Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Χρυσούλα Δημητρακάκη

Χρυσούλα Δημητρακάκη, Όταν ανθίζουν τα μανουσάκια

Έχω ήδη παρουσιάσει από τις στήλες της εφημερίδας Κρητικά Επίκαιρα την ποιητική συλλογή της με τίτλο «Τριλογία: Ύπαρξη-Ζωή-Άνθρωπος» που εκδόθηκε επίσης από τις εκδόσεις Ιωλκός πριν τέσσερα χρόνια. Πριν ξεκινήσω να γράφω αυτή την παρουσίαση κοίταξα να δω τι είχα γράψει για αυτή τη συλλογή. Βλέπω λοιπόν ότι έγραψα τότε για τη Δημητρακάκη ότι «Η ποίησή της είναι δοκιμιακή, φιλοσοφική, διδακτική. Καβαφικά πεζολογική και διαυγέστατη, μας μεταδίδει την εικόνα της για τη ζωή, τον άνθρωπο, και γενικά για την ύπαρξη».
Όλοι οι ποιητές έχουν ένα κεντρικό άξονα στην ποίησή τους, και γύρω από αυτόν περιστρέφονται. Ελληνοκεντρικός ο Σεφέρης, λυρικός ο Ελύτης, φιλοσοφικός ο Καβάφης. Ο άξονας της Δημητρακάκη δηλώνεται απερίφραστα στον τίτλο αυτής της συλλογής: Ύπαρξη-ζωή-άνθρωπος. Στον ίδιο άξονα κινείται και μ’ αυτή την τελευταία της ποιητική συλλογή που έχει τον τίτλο «Όταν ανθίζουν τα μανουσάκια», τίτλος που δίνει και το κρητικό στίγμα της ποιήτριας: τα μανουσάκια, αυτά τα πανέμορφα λουλουδάκια, για τα οποία γράφει η Δημητρακάκη σε μια εσωτερική σελίδα: Μανουσάκια: Μικρά ευωδιαστά λευκά αγριολούλουδα που
ξεμυτίζουν σε όλη την Κρητική γη όταν πιάσουν γερά τα κρύα.
Η φιλοσοφική διάθεση της Δημητρακάκη εκφράστηκε αμεσότερα στο προηγούμενο βιβλίο της που έχει τον τίτλο «Το θρόισμα του μεγάλου δρυγιά». Στο έργο αυτό, μικρά δοκίμια εναλλάσσονται με ποιήματα. Παρεμπιπτόντως και εδώ δίνει το κρητικό της στίγμα η Δημητρακάκη, με τη λέξη δρυγιάς που δεν είναι παρά ο δρυς, η βελανιδιά. Ως γνωστόν η κρητική διάλεκτος βρίσκεται πιο κοντά στην αρχαία μας γλώσσα από ότι η κοινή νεοελληνική. Να αναφέρω μόνο ότι διατηρούμε τα γένη σε λέξεις που δηλώνουν μέρη του σώματος που στην κοινή νεοελληνική έχουν ουδετεροποιηθεί, όπως ο πόδας (ο αρχαίος πους) αντί το πόδι, η χέρα (στα αρχαία η χειρ), αντί το χέρι, ενώ η κεφαλή μένει ατόφια, αντί το κεφάλι.
Αφού δώσαμε το ποιητικό στίγμα της Δημητρακάκη, θα αναφερθούμε σε ξεχωριστά ποιήματα. Δεν θα πω τα καλύτερα, γιατί κάποιοι άλλοι θα έκαναν ίσως μια διαφορετική επιλογή, αλλά αυτά που με άγγιξαν περισσότερο με τις ιδέες τους ή με εντυπωσίασαν με την ποιητικότητα της έκφρασης.
Το ποίημα «Συμπληγάδες» εκφράζει μια απαισιοδοξία και μια βαθύτερη αλήθεια.
«Συμπληγάδες οι σκέψεις.
Περνά ο χρόνος ίσα που προλαβαίνει
και σαν αστραπή κλείνουν,
για να χαθείς μέσα τους.

Ποιον να προλάβεις να πείσεις;
Μονάχα εκείνον,
που από μόνος του έχει πεισθεί».
Το σωκρατικό «γνώθι σαυτόν» αναδιατυπώνεται στους δυο πρώτους στίχους της «Περιπλάνησης» εκφράζοντας το δύσκολο του εγχειρήματος.
«Ένα ταξίδι χρειάζεται
μέχρι την αυτογνωσία».
Απαισιόδοξοι και οι δυο τελευταίοι στίχοι από το ποίημα «Περιορισμοί»
«Ενώ εμείς θα ονειρευόμαστε
θα νομίζουμε ότι ζούμε»
«Το χρυσάφι» έχει ένα οικολογικό μήνυμα, ή καλύτερα μια οικολογική προειδοποίηση:
«Αν το χώμα γίνει χρυσάφι,
δε θα μας ωφελήσει,
αν σε λίγο καιρό,
λιώσουν τα παγόβουνα
και η θάλασσα σκεπάσει τη στεριά».
Ο Καζαντζάκης ρώτησε κάποτε έναν γέρο: -πώς σου φάνηκε η ζωή παππού; -Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό, απαντά αυτός. -Και διψάς ακόμα; Τον ξαναρωτά ο Καζαντζάκης. -Ανάθεμά τον που ξεδίψασε, απαντάει πάλι ο γέρος.
Διάβασα σε ένα βιβλίο ψυχολογίας ότι τα περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γέροι οφείλονται στο ότι δεν πέτυχαν κάποια πράγματα που είχαν θέσει σαν στόχους στη ζωή τους, δεν πρόλαβαν να κάνουν τα ταξίδια που ονειρεύτηκαν, να πραγματοποιήσουν όλα τους τα όνειρα. Και η Χρυσούλα γράφει:
«Αυτό που θυμάσαι,
δε θα αφορά ποτέ
αυτά που έζησες,
παρά μονάχα
αυτά, που θα ήθελες να ζήσεις».
Οι εκπρόσωποι της αντιψυχιατρικής σχολής, όπως ο Ronald David Laing, ο Thomas Szasz και ο Franco Basaglia αντιτίθενται στην κλασική ψυχανάλυση που περίπου υποστηρίζει τον συμβιβασμό με τη λεγόμενη «αρχή της πραγματικότητας» για τη θεραπεία των νευρώσεων. Η Χρυσούλα Δημητρακάκη γράφει στο «Συμβιβασμό».
«Αυτό που ίσως χρειάζεται είναι
η αναχαίτιση όλων εκείνων
που όσο μεγαλώνεις σε αμβλύνουν

για να συμβιβάζεσαι
και να ονομάζεις τον συμβιβασμό «σοφία».
Στο «Στιγμές αιωρούμενες» με το εφέ της επαναφοράς σε κάθε στροφή (επαναφορά είναι η επανάληψη λέξεων. Εδώ επαναλαμβάνεται η λέξη «στιγμές»), η ποιήτρια υπογραμμίζει την υποκειμενικότητα της εμπειρίας.
«Στιγμές,
νοητικής διασπάθισης
που βλέπεις αυτά που δεν έβλεπες μέχρι τώρα.

Στιγμές που νομίζεις ότι άλλαξε ο κόσμος
ενώ άλλαξες εσύ».
Γνωσιολογικό είναι και το ποίημα «Η πλάνη και η αλήθεια».
«Δύσκολα ξεχωρίζεις
την αλήθεια.
Ο ευεργετικός λόγος
καλύπτει τις ανάγκες σου
και ο εχθρικός,
δε σε αφήνει να τη δεις».
Το να διαβάσεις την ποίηση είναι άλλο πράγμα, και άλλο να την ακούς. Γι αυτό και διοργανώνονται τόσο συχνά βραδιές ποίησης, ενώ σπάνια διοργανώνονται βραδιές πεζογραφίας. Κυρίως είναι ο κατάλληλος επιτονισμός των λέξεων, η «ρητορική» άρθρωση, τα παραγλωσσικά και τα εξωγλωσσικά μηνύματα που εκπέμπει ο απαγγέλλων. Στο ποίημα «Συναίνεση» έχουμε μια άλλη περίπτωση. Όποιος διαβάσει τους δυο τελευταίους στίχους από τους τέσσερις συνολικά του ποιήματος, δύσκολα θα υποπτευθεί αυτό που είναι ολοκάθαρο σ’ αυτόν που θα τους ακούσει, ότι μαζί απαρτίζουν έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο.
«Η Άνοιξη δεν έρχεται,
αν πρόσφορο το έδαφος δε βρει,
χωρίς ο νους να τη δεχθεί,
ο νους, να συναινέσει».
Το έχω γράψει πάρα πολλές φορές, ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος κυλάει αβίαστα μέσα στο αίμα μας, λες και βρίσκεται μέσα στα γονίδιά μας, και εμφανίζεται, είμαι σχεδόν σίγουρος αυθόρμητα, χωρίς να το συνειδητοποιεί δηλαδή ο δημιουργός, όχι μόνο στα σύγχρονα ποιήματα με τον ελεύθερο στίχο, αλλά ακόμη και σε πεζογραφήματα. Το αμέσως επόμενο ποίημα, το «Ασήμαντη αφορμή», αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα.
«Kάποτ’ ανθίζει στέρφα γη,
καρπίζουν δυο κουβέντες,
με της βροχής σταλαγματιές
κι ασήμαντη
αφορμή».
Πιο κάτω συναντάμε ένα ακόμη ανάλογο ποίημα, το «Γιατί;»
«Το Μέγα Κόσμο,
κύματα,
αλμύρας
τον σαρώνουν,
γιατί,
στα μισοπέλαγα,
πεθαίνοντας,
διψάς;»
Ο «Αύγουστος» είναι ένα ποίημα που ξεκινάει σαν λυρικό για να καταλήξει σε ένα μεταφυσικό ρεμβασμό:
«Αύγουστος.
Η αθέατη πλευρά της ψυχής.

Πιο δυνατά από τα Πέλαγα της γης,
είναι τα πέλαγα,
που μέσα μας απλώνουν».
Η «σύζευξη» είναι ένα φιλοσοφικό ποίημα.
«Στα σύνορα δύο κόσμων,
κάνεις τη σύζευξη
και ζεις.
Μετά από κάθε συνένωση,
σημασία έχει
να χωρά μέσα σου ο άνεμος
του ενθουσιαστικού ανορθολογισμού.
Σημασία έχει
να μη βγεις πεθαμένος,
από την προσπάθειά σου να ζήσεις.
Σημασία έχει
να μη μείνεις,
θλιβερός ζωντανός».
Στη «Σύζευξη» βλέπουμε τη σύζευξη δυο λέξεων σε ένα πρωτότυπο σύμπλοκο πλούσιο σε νοήματα: ενθουσιαστικός ανορθολογισμός.
Σε ποιήματα με φιλοσοφική διάθεση, είναι αναπόφευκτο να υπάρχει και ο αφοριστικός λόγος. Στο ποίημα «Το στερεότυπο» διαβάζουμε.
«Τα καλύτερα
έρχονται όταν ξεχνάς τα δεδομένα.
Γιατί η ζωή
δεν είναι στερεότυπο».
Και ένα ακόμη φιλοσοφικό ποίημα, που έχει τον τίτλο «Εκείνο που πέρασε».
Αν τίποτε δεν τελείωνε
κι αν τίποτε δεν ήταν περαστικό παρόν,
δε θα υπήρχε
εκείνο,
που δεν έχει έλθει ακόμη.
Ο χρόνος
θα ήταν βασανιστική αιωνιότητα,
που δε θα χωρούσε μέσα στο σώμα μας».
Ένα υφολογικό στοιχείο της Δημητρακάκη είναι το ότι τελειώνει πολλά ποιήματά της με ερωτηματικό, ενώ συχνά υπάρχει ερωτηματικό και σε ενδιάμεσους στίχους. Τέτοια ποιήματα είναι για παράδειγμα «Η δέσμη των δεδομένων», η «Υπόσταση», «Τα ερείπια», «Η λεπτομέρεια», «Η εγκυρότητα του θαύματος» με το εφέ της επαναφοράς (επανάληψη του στίχου «γιατί να προσπαθήσω να σε μεταπείσω;» με εφέ τέλους την παράλειψη του «να προσπαθήσω»), κ.ά.
Το «Είμαστε και αυτό» μου θύμισε την κεντρική ιδέα στο «Είναι και το μηδέν» του Σαρτρ.
Παραθέτω την πρώτη στροφή:
«Δεν είμαστε αυτό που νομίζουμε εμείς.
Είμαστε και αυτό,
που νομίζουν οι άλλοι».
Αυτό που νομίζουμε εμείς είναι περίπου το pour soi του Σαρτρ, που το βλέμμα των άλλων το παγώνει σε en soi.
Ένα διδαχτικό-παραινετικό ποίημα είναι η «Πραγματικότητα».
«Μην καθησυχάζεις τους άλλους
με παραπλανητικές παρηγοριές.
Καθησύχασέ τους,
με την πραγματική
πραγματικότητα».
Ο προτρεπτικός διδακτισμός της Δημητρακάκη συχνά γίνεται με έμμεσο τρόπο. Στα «Όρια» διαβάζουμε:
«Τα όρια των άλλων
ποτέ δε μας εμποδίζουν.
Αν αποφασίσουμε να ρισκάρουμε,
η θέα από την άλλη πλευρά
είναι καταπληκτική».
Στο «Δεν αντέχω» γράφει η Χρυσούλα:
«Δεν αντέχω εκείνους
που κατόρθωσαν να πείσουν,
γνωρίζοντας
ότι δε θα χρειασθεί να αποδείξουν,
τίποτα
και ποτέ».
Να είχε άραγε υπόψη της τους πολιτικούς όταν το έγραφε;
Το τελευταίο ποίημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή είναι γραμμένο στο σχήμα του «Αν» του Κίπλινγκ, μόνο που εδώ η επαναφορά δεν γίνεται με το «αν» αλλά, πιο αισιόδοξα, με το «όταν». Παραθέτουμε τις δυο τελευταίες στροφές.
«όταν δεν ονομάσεις τη ράθυμη βολή σου, ωριμότητα
και τη μέτρια ζωή σου, μεγαλούργημα,
όταν περπατήσεις κάτω από τη βροχή, χωρίς να σκεφθείς
ότι χάλασε η εικόνα σου,
και όταν σηκωθείς, να χορέψεις, χωρίς να σκεφθείς αν θα
αρέσεις στους άλλους

έχεις φτάσει στη γη που ανθίζουν τα μανουσάκια
όχι για να ζήσεις τη μέτρια ζωή,
αλλά για να πλημμυρίσει η ψυχή σου ευωδιά
και να μπορείς να κάνεις τα μεγάλα σου άλματα».

Η γης που ανθίζουν τα μανουσάκια, φιλοσοφικά παραπέμπει σε μια ουτοπική χώρα που όμως δεν είναι και τόσο ουτοπική αφού μπορούμε να φτάσουμε σ’ αυτή όσο δύσκολο και αν είναι, και ποιητικά παραπέμπει, όπως είπαμε, στην Κρήτη.
Ήταν μια απόλαυση για μένα η περιδιάβαση στα ποιήματα της Χρυσούλας Δημητρακάκη, και σας καλώ να κάνετε κι εσείς την ίδια περιδιάβαση.
Ευχαριστώ.

Από Babis Dermitzakis

Δεν υπάρχουν σχόλια: