Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

ANNE SEXTON...









Ποια είναι αυτή που έχεις στην αγκαλιά σου;

Είναι αυτή στην οποία εναπόθεσα τα οστά μου
κι έχτισα ένα σπίτι που ήταν μόνο μία κλίνη
κι έχτισα μια ζωή που κράτησε πάνω από μία ώρα
κι έχτισα ένα κάστρο όπου δε ζει κανείς
κι έχτισα, τελικά, ένα τραγούδι
για να ταιριάζει με την τελετή.

Γιατί την έφερες εδώ;
Γιατί χτυπάς την πόρτα μου
με τα λιγοστά σου αποθέματα και τα τραγούδια σου;

Ενώθηκα μαζί της όπως ενώνεται ο άντρας
με τη γυναίκα, αν και δεν υπήρχε χώρος
για εορτασμούς και τυπικότητες
κι αυτά τα πράγματα μετράνε, ξέρετε, για μια γυναίκα.
Και ζούμε, βλέπετε, σε κλίμα ψυχρό
και δεν μας επιτρέπεται να φιλιόμαστε στο δρόμο
έτσι επινόησα ένα τραγούδι που δεν ήταν αληθινό.
Επινόησα ένα τραγούδι που το λένε Γάμο.



Βγαίνεις από το γάμο σου και έρχεσαι σε μένα
κλωτσάς τα σκαλοπάτια του σπιτιού μου
και μου ζητάς να προσμετρήσω αυτά τα πράγματα;

Ποτέ. Ποτέ. Όχι η πραγματική μου γυναίκα.
Είναι η αληθινή μου μάγισσα, είναι πιρούνι και φοράδα μου
η μάνα των δακρύων μου, το μισοφόρι μου της κόλασης
το αποτύπωμα των μαρτυρίων μου, το ίχνος απ’ τις μελανιές
κι επίσης τα παιδιά που θα μπορούσε να γεννήσει
μα κι ένας τόπος ιδιωτικός, ένα κορμί οστέινο
το οποίο ειλικρινά θα αγόραζα εάν μπορούσα να αγοράσω
το οποίο και θα παντρευόμουν εάν μπορούσα να παντρευτώ.

Μήπως να σε βασάνιζα γι αυτό;
Κάθε άνθρωπος έχει την μικρή μοίρα που του έλαχε
και η δική σου είναι μια μοίρα παθιασμένη.

Μα βασανίζομαι όμως. Δεν έχουμε τόπο.
Η κλίνη που μοιραζόμαστε μοιάζει σχεδόν με φυλακή
όπου δεν μπορώ να πω λουλουδάκι μου, παπάκι ή σπουργιτάκι
καρδούλα, αγαπημένη, κορίτσι του καλοκαιριού μου, αστείο μου κορίτσι
κι όλες αυτές τις ανοησίες που λέει κάποιος στο κρεβάτι.
Να πω ότι κοιμήθηκα μαζί της δεν αρκεί.
Δεν την πήγα απλά στο κρεβάτι.
Την έδεσα σ’ αυτό, με κόμπο.

Τότε γιατί στις τσέπες
χώνεις και σφίγγεις τις γροθιές σου;
Γιατί τα πόδια σου κουνάς
σαν σχολιαρόπαιδο;

Έδενα χρόνια αυτόν τον κόμπο στα όνειρά μου.
Σ’ ένα απ’ αυτά τα όνειρα πέρασα από μια πόρτα
κι εκείνη στέκονταν εκεί φορώντας την ποδιά της μάνας μου.
Μια άλλη φορά, σύρθηκε έξω απ’ το παράθυρο που είχε σχήμα
κλειδαρότρυπας φορώντας τα ροζ κοτλέ της κόρης μου.
Κάθε φορά έδενα αυτές τις γυναίκες σ’ έναν κόμπο.
Και όταν κατέφτασε μια άνασσα, την έδεσα κι αυτήν.
Όμως αυτόν τον κόμπο τον έδεσα στ’ αλήθεια
τώρα την έχω δέσμια, γερά.
Φώναξα τ’ όνομά της δυνατά. Την αιχμαλώτισα.
Της έβαλα σφραγίδα ένα τραγούδι.
Δεν υπήρχε άλλος χώρος γι αυτό.
Δεν υπήρχε άλλη κάμαρα γι αυτό.
Μόνον ο κόμπος. Ο κόμπος ο δεμένος στο κρεβάτι.
Έτσι άπλωσα τα χέρια μου επάνω της
και είπα ότι τα μάτια και το στόμα της μου ανήκουν
όπως και η γλώσσα της, δική μου.

Για ποιον λόγο μου ζητάς να επιλέξω;
Δεν είμαι δικαστής, ούτε και ψυχολόγος.
Δικός σου είναι ο κόμπος ο δεμένος στο κρεβάτι.

Κι όμως περνώ αληθινές μέρες και νύχτες
με παιδιά και μπαλκόνια και μια καλή σύζυγο.
Έτσι έδεσα αυτούς τους άλλους κόμπους
και προτιμώ να μην τους σκέφτομαι
όταν σου μιλώ για εκείνην. Όχι τώρα.
Αν ήτανε ενοικιαζόμενο δωμάτιο, θα το πλήρωνα.
Αν ήταν μια ζωή που χρειαζόταν σωτηρία, θα την έσωζα.
Ίσως είμαι ένας άντρας με πολλές καρδιές.

Άντρας με πολλές καρδιές;
Τότε γιατί τρέμεις έξω από την πόρτα μου;
Ένας τέτοιος άντρας δεν θα με είχε ανάγκη.

Είμαι βαθιά μπλεγμένος στο χρώμα της βαφής της.
Σ’ άφησα επί τω έργω να με πιάσεις,
στις νεανικές μου τρέλες, σ’ ένα τρελό ρολόι
για την φοράδα μου, το περιστέρι μου και το δικό μου καθαρό κορμί.
Μπορεί να λεν για μένα ότι έχω φίδια μες τις μπότες μου
όμως εγώ σου λέω ότι για μία μόνο φορά βρίσκομαι στους αναβολείς,
για μια μόνο φορά, γι αυτή τη φορά, βρίσκομαι μες το κύπελλο.
Η αγάπη της γυναίκας είναι μέσα στο τραγούδι.
Την ονόμασα η γυναίκα με τα κόκκινα.
Την ονόμασα η γυναίκα με τα ροζ
όμως εκείνη ήτανε δέκα χρώματα
και δέκα γυναίκες
και μετά βίας μπορούσα να της δώσω ένα όνομα.

Ξέρω για ποια μιλάς.
Το έκανες ξεκάθαρο ποια είναι.

Ίσως δεν έπρεπε να εκφραστώ με λόγια.
Ειλικρινά, δεν το αξίζω αυτό το φίλημα,
πιωμένος σαν σωληνουργός που είμαι,
αφού έκοψα τα σχοινιά από το άρμα
και αποφάσισα να την κρατήσω εδώ δεμένη διά παντός.
Βλέπεις, αυτό το τραγούδι είναι η ζωή
που δεν μπορώ να ζήσω.
Ο Θεός, ακόμα και καθώς περνάει φευγαλέα,
αποκηρύσσει την μονογαμία ως ιδίωμα χυδαίο.
Ήθελα να την καταγράψω στους νόμους.
Όμως, ξέρεις, δεν υπάρχουν νόμοι γι αυτό.

Άντρα με τις πολλές καρδιές, είσαι ανόητος!
Το τριφύλλι έβγαλε αγκάθια φέτος
κι έκλεψε τους καρπούς απ’ τα κοπάδια
και οι πέτρες στο ποτάμι ρούφηξαν
κι αποστέγνωσαν τα μάτια των αντρών,
τη μία εποχή μετά την άλλη ανεξαιρέτως
και όλα τα κρεβάτια καταδικάστηκαν
όχι από την ηθική ή τους νόμους
μα από τον χρόνο.




Η μαύρη τέχνη




Μια γυναίκα που γράφει βιώνει με υπερβολή
αυτές τις στιγμές έκστασης και τους οιωνούς!
Σα να μην έφταναν οι κύκλοι της
και τα παιδιά και τα νησιά. Σα να μην έφταναν
οι πενθούντες κι οι κουτσομπόληδες και τα λαχανικά.
Νομίζει ότι μπορεί να ζεστάνει τ’ αστέρια.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά κατάσκοπος.
Αγάπη μου, εγώ είμαι αυτό το κορίτσι.

Ένας άντρας που γράφει γνωρίζει υπερβολικά πολλά,
τόσα μάγια και φετίχ!
Σα να μην έφταναν
οι στύσεις και οι συνουσίες και τα προϊόντα.
Σα να μην έφτασαν ποτέ
οι μηχανές και οι γαλέρες και οι πόλεμοι.
Φτιάχνει ένα δέντρο με χρησιμοποιημένα έπιπλα.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά απατεώνας.
Αγάπη μου, εσύ είσαι αυτός ο άντρας.

Ποτέ δεν αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισούμε ως και τα παπούτσια μας και τα καπέλα,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, πολύτιμος, πολύτιμη.
Τα χέρια μας είναι αχνά γαλάζια και απαλά.
Τα μάτια μας γεμάτα τρομερές εξομολογήσεις.
Μα όταν παντρευόμαστε
τα παιδιά φεύγουν με αηδία.
Υπάρχει υπερβολικά πολύ φαγητό
και δεν έχει απομείνει κανείς
για να αποφάει όλη αυτήν
την αλλόκοτη αφθονία.
Τα κουδουνάκια




Στον τσιμεντένιο τοίχο σήμερα
ξεφλουδίζει η αφίσα του τσίρκου
και τα παιδιά το έχουν ξεχάσει
αν έμαθαν ποτέ γι αυτό.
Θυμάσαι, πατέρα;
Μόνο ο ήχος παραμένει,
ο μακρινός βρόντος των καλών ελεφάντων,
η φωνή των αρχαίων λιονταριών
και το τρέμολο των κουδουνιών
για τον ιπτάμενο άνθρωπο.
Εγώ, γελώντας,
στον ώμο σου ψηλά
ή μικροσκοπική μπρος στα τραχιά πόδια των αγνώστων,
δεν φοβόμουν.
Μου κρατούσες το χέρι
κι αμέσως μου εξηγούσες
τους τρεις κύκλους του κινδύνου.

Αχ, να ο άτακτος κλόουν
και η ξέφρενη παρέλαση
ενώ η αγάπη, η αγάπη
η αγάπη με κύκλωνε.
Ξεκίνησε από αυτόν τον ήχο.
Με κομμένη την ανάσα
βλέπαμε τον ιπτάμενο άνθρωπο
να προτάσσει το στήθος
στον σανιδένιο ουρανό,
να αναρριχάται στον αέρα.
Θυμάμαι το χρώμα της μουσικής
και το πώς όλοι οι τρεμάμενοι ήχοι σου
ήταν παντοτινά δικοί μου.





Είμαι στα δύο κομμένη
αλλά θα με νικήσω.
Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.
Θα πάρω το ψαλίδι
και θα την κόψω τη ζητιάνα.
Θα πάρω το λοστό
και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα
κομμάτια του Θεού από μέσα μου.
Σαν ένα παζλ
θα Τον συναρμολογήσω πάλι
με την υπομονή ενός σκακιστή.

Πόσα κομμάτια;

Νιώθω πως είναι χιλιάδες.
Ο Θεός ντύθηκε πόρνη
σε μια γλίτσα από πράσινα φύκια.
Ο Θεός ντύθηκε γέρος,
τρεκλίζοντας έχασε τα παπούτσια Του.
Ο Θεός ντύθηκε παιδί,
ολόγυμνος,
δίχως δέρμα καν,
μαλακός σαν ξεφλουδισμένο αβοκάντο.
Και άλλα, και άλλα και άλλα.


Αλλά θα τους νικήσω όλους
και θα χτίσω ένα ολόκληρο έθνος του Θεού
μέσα μου αλλά ενωμένο -
θα χτίσω καινούρια ψυχή,
θα τη ντύσω με δέρμα
και μετά θα φορέσω το πουκάμισό μου
και θα τραγουδήσω έναν ύμνο,
ένα τραγούδι του εαυτού μου.
Για τον εραστή μου που επέστρεψε στη γυναίκα του




Εκείνη είναι πάντα εκεί.
Την έλιωσαν προσεκτικά για σένα,
χύθηκε στο εκμαγείο της παιδικής σου ηλικίας
των εκατό αγαπημένων βόλων σου.

Εκείνη ήταν πάντα εκεί, αγάπη μου.
Πραγματικά, είναι θεσπέσια.
Σαν πυροτέχνημα στα μέσα του μουντού Φλεβάρη
και απτή σαν σκεύος από χυτοσίδηρο.

Ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ ήμουν περιστασιακή.
Είδος πολυτελείας. Ένα φανταχτερό κόκκινο
καΐκι στο λιμάνι.
Τα μαλλιά μου βγαίνουν σαν καπνός από το παράθυρο
του αυτοκινήτου.
Οστρακοειδή εκτός εποχής.

Εκείνη είναι κάτι περισσότερο απ' αυτό. Είναι αυτό που
πρέπει να 'χεις,
εκείνη ανέπτυξε την πρακτική, την τροπική σου
καλλιέργεια.
Μαζί της δεν πειραματίζεσαι. Εκείνη είναι γεμάτη αρμονία.
Φροντίζει τα κουπιά, τις δέστρες στο βαρκάκι,
έβαλε αγριολούλουδα στο παράθυρο το πρωί,
έκατσε πλάι στον τόρνο του αγγειοπλάστη το μεσημέρι,
αράδιασε τρία παιδιά κάτω από τη σελήνη,
τρία χερουβείμ ζωγραφισμένα από τον Μιχαήλ Άγγελο.

Τα έκανε όλα αυτά με τα πόδια της σε διάσταση
τους τρομερούς μήνες στο παρεκκλήσι.
Αν κοιτάξεις επάνω, τα παιδιά είναι εκεί,
ντελικάτα μπαλόνια που στο ταβάνι ξεκουράζονται.

Τα έχει συνοδεύσει στο διάδρομο
μετά το δείπνο, τα κεφάλια τους σκυμμένα,
δύο πόδια διαμαρτύρονται, γόνατο με γόνατο,
το πρόσωπό της ζωντανεύει από ένα τραγούδι και τον
ανάλαφρό τους ύπνο.

Σου δίνω πίσω την καρδιά σου.
Σου δίνω το ελεύθερο -

για το φυτίλι μέσα της που θυμωμένα
αναπηδά μέσα στη λάσπη, για τη σκύλα μέσα της
για να θάψεις την πληγή της,
για να θάψεις τη μικρή κόκκινη πληγή της ζωντανή -

για την αχνή λάμψη που τρεμοσβήνει κάτω από τα πλευρά της,
για τον μεθυσμένο ναυτικό που περιμένει στον αριστερό
σφυγμό της,
για το γόνατο της μάνας, για τις μακριές κάλτσες,
για τις ζαρτιέρες, για το κάλεσμα -

το περίεργο κάλεσμα
όταν θα χώνεσαι σε αγκαλιές και στήθη
και θα τραβάς με βία την πορτοκαλιά κορδέλα
των μαλλιών της
και θα ανταποκρίνεσαι στο κάλεσμα, στο περίεργο
κάλεσμα.

Είναι τόσο γυμνή και μοναδική.
Είναι το άθροισμα του εαυτού σου και των ονείρων σου.
Σκαρφάλωσέ την σαν μνημείο, βήμα προς βήμα.
Εκείνη είναι στέρεη.

Όσο για μένα, εγώ είμαι νερομπογιά.
Φεύγω με το νερό.

****
Η ωραία κοιμωμένη



Φέρτε στο νου σας
ένα κορίτσι που γλιστράει συνεχώς,
με τα μπράτσα να καμπυλώνουν σαν γέρικα καρότα,
μέσα στην έκσταση του υπνωτιστή,
μέσα στον κόσμο των πνευμάτων
μιλώντας με το δώρο των γλωσσών.
Έχει κολλήσει στη μηχανή του χρόνου,
ξαφνικά είναι δύο χρονών και πιπιλά το δάχτυλό της,
σαν σαλιγκάρι στρέφεται προς τα μέσα,
μαθαίνει να μιλά ξανά.
Κάνει ένα ταξίδι.
Κολυμπά όλο και πιο μακριά, όλο και πιο πίσω,
σαν σολομός,
παλεύοντας να μπει μες το τσαντάκι της μητέρας της.
Μικρή κουκλίτσα,
έλα στον μπαμπά.
Κάτσε στο γόνατό μου.
Έχω φιλιά για το σβέρκο σου.
Μια δεκάρα για τις σκέψεις σου, Πριγκίπισσα.
Θα τις κυνηγήσω σαν να 'τανε σμαράγδια.

Γίνε το παιχνιδάκι μου
και θα σου δώσω ρίζες.
Αυτού του είδους το ταξίδι,
θεριεμένο σαν αγιόκλημα.



Μια φορά κι έναν καιρό,
ένας βασιλιάς είχε βαφτίσει
την κόρη του Τριανταφυλλιά
κι επειδή είχε μόνο δώδεκα χρυσά πιάτα
κάλεσε μόνο δώδεκα νεράιδες
στο σπουδαίο γεγονός.
Η δέκατη τρίτη νεράιδα
- τα δάχτυλά της μακριά και λεπτά σαν καλαμάκια,
τα μάτια της καμμένα από τσιγάρα,
η μήτρα της μια άδεια κούπα τσαγιού -
έφτασε με δώρο το κακό.
Έκανε αυτήν την προφητεία:
στα δεκαπέντε η πριγκίπισσα
θα τρυπηθεί από ανέμη
και θα σωριαστεί νεκρή.
Καπούτ!
Στην αυλή έπεσε σιωπή.
Ο βασιλιάς έμεινε άφωνος σαν την Κραυγή του Μουνχ.
Οι προφητείες των μαγισσών
εκείνον τον καιρό
έπιαναν τόπο.
Ωστόσο, η δωδέκατη νεράιδα
είχε μια κάποια γόμα
κι έτσι μετρίασε λιγάκι την κατάρα
αλλάζοντας τον θάνατο με ύπνο
εκατό χρόνων.

Ο βασιλιάς διέταξε να καταστρέψουν
και να πετάξουν κάθε ανέμη.

Η Τριανταφυλλιά μεγάλωνε και γίνονταν θεά
και κάθε βράδυ ο βασιλιάς
έδενε χαλινάρι στο στρίφωμα του φουστανιού της
να την κρατάει ασφαλή.
Στέριωνε με μια παραμάνα το φεγγάρι
για να της δίνει αέναο φως.
Ανάγκαζε κάθε άντρα στην αυλή
να τρίβει με απορρυπαντικό τη γλώσσα του
να μη μολύνεται ο αέρας γύρω απ' την πεντάμορφη.

Έτσι εκείνη ζούσε μέσα στην μυρωδιά του βασιλιά,
περιπλεγμένη σαν αγιόκλημα.

Την ημέρα των δεκάτων πέμπτων γενεθλίων της
η Τριανταφυλλιά
τρύπησε το δάχτυλό της
με μια παλιά καμμένη ανέμη
και σταματήσαν τα ρολόγια.

Ναι, πράγματι. Κοιμήθηκε.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα κοιμήθηκαν,
οι αυλικοί κι επίσης οι μύγες στον τοίχο.
Η φωτιά στο τζάκι πάγωσε
και το ψητό σταμάτησε να τσιτσιρίζει.
Τα δέντρα έγιναν μέταλλο και
πορσελάνη ο σκύλος.
Όλοι έπεσαν σε ύπνωση
σαν κατατονικοί
στη μηχανή του χρόνου κολλημένοι.
Ακόμα και οι βάτραχοι έμοιαζαν ζωντανοί νεκροί.

Μόνο μια αγριοτριανταφυλλιά ανθούσε ακόμα
κι όλο θέριευε
φτιάχνοντας τείχος από αγκάθια
τριγύρω από το κάστρο.

Αρκετοί πρίγκιπες προσπάθησαν
να το περάσουν
γιατί είχανε ακούσει πολλά για την Τριανταφυλλιά.
Όμως δεν είχανε τρίψει τις γλώσσες τους κι έτσι
πιάστηκαν στ' αγκάθια και σταυρώθηκαν εκεί.

Σε εύλογο διάστημα πέρασαν τα εκατό χρόνια
και ένας πρίγκιπας κατάφερε να μπει.
Οι θάμνοι χώριζαν μπροστά του σαν να ήταν ο Μωυσής
και βρήκε το ταμπλό βιβάν ανέπαφο.
Φίλησε την Τριανταφυλλιά
κι εκείνη ξύπνησε φωνάζοντας:
“Μπαμπά! Μπαμπά!”

Και -ξαφνικά! - βγαίνει απ' τη φυλακή της!

Παντρεύτηκε τον πρίγκιπα
και όλα πήγανε καλά
εκτός από το φόβο -
τον φόβο του ύπνου.

Η Ωραία Κοιμωμένη
υπέφερε από αϋπνίες...
Δεν μπορούσε να πάρει έναν υπνάκο
ή να κοιμηθεί κανονικά
χωρίς να της ετοιμάσει κάποιες πανίσχυρες σταγόνες
ο φαρμακοποιός της αυλής
και μάλιστα ποτέ μπροστά στον πρίγκιπα.
Αν είναι να 'ρθει ο ύπνος, έλεγε,
θα πρέπει να με βρει εξ απήνης
καθώς γελώ ή χορεύω
ώστε να αγνοώ αυτό το βάρβαρο μέρος
όπου ξαπλώνω με τα γελάδια να με σπρώχνουν
στην τρύπα, ανοιχτή στο μάγουλό μου.
Επιπλέον, δεν πρέπει να ονειρευτώ
γιατί όταν ονειρεύομαι βλέπω το τραπέζι στρωμένο
και μια γριά που τρεμάμενη στη θέση μου.
Τα μάτια της καμμένα απ' τα τσιγάρα,
την προδοσία να μασουλά σαν φέτα κρέατος.

Δεν πρέπει να κοιμηθώ
γιατί όταν κοιμάμαι είμαι ενενήντα χρονών
και νομίζω ότι πεθαίνω.
Ο θάνατος κροταλίζει στον λαιμό μου
σαν παιδικός βόλος.
Φορώ για σκουλαρίκια σωληνάρια.
Κείτομαι ακίνητη σαν σιδερόβεργα.
Εάν στο γόνατό μου χώσετε μια βελόνα
ούτε που θα κουνηθώ.
Είμαι γεμάτη ενέσεις νοβοκαϊνης.
Αυτό το κορίτσι σε ύπνωση
είναι δικό σου για να το κάνεις ό,τι θες.
Μπορείς να την απιθώσεις σ' ένα μνήμα,
ένα απαίσιο πακέτο,
και να φτυαρίσεις χώμα στο πρόσωπό της
και να μη σου πει ποτέ “Ει! Γεια σου!”.

Όμως, εάν στο στόμα τη φιλήσεις
τα μάτια της θ' ανοίξουνε διάπλατα
και θα φωνάξει:
“Μπαμπά! Μπαμπά!”

Και - ξαφνικά! - βγαίνει απ' τη φυλακή της.

Έγινε μια κλοπή.
Αυτό μου λένε.
Εγκαταλείφθηκα.
Αυτό το ξέρω.
Με ανάγκασαν να πάω προς τα πίσω.
Με ανάγκασαν να πάω προς τα εμπρός.
Με πέρασαν από χέρι σε χέρι
σαν μια πιατέλα φρούτα.
Κάθε βράδυ με καρφώνουν σ' ένα μέρος
και ξεχνώ ποια είμαι.
Μπαμπά;
Αυτό είναι ένα άλλο είδος φυλακής.
Δεν είναι καθόλου ο πρίγκηπας
αλλά ο πατέρας μου
που μεθυσμένος σκύβει πάνω απ' το κρεβάτι μου,
σαν καρχαρίας κυκλώνει την άβυσσο,
ο πατέρας μου πάνω μου παχύς
σαν κοιμισμένη μέδουσα.
Τι ταξίδι είναι αυτό, κοριτσάκι;
Αυτή είναι η έξοδος από την φυλακή;
Βοήθεια, Θεέ μου, αυτή είναι η ζωή μετά τον θάνατο;
Τηλέφωνα






Να ένα κόκκινο βιβλίο που λέγεται ΤΗΛΕΦΩΝΑ
μεγέθους είκοσι επί δέκα. Ορίστε, εκεί είναι.
Το κόκκινο βιβλίο μου, όνομα, οδός, τηλέφωνο.
Όλοι αυτοί είν' άνθρωποι που κάπως τους κατέχω.
Κι όμως, πλαστά είναι κάποια απ' αυτά τα ονόματα.
Εκεί, πλάι στο Frigidaire και το Dictaphone ,
δίπλα στον Μαξ και τον Φρεντ και την Πέγκι και τον Τζον,
δίπλα στον Έρικ από το Σιάτλ και τον Σνουκ από το Σασκατσουάν
βρίσκονται όλα τα αγαπητά ονόματα. Ψεύδεται το μελάνι.
Γεια σας! Γεια σας! Αντίο. Και μετά διακοπή.

Κι έτσι εκτελώ έναν χορό θανάτου, έναν χορό
του αντίχειρα. Βάζω φιδοπουκάμισο
στο όνομα επάνω όμως δεν λέει να σβηστεί.
Το ίχνος του αντίχειρά μου πατάω με μελάνι.
Τρέχουν τα σάλια μου σε εκστασιασμό
και παίρνω πτύσμα και αίμα και κρασί και ασπιρίνη,
ένα μείγμα να φτιάξω, να το απλώσω στο πρόσωπό μου.
Μετά δαγκώνω τη σελίδα, μια παράξενη ερωμένη των νεκρών
και το ρολόι μου τραγουδάει “Γεια σας” και το όνομα ταΐζεται.
Όνομα, μέσα σου θα πνιγώ όπως η μητέρα στο ξίδι
γιατί σε έχω κληρονομήσει, μια αναβολή, μια μεταφορά.

Κι εσύ, που πέθανες χωρίς την έγκρισή μου, μάγε,
εσύ που δεν με αγάπησες ποτέ παρ' όλο που σου πρόσφερα
όλη τη ζάχαρη σαν έπεφταν τ' αστέρια, εσύ που μαύρισες
τον κήπο μου και το ισχιακό μου οστό
με το να καταγράφεις τα ψεγάδια μου,
εσύ που έβαλες κόλλα στο φλιτζάνι του καφέ μου
και σκουλήκια στο γλυκό μου,
εσύ που με άφησες να υποκριθώ
πως ήσουν ο πατερούλης των ποιημάτων,
μάγε, εσύ στέκεσαι
για όλους, για όλους τους κακούς νεκρούς,
μια Μπάντα του Στρατού της Σωτηρίας
που παίζει για κανέναν.
Είμαι τσιμέντο. Τυφλό το μέσα μου πουλί
καθώς μ' ένα μαχαίρι το όνομά σου
αφαιρώ και όλου του νεκρού σου είδους.

11 Σεπτεμβρίου 1972
Ρούχα



Φόρα ένα καθαρό πουκάμισο
πριν πεθάνεις, είπε κάποιος Ρώσος.
Κάτι που δε θα έχει σάλια, παρακαλώ,
ούτε λεκέδες από αυγό, ούτε αίμα,
ούτε ιδρώτα ή σπέρμα.
Με θέλεις καθαρή, Θεέ μου,
έτσι κι εγώ θα προσπαθήσω να υπακούσω.

Κάνει το καπέλο που φορούσα
όταν παντρεύτηκα;
Λευκό, πλατύ, με ψεύτικα λουλούδια σε μια μικρή σειρά.
Είναι παλιομοδίτικο κι έχει τόσο στιλ όσο ένα σκαθάρι,
όμως ταιριάζει να πεθάνεις φορώντας κάτι νοσταλγικό.

Θα πάρω και το πουκάμισο που φορούσα στα βαψίματα,
που έχει πλυθεί τόσες φορές και έχει φυσικά
λεκέδες από κάθε κίτρινη κουζίνα που έχω βάψει.
Θεέ μου, δε σε πειράζει να φέρω όλες τις κουζίνες μου;
Βαστούν τα γέλια της οικογένειας και τη σούπα.

Για στηθόδεσμο
(χρειάζεται να το αναφέρω;)
εκείνο το ενισχυμένο μαύρο που μόλις το 'βγαλα
με χλεύασε ο εραστής μου.
“Πού πήγε το υπόλοιπο;” μου είπε.

Θα πάρω και
τη φούστα της εγκυμοσύνης μου του ενάτου μήνα,
παράθυρο για της αγάπης την κοιλιά
απ' όπου ξεπετάχτηκαν ένα ένα τα μωρά σαν μήλα,
στο εστιατόριο σπάσανε τα νερά,
φτιάχνοντας ένα σπίτι θορυβώδες όπου θα 'θελα να πεθάνω.

Για εσώρουχα θα πάρω άσπρα βαμβακερά,
αυτά της παιδικής μου ηλικίας,
γιατί ήτανε της μάνας μου η γνώμη
πως τα καλά κορίτσια φοράνε μόνο άσπρο βαμβάκι.
Κι αν είχε ζήσει να το δει
θα μ' είχε επικηρύξει
για τα κόκκινα, τα μαύρα, τα μπλε που έχω φορέσει.
Όμως εγώ θα συμφωνούσα απολύτως
να πεθάνω σαν καλό κορίτσι
και να μυρίζω χλωρίνη και αποσμητικό.
Ως δεκαεξάρα
θα πέθαινα γεμάτη απορίες.
Επιθυμώντας να πεθάνω



Εφόσον ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Μέσα στα ρούχα μου βαδίζω, δίχως σημάδια από εκείνο το ταξίδι.
Τότε η σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε, δεν έχω τίποτα εναντίον της ζωής.
Ξέρω καλά εκείνο το παχύ γρασίδι που αναφέρεις,
τα έπιπλα που έβαλες κάτω από τον ήλιο.

Όμως οι απόπειρες έχουν μια γλώσσα ειδική.
Σαν μάστορες, θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ τους δε ρωτούν γιατί να χτίσω.

Δύο φορές διακήρυξα τόσο απλά τον εαυτό μου,
κυριαρχούσα στον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
και δέχτηκα την τέχνη, τη μαγεία του.

Μ' αυτό τον τρόπο, αναπαύτηκα,
βαριά και σκεπτική, θερμότερη από λάδι ή νερό,
με τα σάλια μου να τρέχουν απ' το στόμα.

Δεν σκέφτηκα το σώμα μου να το τρυπούν βελόνες.
Ακόμα και οι κερατοειδείς χαθήκαν και τα υπολείμματα
των ούρων.
Οι απόπειρες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
μα θαμπωμένες, να λησμονήσουν δεν μπορούν ένα
ναρκωτικό τόσο γλυκό
που ακόμα και παιδιά χαμογελώντας θα το θαύμαζαν.

Να χώνεις όλη τούτη τη ζωή κάτω από τη γλώσσα σου!
Αυτό γίνεται πάθος από μόνο του.
Ο θάνατος είναι ένα λυπημένο κοκκαλάκι. Μελανιασμένο
θα 'λεγες

κι όμως με περιμένει, χρόνο με το χρόνο,
για να γιατρέψει απαλά μία παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου από τη φυλακή της.

Σε ισορροπία εκεί, η απόπειρα συναντά καμιά φορά,
μαινόμενη ενάντια στους καρπούς, μία πρησμένη σελήνη
κι αφήνει το ψωμί που το μπερδέψαν με φιλί,

αφήνει τη σελίδα του βιβλίου απρόσεχτα ανοιχτή,
αφήνει κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο κατεβασμένο
και την αγάπη, ό,τι κι αν ήταν, ένα λοιμώδες νόσημα.

3 Φεβρουαρίου 1964





Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: