Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Έχασα τα νιάτα μου στα μπουρδέλα

Έχασα τα νιάτα μου στα μπουρδέλα
αλλά δεν σ' έχω χάσει
ούτε μια στιγμή, κτήνος μου,
μηχανή ηδονής, φτωχή μου μνηστή
ξεθεωμένη στο χορό.

Ξάπλωνα μαζί σου,
δάγκωνα τις θηλές σου μανιασμένα,
πνιγόμουν στο άρωμά σου κάθε νύχτα,
και την αυγή σε κοιτούσα
κοιμισμένη στην παλίρροια της κλίνης
ασυγκίνητη σαν βράχος στην τρικυμία.

Περνούσαμε από σένα σαν κύματα
όλοι όσοι σ' αγαπούσαμε. Κοιμόμασταν
με το ιερό κορμί σου.
Φεύγαμε από σένα αναγεννημένοι
από ηδονή, στον κόσμο.

Έχασα τα νιάτα μου στα μπουρδέλα,
αλλά θα έδινα την ψυχή μου
να σε φιλήσω στο φως των καθρεφτών
σ' εκείνο το σαλόνι,τον τάφο της σάρκας,
του τσιγάρου και του κρασιού.

Εκεί, πιο όμορφη ανάμεσα σ' όλες,
βασίλευες για μένα πάνω στα σύννεφα
της μιζέριας.

Σε χειμάρρους τα μάτια σου εκτόξευαν
ακτίνες πράσινες και γαλάζιες. Σε χειμάρρους
η καρδιά σου έβγαινε ως τα χείλη σου,
χτυπούσε αργά στο κορμί σου,
στα υπέροχα πόδια σου
και έσταζε στο πηγάδι απ' το βαθύ στόμα σου.

Μετά την ταβέρνα
ψηλαφώντας τη σκάλα,
ρίχνοντας κατάρες στο φως της νέας ημέρας
ένας δαίμονας είκοσι χρόνων,
μπήκα στο σαλόνι εκείνο το μαύρο πρωί.

Και το αίμα μου πάγωσε βλέποντάς σε σιωπηλή,
περικυκλωμένη από τις άλλες
σιωπηλά τα όργανα και οι καρέκλες,
και το βελούδινο χαλί, και οι καθρέφτες
που αντέγραφαν μάταια την ομορφιά σου.

Ένας χορός από πόρνες στα γόνατα
σε κάλυπτε, ω υπέροχη
φλόγα της ηδονής μου, και μέχρι δέκα κεριά
τιμούσαν με το θρήνο τους τη θυσία,
κι εκεί όπου λικνιζόσουν
γυμνή για μένα, όλα ήταν μυρωδιά
θανάτου.

Ποτέ δεν μπόρεσα να ικανοποιηθώ έτσι με καμία
επειδή απογειωνόμουν, καταβροχθισμένος
από τον σκοτεινό πόθο του κορμιού σου
όταν σ' εύρισκα ξαπλωμένη ανάσκελα,
και μου αφηνόσουν κρύο στο καυτό,
και σ' έχασα, και δεν μπόρεσα
να γεννηθώ από σένα άλλη φορά, και δεν μπόρεσα πια
παρά ταπεινωμένος, τρομακτικά μόνος
να ψάχνω το μυαλό μου στον κόσμο.



Gonzalo Rojas Pizarro (Lebu, 20 de diciembre de 1917 – Santiago, 25 de abril de 2011) Χιλιανός αγαπημένος ποιητής και καθηγητής που ανήκει στην ποιητική «Γενιά του 1938».

Δεν υπάρχουν σχόλια: