Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΣΤΑ ΓΑΡΙΦΑΛΑ
Ήχος με πάει σαν ιερά οδός εκεί που λάμπει το σκουλήκι
κ’ επταετής προσεύχομαι στη μοναξιά των άστρων
εκεί φωνάζω τ’ όχι του θανάτου τ’ όχι της χαράς
ο ακατοίκητος.

ΣΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Πείνασα τ’ όνειρο σα σκύλος
ένα κόκαλο μέσ’ στο γαλάζιο καύμα του θέρους.
Αλλ’ υπάρχει πάντα νερό τρεχούμενη η έλπιση
ω μουσική που μοιάζεις με πτηνό από ήχους
είσαι πυρά και χορεύει αξόδευτη η μαινάδα.

ΣΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ
Πώς η αγάπη με κερνά περιστέρια
πώς η αγάπη με κερνά το αγίασμα
πώς η αγάπη με κερνά λευκότητα των άστρων.

ΣΤΟΥΣ ΜΕΝΕΞΕΔΕΣ
Α η τύχη να υπάρχουμε πόσο ταιριάζει στο ηλιοβασίλεμα
στυλίτες άνεμοι και πιο πάνω το κουκούλι της συμφοράς
είναι μακριά από το σπίτι μας
από φως αστέρων είναι χτισμένο
μακριά στο χελιδόνισμα της καμπάνας
οι καρποί του σώματος ώριμοι να πέσουν
εκεί που τυφλώνει ο φώσφορος του έαρος
όπως ο νους αγγίζει το ποθούμενον.

ΣΤ’ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑΤΑ
Τώρα πνεύμα βαθύ και πάλι φανερώσου
και τον αθώον υετό διώξε απ’ το γεράκι
για να πετά πιο βέβαιο στην πλησμονή του ήλιου
τώρα Καιόμενε δείξε στο γαλάζιο χέρι
και με δύναμη βγάλε τη συννεφιά
να σκοτεινιάσει πάλι η μοίρα μας.
Θα πάρω τον πόνο θα τραγουδήσω το μαύρο μου στήθος
είμαι πικρός ανήφορος και νους μελαγχολίας.

ΣΤΟΥΣ ΔΥΟΣΜΟΥΣ
Ω καλοκαίρι που ευωδιάζεις από ηλιοβασιλέματα
να ο θνητός
έχει δυο φλόγες και το ρολόγι των εποχών άδειο
με σιδερένια στους ήχους απραξίαν όπως
εγώ κοιτάζω τις φλόγες
η μια στον ουρανό το φως θ’ αναμετρήσει με τον τάφο
και τις ρίζες του σώματος ανάβει πάντα η άλλη.

ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑΣ
Ακούω τις γυναίκες των αγρών ακούω τον τόπο
ένα γαλάζιο φυλαχτό μέσ’ απ’ τα φτηνά φουστάνια
και τραγουδούν έχοντας όνειρα δύσκολα
σα μάζες από λιθάρι αλατόμητο πέρα στον ήλιο –
Ελλάδα χορευτικό στροβίλισμα της γεωγραφίας
αιματοχυσία και πνεύμα στους ελαιώνες.


ΣΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟ ΜΠΑΧ
(όπως λάμπει με όλη την οικογένεια του)
Ένα ποτάμι τραγουδά τη νύχτα με τ’ αστέρια
περνώντας απ’ τα στήθη
για ν’ αστράφτει ο θνητός αίφνης ωσάν άσπρος
ανήφορος που δεν τρομάζει τα πουλιά στην ουράνια φύση.
Κ’ ένα ποτάμι σκοτεινό σαν απριλιάτικη ρομφαία
σχίζει για πάντα την καρδιά μου
σε βυσσινιές ανάμεσα σε πορτοκαλιώνες
και τώρα να χαρίσω τα ποτάμια ήρθε η ώρα.

Λευκός εκεί που φίλησα φρέσκα φύλλα
της αόρατης λεμονιάς ο άγγελος φρέσκα φύλλα
έχει ανοίξει τα φτερά και ταξιδεύει σε μαύρους υετούς
και πάλι βγαίνει στον ήλιο
κια τεφρώνεται με κλειστά φτερά στην Κοιτίδα.

Δεν έχει εποχή δεν έχει εποχή
κι απ’ τον ύπνο παρθένας
ιερέας έλληνας ανεβαίνει σε ψαλμούς
αλλάζοντας μ’ άσπρες λαμπάδες τ’ αστέρια
και με το δισκοπότηρο αλλάζει τη σελήνη.

Πόση και πόση νύχτα
σα γιορτασμένη παλλακή από χρωματιστό μεσημέρι
και χτίζει παλάτια ο δαιδαλώδης ύπνος των νηπίων
άφαντο πηγάδι γεμάτο φως
κ’ η δεντρογαλιά στη χλωρή της οπτασίωση.
Ψηλά δεσμώτης ο ήλιος
απάνω απ’ τις βίες και τα κράτη
πολλαπλασιασμένος Ιησούς ο πύρινος και σφαγή.
Με τα μαγιάτικα χιλιάδες άστρα
πάει ψηλά κ’ η φρυγανώδης προσευχή τ’ ανθρώπου
με της Ανοίξεως το μέθυσμα σαλεύει ο πανταχού νεκρός
από μεγάλες λάμψεις ενωμένος χόρτο με χόρτο
σπόρο με σπόρο
χώμα χαρμόσυνο με χώμα
χαρμόσυνο πάλι.
Χρυσός υψοκράτης κι ο νους έγινε σάλπιγγα
τα σπλάχνα τα κατοίκησε αυλός
για ν’ ακούω ταραγμένος όσο το στήθος έχει την πνοή
και θα φουσκώνει πάντα η θάλασσα του στέρνου.

Με σίδερο που καίει θ’ αναστήσω τις πληγές
ώστε να πέσει το νεκρό κι αμοίραστο πουλί στην ελπίδα μου.
Χαίρε των ήχων ο Υπερίονας
και πάλι χαίρε των ήχων ο Υπερέλληνας
αφού πέρ’ απ’ τους ήχους
τα ουράνια σφίγγουν έρημα τη μουσική τους
χαίρε των άστρων ο που είδε την ορθόπλωρη λάμψη
σ’ ωκεανούς αναστραμμένους από τυφώνες αγάπης
χαίρε ο ναυπηγός της χαράς το σκάφος και ο ναυτίλος
χαίρε συ περισκόπιον όταν οι θνητοί βλέπουμε
την εκστατική μεγάλη επιφάνεια.

Μαύρα τα έλατα και τρίζουν οι οξυές απ’ το πολύ φεγγάρι
μονάχος ανεβαίνεις το βουνό και καρτεράς αλλόφρων αίμα
να ξεπηδήσει μέσ’ στη νύχτα η φωτιά του νου.
Χαίρε ψυχρέ Γαλαξία
η παραδείσια σκόνη στα πρόσωπα
χαίρε ουρανοδρόμε και χαίρε ορθόδοξε
γιατί έχεις τη θλίψη σα Βρυέννιος
έχεις τον άνωθεν έρωτα σα Μάρκος Ευγενικός
έχεις το τρίχινο ράσο του Νικηφόρου Φωκά τη γλώσσα του Χρυσοστόμου
τ’ άυλα που είδεν Ισαάκ ο Σύρος
κείνο το μαύρο έλατο σε φοβερόν αγέρα
που ρήμαξε με σπιθίσματα χιλιάδες το σκοτάδι.

Στους θνητούς καιρούς η φωνή στη λαλιά
κι ο υγρός ουρανίσκος αντηχεί την ουσία
τ’ άλογο της ελπίδας βγαίνει στα λιβάδια των ευτυχιών
και σαν άνθος είναι από σώμα.

Νικήθηκε, νικήθηκε τούτος ο χειμώνας
και το στήθος ολοένα στήνει ελευθερίες.
Βόρειος αετός αστράφτει στο γαλάζιον ήλιο
βόρειος με φωτοστέφανο στο στήθος.

Στην Αττική του έαρος ο Ιησούς πεθαίνει
πόση χαρά πόση χαρά
των Μαριών τα μύρα κ’ οι πληγές ολόφωτες
πόση χαρά πόση χαρά.

Μαύρο πουλάκι διάβαινε στο καθαρό αγέρι
δρόμο δεν άρχισε ποτέ και δρόμο εμπρός δεν είχε
τη λύπη μόνο άνοιξε με τα μικρά φτερά του
και γέμισε ο ουρανός μελάνι
κ’ η νύχτα λέει της ξαστεριάς. δεν έχω αστέρια απόψε.

2 σχόλια:

Μίνα Παπανικολάου είπε...

"..Νικήθηκε, νικήθηκε τούτος ο χειμώνας
και το στήθος ολοένα στήνει ελευθερίες.
Βόρειος αετός αστράφτει στο γαλάζιον ήλιο
βόρειος με φωτοστέφανο στο στήθος.."




Πόσο σ΄ευχαριστώ για την ανθολογία αυτή!

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ είπε...

Μίνα
είναι μια παράθεση αφιερωμένη σε σένα γιατί ξέρω ότι σου αρέσει..