Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




Η ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΗ ΦΑΣΗ ΣΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Σας φωνάζω σήμερα μέσα απ’ το θάνατο μισοξύπνητος
το εγώ σχηματίζει τους τρομερούς μου αποχαιρετισμούς
στην ουσία η μετακίνηση είναι αδύνατη. Μονομανία.
Η αλχημεία μου δε θά βρει επιστημονική διέξοδο
ισοβίτης είμαι στα πανοράματα χρωματιστά της σκοτοδίνης
καινός και πλήρης από λήθαργο βλακείας.
Μήπως είμαι κρίκος; εμφάνεια σερνάμενη στο αόρατο;
πλεμόνια δίχως κυψελίδες ή ίσως εγκόλπωση;
Χρειαζούμενα στην αιθρία τα ερωτηματικά διαλάμποντας
δαρβινικά γιαπωνέζικα ιρακινά αφρικάνικα
η αναλγησία μου κερδίζει έδαφος κι αυτό είναι θαυμάσιο
πρέπει να καταστρέφουμε
προπάντων τον εαυτό μας
έρμαιο και κατά διαστήματα εξανεμισμένο από Δέκα
ώσπου να γίνει μάνα-γη να γίνει χώμα.
Μήπως είμαι βαρόμετρο; δύσβατη περιοχή; καταστάλαγμα;
Είμαι απλώς ένας ακοινώνητος.

ΥΠΕΡΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΜΕΡΙΑΣ
Προωθούμε συνέχεια την ανέκδοτη πραγματικότητα
στο μεγάλο βαγόνι της Πεμπτουσίας.
Χαμένες οι ελπίδες ή λογαριασμός που ξαναγίνεται
στύση τα χαράματα;
Τη μουσική πια τη βαρέθηκα.
Φρίκη τα ελληνικά μου /ωσάν άχαφτα ωροσκόπια/
η γλώσσα δεν κατάληξε ποτέ στην αγάπη.
Να πάρω το ραβδί του ερημίτη να σηκώσω σπιθίζοντας
το πελέκι του αιμόφυρτου επαναστάτη;
Θα δούμε θα δούμε θα δούμε...
Καταδότης του μέλλοντος εντούτοις δεν πρόκειται να γίνω.
/Φράση και τούτη.../.
Στο χειρουργείο η πράσινη σιγή
τα νυστέρια κόβουν αθόρυβα ολωσδιόλου αθόρυβα
κρέατα καφετιά σαπισμένα στα αίματα.
Οφείλουμε την οπτασία οφείλουμε τη χαραυγή.
Τα κατάφερα να χτυπήσω καίρια την καλοσύνη.

ΚΙΘΑΡΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ
Τρυφερότητα ή όχι τα τόσο ανυπεράσπιστα οράματα της ανεξουσίαστης μήπω-τοπίας (ενδεχόμενα και ξάστερης ουτοπίας) που μοιάζουν με πληγωμένα χαράματα, διδάσκουν το βλέμμα, τινάζουν στον αέρα την πλήξη των τριών διαστάσεων εντοπίζοντας τη θέληση στο σύνολο που κομματιάζεται και συναρμολογιέται σαν ένα ποδήλατο, ελικόπτερο ή αεροπλάνο (θα εξαιρέσουμε μονάχα την απεγνωσμένη οπτασία του Μαξ Στίρνερ). Το γεγονός πως ανάφερα μηχανήματα τρεχούμενα δεν είναι τυχαίο. Η αναρχία τρέχει, δοξάζει την κίνηση, κατορθώνει την ακινησία του σύμπαντος που διαπιστώνεται με αρίφνητες κινήσεις. Πρόκειται για μαγική εικόνα. Η αναρχία θέλει να κάνει και το ανθρώπινο σύνολο μια τέτοια μαγική εικόνα. Η κυτταρική αντίληψη της ατομικότητας συνδυασμένη στ’ αδιάκοπα κινητικά της πεπρωμένα με ένα σώμα που κάθεται στην καρέκλα δίχως καθόλου να κινείται. Στύση αρμονίας του μερικού με το γενικό. Κάθαρση από κάθε αντιδικία του μέρους και του όλου. Θέωση (απ’ το ρήμα θέω) του φυσικού μέσα στον άνθρωπο.

ΟΙ ΑΤΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Κάποιες ώρες στοχάζομαι την αμφι-κατάσταση:
είν’ η ζωή κι ο θάνατος αστραφτερό συνάλλαγμα.
Χειρισμοί του συνθέτη-: εργαλεία της δόξας του Δία.
Η αποτυχία μου σ’ αυτό τον κόσμο κάτι μοιάζει
με του άσπιλου Σωκράτη την επιτυχία στο κώνειο.
/Παραλείπω τα πιότερα της πικρής αλαζονείας/.
Η Φυσική (τόειπα κι άλλοτε;) συρράπτει
τα λυπηρά της Στύγας αρπίσματα.
Διορθώνοντας κάθε τόσο.
Ρήματα καυχήσεως στο περίλαμπρο αλτάρι
που θυμιατίζουμε την Ανάλυση και τη Μέθοδο.
/Η αρχαιότητα ήτανε μονόφθαλμη
αυτό το νιώθετε τυχάρπαστοι;/
Δεν αναφέρθηκα, κυρία μου, στους επιστήμονες
τους αγράμματους εννοούσα ποιητάδες...
Φωνάζοντας-: εσαεί το υποκείμενο, ζήτω.
Τι είν’ αυτό που αισθανόμαστε;
Τι είν’ αυτό που ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης – δυάδα
φρίκης ή βεβαιότητας, το ίδιο κάνει
στον α-νόητο Ιησού διαμήνυσαν, κάτι που δεν υπάρχει,
και υπάρχει μη υπάρχοντας ωσάν γλώσσα;
Είν’ ένα είδος τού Είναι εκείνο το ρημάδι το μη-Είναι.
Ναν τα κάνουμε λοιπόν επιφωνήματα και τα δύο.
Στην υφήλιο-: γενέτειρα μορφών ερωτήματος
ναν τα κάνουμε ατράνταχτο βλέμμα εξουσίας.
Νέγρικη θα ’θελα τώρα μουσική στο γραμμόφωνο.

ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΗ-ΙΣΠΑΝΙΑΣ
Χορεύει ο θάνατος από λαγνεία πηγάζοντας
τα λαγήνια κομματιάζει της ακινησίας.
Εντούτοις η γεωμετρία
δεν είναι καθόλου χορευτική
κι ας δείχνει το Διάστημα
ωσάν ένα τρελό χοροδιδασκαλείο.

IMPRIMATUR
Έχω την έρευνα του ρυθμού
μέσα στη γυάλα του έαρος.
Τα πιο αρχαϊκά προβλήματα
διαστέλλονται στην εκπύρωση
καταστρέφουν ένα πνεύμα θανάσιμο
που ειπώθηκε λύση.
Κατσουφιάζει ο κοκαλιάρης φιλόσοφος.

ΑΠΟ ΛΙΓΑ ΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΚΙΑΘΙΤΗ
Το κύμα ρήγνυται ωρυώμενο στη βραχώδη κατάφαση του τοπίου.
Δεν πόνεσα τον όρθρο καταμέλανο δεν αιχμαλώτισα ποτέ
την υγεία μου
φεύγοντας από κάθε νεκρόκασα ιδιοκτησίας
δεν άφησα την ομορφιά της ύλης /από άποψη επιστήμης/
ναν τη ρουφήξει η φιλοκτημοσύνη.
Παλλόμενος από λεπτότατην εκπόρευση
στους ορμίσκους μιας υπόκωφης Παρουσίας
αισθάνομαι τη ζωή μου στο Μέγα Δωρεάν επάρατα παρατημένη
σε αρμυρά ωκεάνεια κέρδη
τορνεύοντας φέγγος αμάντευτο οπού συμπτίπτουν
εντελέχεια κι ακαριαία θρησκεία.
Νιώθω κατάθλιψη σ’ αυτή την επικίνδυνη
υπεραιμία του έαρος
που διεγείρουν οι κατέρυθρες παπαρούνες.
κρατιόμαστε στην καυκαλήθρα και στη μολοχάνθη.
Σαλιάρα αιωνιότητα λέξη ανιαρή λέξη αναίμαχτη –
το σπέρμα μου δεν το ’χω εγώ για φαντασιώσεις
καθώς τα μύρα κοροϊδεύουν εσένα την όσφρηση
σε ειδεχθείς Ανοίξεις που αυνανίζονται τ’ αστέρια.
Θα πεθάνω ανατινάζοντας με νιτρογλυκερίνη τη Δραστηριότητα
στα δάση σας θα εγκαταλείψω ένα πύρινο
όνομα να θρακιάζει
για να θυμόσαστε της άκαυτης φωτιάς την ισότητα
για να βρυχιέται θαυμάσια ο χείμαρρος της Απουσίας.

ΠΡΟΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΕΜΠΕΛΙΑ ΜΟΥ
Δέντρα γιατί ουρλιάζετε στη νύχτα της βαθειάς ανάπνιας;
Τάφοι γιατί δοθήκατε στην εύφορη σιγή που σας ανοιγοκλείνει;
Θα ’μενα λίγος δίχως τα φριχτά ρωτήματα στη νεφραμιά του μαύρου.
Δεν έχει δόξα η ζωή ψηλότερη από ’να κυπαρίσσι
πριαπικά σηκώνεται στους οίστρους του ηλίθιου αγέρα.
Λάθος κι αν είν’ ο θάνατος τον μηδενίζει άξαφνα η στύση.

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ Ή ΊΣΩΣ
Ρέπει στα νεύρα μου βαθιά η άσπιλη γαλαζοσύνη.
Δοκιμάζω πραγματικότητα.
Παν τα θηριά στις κοίτες τους τα ζούδια στον υπνάκο
πάει κρυφά κι ο κεραυνός να κοιμηθεί κ’ εκείνος.
Μονάχα η γλώσσα ορέγεται τη νύχτα ναν τη χάψει,
χόρτος φιλοδοξίας.
Αχ σιωπή παντοτινή τού είναι σπλαχνοσύνη...
Διώξαμε βοερά το ηλιοθάλασσο κι απλώσαμε
ωσάν χιράμι ξεδιπλώνοντας τα ερέβη.
Ποια είν’ εμένα η συχνότητά μου στο απόλυτο;
Σιγή όπου λευκάζει από φεγγαρίσιο γιασεμί.

ΣΤΗΝ ΥΛΗ ΕΙΣΧΩΡΗΣΑ ΟΥΡΛΙΑΖΟΝΤΑΣ
Δυο θάλασσες με κυνηγούν: η ζωή και ο θάνατος
δυο ρεύματα π’ ανάθεμά τα στην καρδιά μου...
Ψάχνω για νά βρω μέσ’ στο σκυλοπιωμένο κεφάλι μου
/δεύτερη κτητική αντωνυμία/
δε βρίσκω – νοημοσύνη. Δε μαρμάρωσα τίποτα.
Να παίξουμε τους άνεμους
να παίξουμε γλυκά τους κολασμένους.
Τι βρέφος ηδυνόμενο το ποίημα κι ο φουκαριάρης ο Ιησούς
μ’ ένα πορτοκαλένιο σωβρακάκι
κρεμιέται κάθε χρόνο στα έαρα.
Η τέχνη μας: η φριχτότερη του εγώ μεταμφίεση.

ΠΕΡΟΥΒΙΑΝΗ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ
Σήμερα θαν τα βγάλω πέρα στο χτίσιμο φράσεων, έστω δύσκολα κι αναπάντεχα για σκύλο; Χαλάσματα στην ξαστεριά λησμονημένα, χόρτος που ψιθυρίζει χαμηλά στ’ αλφαβητάρι του πράσινου. Δεν έχουμε τίποτα ν’ αποχτήσουμε απ’ τη δαμόκλεια θύμηση που λέει στ’ αφτί μας κάθε τόσο πως ο χρόνος είναι κιόλας βαθιά πολυκαιρισμένος, φεύγει, δραπετεύει ανελέητα ή το κοινότερο τρέχει – τα ρήματα τούτα κι άλλα ρήματα συναλλάζονται στην απόγνωση. – Θυμήθηκα, να πάλι στο προσκήνιο η άχρηστη μνημοσύνη, να λένε συνήθως οι άνθρωποι καταδικάζοντας το παράλυτο άπειρο πως θα ’πρεπε να οσφραινόμαστε την ύπαρξη με βάθρο τη γνώση (παραδρομή φωνήεντος: με βόθρο τη γνώση). Κατσούλα ειμαρμένη. Να κάνουμε θα ’λεγα κλωνί την υπόσταση, γιατί το ξέρουμε πως αλλιώτικα συνωστιζόμαστε στην αφτέρωτη νόηση που σέρνεται στα χώματα. Μας εμπαίζει, κύριοι, το ορατό δίπτυχο: φωτιά, μουσική των ομματιώνε-: σκοτεινιά. Το καλό ανήκει διαρκώς στην κακότητα κ’ η κακότητα πέφτει πάντα στην αγκαλιά της άχαρης καλοσύνης. Θρόισμα ω μεγάλη βαρβαρότητα του μη καταληπτού με πλημμυρίδα γιασεμιών ακομμάτιαστη… Ξανάρχομαι στο κακό (που προέχει) και στο καλό, προσθέτοντας: είν’ ένα αστραπιαίο σύνολο. Με τα χέρια-ζώο πιάνω ένα λιθάρι. Με τα χέρια-σκέψη κατασκευάζω μ’ αυτό ένα εργαλείο. Χερσίφρονες, τίποτ’ άλλο στη λάμψη που μας περιβάλλει νύχτα-μέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: