, η φεύγουσα αλήθεια. Ταμείο της φωνασκίας ο άνεμος, τους ποιητάδες νοσηλεύει. Χάνομαι στα πορτοκαλιά ματογυάλια. Κάτσε στ’ αβγά σου κι ασ’ τονε στην τρέλα του τον κάθε μουχλιασμένο επαναστάτη-, να επωάζει του μέλλοντος τη διαφάνεια σαν πάπια με γαμήλιο πτέρωμα. Για πάρε λιγάκι το μονοπάτι. Σα ν’ ακούω κάτι βήματα. Να ’ναι κάποιος; Όχι, δεν είναι ξυλοκόπος, είν’ ο Διάπυρος, αυτός που λευκαίνει το αίμα του στα νερένια προσκυνητάρια: τα ρυάκια, θυμούμενος αδιάκοπα τις απότοκες ομορφάδες απάνω σε ένα μεταξωτό δευτερόλεπτο. Βλαστική εξουσία του πλήθους και ίσως η πράσινη του Φεδερίκο νύχτα, οπού την έχει ασβεστώσει το θνησιμαίο φεγγάρι. Για να τηράξουμε λοιπόν εμείς οι ενεοί την άλγεβρα της τρυφερότητας με άλλα μάτια... Να διακηρύξουμε τα ορατά δικαιώματα της νυχτοσύνης αντίκρυ στην οντολογική της ημέρας επισημότητα. Για να ιδούμε, πούθε κλάνει η κότα; Να φανερώσουμε άχραντοι πώς νιώθουμε την υπόσταση να στεγάζεται κάτω απ’ τα ομοιοκατάληκτα βλέφαρα... Μα όμως εσένα ποιο είναι τώρα το ποσοστό σου στο μυστήριο; Μήπως εκείνο το κίτρινο φελονάκι της φιλέρημης κι αθρόας γαζίας; Το αρνί που φεύγει απ’ το μπουλούκι-: ή του λύκου ή του μαχαιριού. Δεν έχει άλλη διαζευκτικότητα. Κι αποπάνω σεληνόφωτο καταυγάζει τυχαίως αλογίσια μεγάλα κόκαλα. Δίπλα τους ακατάδεχτος θάμνος. Αυτά τα κόκαλα ωσάν απόρρητα δώρα στην Περσεφόνη. Κι αποθυμήθηκα να ’ναι ακανόνιστο στην έκταση το χώμα. Η ορφική κατάρτιση του σκούληκα δίχως τη σκέψη κι ο θαυμαστής της ολότητας, ο αγέρας, την ώρα τούτη βοριάς μαχαιροβγάλτης. Ένα καλοσαπουνισμένο, ευγενικό εγώ, είν’ εκείνο που θα ’λεγα-: το πιο βρόμικο πράμα.

ΛΥΧΝΑΡΑΚΙ ΣΤΟ ΑΠΕΡΙΝΟΗΤΟ
Να μην τα ’βλεπα τούτα τα αιματωμένα κι ασάλευτα κυνήγια
η γκόμενα του έαρος Αρτέμιδα δεν κάνει σαββατιάτικη πολιτική
καταλάμπει φιλήδονα τα ψεύτικα φλουριά της αντηλιάς μου
τα ανταλλάζει με γλυκειά φθαρτότητα μεσημεράκι
καθώς ο χρόνος είναι μάρτυρας πως έσεται η μαύρη νύχτα
οπού φιμώθηκε από Εφτά Μελλούμενα της λάμψεως ο τρίποδας
του βύσσινου Φωτός ο ανθηρότατος γυιόκας
το στόμα του πια δεν ξανανοίγει στις αγέλαστες Φαιδρυάδες.
Μαλαματένια όσφρηση του λάγνου φεγγαριού
στους γιασεμόκηπους
καλώς ορίσατε όλοι σας απόψε στην κατακόκκινη αμηχανία.
Εγώ ετοιμάζω σιγά-σιγά τα τελευταία μου αστραπόβροντα.
Σαν βγεις στον πηγαιμό για το ρυάκι
να μην εύχεσαι τίποτα
μονάχα το νεράκι να ξαναδοξάζεις.

ΤΑΥΤΟΦΩΝΙΑ
Χρείες του κόσμου χρείες της ζωής τα κελαηδήματα.
Κυνηγόσκυλο είν’ ο ήλιος ή μακελειό από υδρογόνο;
Τρίτος στίχος δεν υπάρχει.

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Ήδη αυτή η γενική μού κάθεται στο στομάχι.
(Πώς να τη χτίσω τώρα την αρχή και τη συνέχεια –
εκείνο το υποχθόνιο κίτρινο
και του άγαμου έαρος η μαβιά τυραννίδα
θηλάζοντας απ’ την άρρωστη καθημερινότητα
στριφογυρίζει ώρα στο κεφάλι μου η λέξη ανθοσύνη...)
Επιτέλους: το ράδιο έτριζε ωσάν
τα ξύλα οπού καίγονται στο τζάκι.
Βαθμός αγέλης το άριστα (μα η αγκάλη-λάμψη;
τι γίνεται τώρα με τη λάμψη...).
Βρώσις και πόσις η παντέρημη διαύγεια
κι ο όσιος νους αποτίοντας
αυτό που ονομάζουμε χαρόντισσα ή άλλως ποίηση
ακόμη κι ο πιο πήλινος Ευριπίδης
είναι μια άγουρη φωτιά στο στόμα.
(Ωραίος εδώ πέρα θα ερχότανε
με οχταράκια Λειψίας ο Επίχαρμος,
εκείν’ η ολομόναχη βρυσούλα
η φρασούλα όπου βασιλεύει το φωνήεντο
εκείνος ο πεσμένος σπόνδυλος από λέξεις...)
Αλήθεια, μάνα μ’, ό,τι και να ειπείς ό,τι και ναν το κράξεις
οι λέξεις είν’ απλώς ανεμομάσημα
οι λέξεις είναι λάγνες κουταμάρες.
Φυλλώματα ορατά και διάτορα (μην τα συνεχίζεις).
Φαίνεται το χωράφι το απότιστο
φαίνεται και το ποτισμένο.
Άειντε ωρέ παλιοζωή εσύ τσαλακωμένη βρομοτράπουλα
οπού μας έμαθες του λαθεμένου το μεγαλείο:
πως είν’ ετούτο το σωστό απ’ την ανάποδη-
σε τούτηνε τη θεονήστικη Πληρότητα
υπάρχοντας το Μέγα Χαλάλι.
Κι όπως αρώτησα. τι είν’ αυτό το ξεροτρόχαλο;
- Ο κόσμος,
μ’ αποκρίθηκε η νεάνιδα Περσεφόνη.
Μια φλόγα κουρευάμενη με των ομματιώνε
το αέναο ψαλίδι.
Μια φλόγα μεγαλόχαρη και πικροπαινεμένη
πο ’χει ανταρίτσα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα –
το λένε στο κρασάκι τους οι έρμοι ελληνάδες
όπ’ έχουν φως για σάβανο οι πολυβασανάδες.
Κι όποιος λαλεί την ερημιά στις μέρες μας απόδιαβος
κι ο θάνατος ολημερίς των σκοταδιών εργάτης
(ε, άντε στο διάολο, το ’χεις πια παραχέσει...).
Διεκδικώ τα γερατειά μου. δεν το κατορθώνω.
Κι ο ασπρογάλαζος αϊτός στα σύρματα επιάστη.
για ιδές πως κουρελιάστηκε
(εικόνα μέσ’ στο σούρουπο της θλίψεως-:
ο σπαραγμός ανυπεράσπιστος
κι ο πόνος που βραδυάζει προ του Διαστήματος)...
Εβγάτε όξω, ρε μανάρια, απ’ τις λέξεις
εβγάτε όξω δίχως πουκάμισα
στους μεγάλους αγώνες της ορατότητας.

AB OVO
Τα θέσμια του αγαθού και της κακίας
μεράδια της υπακοής μας
στην άπαιχτη λογική που γενικά βασιλεύει
κατάφωρα περιπλέκει το στομάχι μας.
Τι ρητορεία για το φως
τι φλυαρία για τη νύχτα...
Πληγιάσματα οπού μερμηγκιάζει η χημεία
τραγουδώντας με πύον.
/Εμπεριέχοντας την άφιλη γλωσσολογία/.
Καταλύομαι ώριμος από καθοσίωση λύπης
κι ακόμη πράττω την όμορφη δυστυχία μου.
Στα βιολογικά προάστια του τρόμου
παράδειγμα η απερπάτητη ματιά
χιλιάδες χαρακώματα-χειρονομίες
τη ζωή μου προασπίζω ενάντια στη νίκη
- δεν είναι παράξενο;
Τα νεροπούλια ξαφνικά φτεροκόπησαν
απ’ το νερένιο μυαλό μου.
Θα ’θελα να κατουρήσω επαρκώς την ευτυχία σας.

Ο ΓΥΜΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ ΑΝΑΜΙΧΤΟΣ ΜΕ ΑΝΟΙΞΗ
Κάθε λουλούδι με τρομάζει καταστρέφοντας
το φως της λευτεριάς μου στα χώματα.
Ορώμενος από ηρεμία ο υάκινθος τι δέχεται;
την απαλότητα του κενού την κοινότητα
ή
το υλικό του προσωπείο στις ατμίδες;
Η μεγάλη μας τριανταφυλλιά στον αγριόκηπο
διηγείται τίποτα για τ’ άνθια όλων των εποχών;
Εγώ κρατώ την περιέργεια να μάθω οτιδήποτε.
Τι γυρεύεις μωρ’ ομορφούλα μου εσύ
μαργαρίτα σε τούτο το παλιοχώραφο;
Καλογερεύεις ή παντρεύεσαι στη μουσική σου;
Δεν ξέρω τιτιβίσματα κι αφήνω τη γενειάδα μου
στα γόνατα να κατηφορίζει.
Δαίμονες την απόδοση
ονομάζουν ανατολή σου
δένοντας τους συνδυασμούς με πλατίνη
κατασκευάζοντας έριδες την ανάπαυση του Σίβα.
Τύχη κι αυτή να κελαηδήσουμε...

Δεν υπάρχουν σχόλια: