Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΜΥΚΗΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ
Τι περισσότερο πλαταίνει την πράξη απ’ την αθωότητα...
Ίδε ο δεσμώτης διάφανος με τ’ αστέρια
εξουσιάζοντας τον άλιωτο πόνο στ’ όνομά του
φίλος του φωτός ή Προμηθέας οιωνίζει το φόβο μας
ύστερα χιλιάδες μάσκες αλλ’ εγώ
θα μείνω σε μια θύρα σαν κέλυφος οπού η δόξα το σπάζει
ο Αγαμέμνων
αγγιγμένος από τριανταφυλλένια νύχτα ηγεμόνας
είναι οι ριπές των ματιών του μεταξωτή λάμψη
και η Κασσάνδρα
κορακάτη με κόκκινα βαθιά σημάδια στο λαιμό
θυγατέρα βασιλέως ψυχοπαθής απ’ τη μεγάλη υγεία.
Το μοναρχικόν άρμα έχει σταματήσει και των ανακτόρων η πύλη
ανοιχτή με την Κλυταιμνήστρα στολισμένη
ελαφρά ποδήματα ρούχα γεμάτα έρωτα και μύρα θανάτου
στα χέρια της ο πορφυρός πέπλος –
όμως
ήλιος δεν περιμένει την ανάσα του νικητή Αγαμέμνονα
δέντρα η βλάστηση όλα σε μαύρο πετεινό
τ’ αστέρια οι πράξεις
ο στρεφόμενος καιρός
καθώς ανοίγει τους θαλάμους των εποχών κατάφυτους
και λάμπουν τις όμορφες νύχτες τ’ ασπρόρουχα της σελήνης
όλα σε μαύρο πετεινό.
Άφωνος με την καταγωγή των τάφων
ό,τι μέλλεται πώς να εμποδίσεις αντίκρυ στα πουλιά...
Ένας ο δρόμος και οδηγεί προς το αίμα.

ΤΟ ΛΙΟΔΕΝΤΡΟ
Τι αίμα στους Λαβδακίδες
κι απ’ το σκοτάδι των ματιών
σ’ άλλο σκοτάδι πέφτει ο κουρελής Οιδίπους
έρημος με τους θεούς
παθαίνοντας τις πράξεις του.
Μοιάζει στο φως ο πιο αθώος
ανεβαίνει στα τάρταρα (κ’ είν’ τούτο φρικτό μυστήριο)
μ’ ανάερο κεφάλι σαν χαρταετός ανεβαίνει
δεν είχε άλλη ομορφιά εκτός απ’ την αγάπη.
Ο χρόνος πλήθυνε στα μολεμένα σωθικά
είμαι γεμάτος μαύρες ημέρες,
ο γέρος τραγουδούσε,
κι ακούγονταν χιλιάδες αηδόνια στη συμφορά του
καθώς ο αττικός ήλιος έπλεε πάνω στην αιθρία
σαν θαλάσσιο ξύλο και ψυχοπομπός.
Ω τα ελαφρά χέρια των Νυμφών οπού θλίβονται
τρυφερά φυτρωμένα στ’ αερικά σώματά τους
πώς βαραίνουν
τη βοήθεια μη μπορώντας σ’ εκείνο τον άμοιρο!
Μέσα στη δίψα είναι όλο το νερό,
τραγουδούσε ο Οιδίπους,
ένα κορμί που έκλεισε το ρεύμα των ιλίγγων
αγγιγμένος με θείαν αφή
της Ειμαρμένης όλβιος.
Γιατί ποτέ δε θά βρει άνθρωπος
τις βουλές του θεού ταιριασμένες έτσι μέσ’ στο αίμα
χυμένες απ’ τα αιθερικά βασίλεια
τη μεγάλη καρδιά όπως γύρεψαν και την πλημμυρίζουν.
Ελεύθερος αντικρίζει πάντα τη Θήβα
και σωπαίνει
ο θάνατος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: